Σ' αυτό το μυθιστόρημα αναζητώ ποιοι υπήρξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» γονείς μου - όπως συνήθως είναι οι γονείς. Τι διαμόρφωσε τον Εμμανουήλ και την Αικατερίνη πριν παντρευτούν, πριν τους γνωρίσω, πριν συγκρουστούμε με σφοδρότητα, πριν συμφιλιωθούμε αργότερα. Από πού άντλησαν εκείνο το φορτίο πολιτισμών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, ακόμη και ιστορικής οπτικής, που μοιραία μου κληροδότησαν.
Αναζήτηση επιτρεπτή, αν όχι και απαραίτητη στην ώριμη ηλικία ενός παιδιού, ενός συγγραφέα - όπως είναι πλέον η δική μου. Παραδόξως, μόνο τώρα αφέθηκαν σε εξομολογήσεις τα κατάλοιπα των νεκρών γονέων, μόνο τώρα αποκρίθηκαν στις ερωτήσεις μου οι παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες τους. Η μνήμη μου ανακάλεσε πιο εύκολα τις οικογενειακές προφορικές εξιστορήσεις, που τόσο πολύ διαφέρουν από στόμα σε στόμα, από άντρα σε γυναίκα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, από εποχή σε εποχή. Βρέθηκα στους τόπους, όπου σε ποικίλους χρόνους και σε καιρούς δύσκολους είχαν ζήσει: ιστορικά χωριά της Κρήτης, προπολεμική Βιέννη και Μπορντό, Αθήνα, Ηράκλειο κι άλλους ακόμη. Τόπους-σκηνικά, αφού ανέκαθεν η οικογένεια είναι ο Βαθύς εκρηκτικός πυρήνας κάθε δράματος στη ζωή, στην τέχνη.
Σ' αυτά τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια αμφισβητώ, επινοώ, κατανοώ, εικάζω, σαρκάζω, και μάλλον συγχωρώ. Στο κάτω-κάτω οι γονείς είναι ο ένας μόνο από τους πολλούς καθρέφτες της αυτογνωσίας μας, ίσως ο πιο σκληρός αλλά και τρυφερός καθρέφτης.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το θράσος των ονείρων
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ Από την πατάτα στην ελιά Πώς βρίσκει και τρυπώνει ο διάολος Ο θρίαμβος των λευκών τριγωνικών πανιών Μια πέρδικα που χόρευε και χαμηλοπετούσε Από τη λήθη στο διαδίκτυο
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ Τα τρία συν ένα μεγάλα ταξίδια της γιαγιάς μου Μαριγώς Γάμος, σπίτι, δρόμος και τζιτζίκια Με λέξεις χειροποίητες Φωνές σαν χαρακιά στο μάρμαρο της μνήμης Εκείνο το γυμνό θεότρελο αγγελούδι
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ Στη φυλακή Μαρτινέγκο Στο ιππήλατο λεωφορείο «Διάβαζε γαλλικά ακόμα κι έφιππος» Ρωτώντας για την αφορμή του αίματος Ο «χριστουγεννιάτικος», ο «αποκριάτικος» και ο «πασχαλιάτικος» βομβαρδισμός «Μια άγρια φυλή, οι Κρήτες» «Αντάρται του 1944, Ηράκλειον Κρήτης»
Rhea Galanaki (Greek: Ρέα Γαλανάκη) is an author who was born in Heraklion, Crete in 1947. She studied history and archaeology at the University of Athens. She received the Novel Prize of the Greek state in 1999.
"τι γύρευα, επιτέλους, από τους παλιούς; Τον εαυτό μου θέλω πιο πολύ να μάθω, μουρμούρισα χωρίς να ακουστώ. Τις αποσιωπήσεις ερευνούμε, με κίνδυνο να γκρεμοτσακιστούμε μέσα στο κενό τους. Της ξένης, και της δικής μας της ζωής." [σ.313]
-σαφώς θα προτιμούσα μια μυθιστορηματική ανάπλαση.. άλλωστε, όταν εκεί ξεφεύγει, η φωνή ηχεί τόσο καλύτερα..
Δεν ξέρω αν ο χαρακτηρισμός του βιβλίου ως μυθιστόρημα είναι ταιριαστός. Το βιβλίο είναι μια μαρτυρία της συγγραφέως ως προς την οικογενειακή της ιστορία. Θα έλεγα, σαν μια παρακαταθήκη που αφήνει στα παιδιά της και στα εγγόνια της και παράλληλα την μοιράζεται μαζί μας.
Έχει εξαιρετική γλώσσα που μου άρεσε πολύ και απόλαυσα, παρότι με εκνεύρισε η επανάληψη της έκφρασης "παραμύθι που δεν είναι παραμύθι".
Γενικά μου θύμισε αρκετά το μολύβι φάμπερ της Άλκης Ζέη.
Έκπληκτός παρατήρησα αφού είχα διαβάσει το συγκεκριμένο βιβλίο ότι κάτω από τον τίτλο του αναγράφεται η λέξη «Μυθιστόρημα». Αν όντως πάρουμε το Εμμανουήλ και Αικατερίνη ως μυθιστόρημα, ποια είναι η Ρέα Γαλανάκη που κάθε λίγο και λιγάκι συνδιαλέγεται με τον εαυτό της ως «Ρέα Γαλανάκη»; Δεν συνειδητοποιεί άραγε η συγγραφέας ότι αν το κείμενο έχει έστω και έναν εν δυνάμει αναγνώστη, η «Ρέα Γαλανάκη» ως πρόσωπο αυτού του κειμένου απέχει παρασάγγας από τη Ρέα Γαλανάκη χωρίς τη συνθήκη έστω και αυτού του μοναδικού αναγνώστη; Απαντώ: «Προφανώς και το συνειδητοποιεί». Είναι λοιπόν ίσως το Εμμανουήλ και Αικατερίνη μια έμμεση αυτομυθοπλασία; Και λέω «έμμεση» γιατί η συγγραφέας, καθώς μιλάει για τον πατέρα της και τη μητέρα της, αφήνεται σε αυτή τη σαγήνη που της ασκεί η ιδέα ότι την καθορίζει το παρελθόν της· ένα παρελθόν όμως που χάνεται στα βάθη του χρόνου, πριν την ημερομηνία γέννησής της· ένα παρελθόν «παλίμψηστο», όπως λέει χαρακτηριστικά, που αχνοφαίνεται πίσω από τα πρόσωπα των «γνωστών-αγνώστων» προγόνων της και που συνιστά και καθορίζει το παροντικό πιο διακριτό πρόσωπό της. Υπάρχει όμως κάτι που δεν μου κάθεται καθόλου καλά σε αυτή τη σκέψη γιατί η Γαλανάκη, έτσι όπως μας παρουσιάζεται, έδρασε με τέτοιο τρόπο, ήρθε σε ρήξη, πρωτίστως με τον Εμμανουήλ και δευτερευόντως με την Αικατερίνη, ώστε να απαγκιστρωθεί στην ηλικία των είκοσι από την αγκάλη της οικογένειας –από αυτή τη σαγήνη του παλίμψηστου– και να διαχωρίσει τη θέση της από αυτό. Είναι λοιπόν αυτό το βιβλίο των τετρακοσίων σελίδων για τον πατέρα της και τη μητέρα της, και τους παππούδες και προπαππούδες της, ένα πισωγύρισμα; Ένας εναγκαλισμός ξανά της θέσης που ασπάζεται και σκύβει το κεφάλι σε αυτή τη συνέχεια με το παρελθόν – στο αίμα της; Ακυρώνει δηλαδή η Ρέα Γαλανάκη κατά κάποιο τρόπο τον εαυτό της και αποπειράται, τώρα, να τον επινοήσει εκ νέου υπό το φως των τεκμηρίων που επί τέσσερα χρόνια εξέτασε με κόπο και προσήλωση ιστοριοδίφη; Εφιστώ την προσοχή στο ότι ενώ το κείμενο συνοδεύεται από σειρά φωτογραφιών από το παρελθόν της συγγραφέως, και παρά το γεγονός ότι πολλές από αυτές τις φωτογραφίες προτάσσονται μέσα από λεπτομερείς και κοπιώδεις αναγνώσεις ως πειστήρια των εικασιών της –εικασιών στις οποίες συνίσταται η όποια μυθιστορηματικότητα του βιβλίου–, εφιστώ, επαναλαμβάνω, την προσοχή ότι τίποτα δεν αποκλείει –ειδικά αν δεχτούμε τον όρο «μυθιστόρημα»– ακόμη και αυτή την επινόηση κάποιων φωτογραφιών που αναφέρονται, και, ενώ περιγράφονται λεπτομερώς, λάμπουν δια της απουσίας τους. Με απλά λόγια: η Ρέα Γαλανάκη είναι μέρος του μυθιστορήματος ή όχι; Η ερώτηση είναι ρητορική· δεν υφίστανται στα βιβλία πρόσωπα με τον τρόπο που υφίστανται εκτός βιβλίων. Ένα μυθιστόρημα για τους γονείς κάποιου δεν δύναται ποτέ να μην είναι ένα μυθιστόρημα για το ποιος είναι ο συγγραφέας του. Ξέρω, σας κουράζω με όλες αυτές τις σκέψεις γιατί κι εγώ κουράστηκα με το συγκεκριμένο βιβλίο και θέλω κάπου να ξεσπάσω.
Υπάρχουν πολλές ωραίες ιστορίες στο Εμμανουήλ και Αικατερίνη, που σε πολλά σημεία φαίνεται να θέλουν να αυτονομηθούν, αλλά η συγγραφέας δεν επιθυμούσε ή δεν κατάφερε να τις εντάξει οργανικά στο έργο. Άλλος φαίνεται πως ήταν ο σκοπός του πονήματός της και κάπως την απορρόφησε: μια «προσπάθεια κατανόησης» αλλά και «συγχώρεσης» γράφει χαρακτηριστικά. Αμφότερα πολύ δύσκολα πράγματα, μη γελιόμαστε. Και μάλιστα η συγγραφέας τα ξεχωρίζει και τα ορίζει ως αντικρουόμενα: «Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Ένα παιχνίδι μπρα ντε φερ παίζουν τα δυο τους ασταμάτητα» (σ. 298). Όταν κάποιος γράφει ένα βιβλίο τετρακοσίων σελίδων για τους γονείς του αναλαμβάνει τα ρίσκα του.
Αυτό είναι το έκτο βιβλίο της Ρέας Γαλανάκη που διαβάζω και το πιο προσωπικό της. Πρόκειται για την ιστορία των γονιών της. Ιδιαίτερα αναφέρονται γεγεονότα που συνέβησαν πριν την γέννηση της. Ίσως γιατί η ίδια η συγγραφέας ήξερε να γεγονότα από την γέννηση και μετά καλύτερα ως μάρτυρας η ίδια. Αυτό που πάντα μου άρεσε στην Γαλανάκη είναι η γραφή της. Η ποιητική της γλώσσα, οι μεταφορές της και οι εικόνες που δημιουργεί. Η ιστορία των γονιών της Εμμανουήλ και Αικατερίνη έχουν ενδιαφέρουν, αφού οι γονείς της πέρασαν τις πιο ενδιαφέρουσες, αλλά και τραγικές εποχές της ελληνικής ιστορίας. Δεν την διαμόρφωσαν, αλλά συμμετείχαν και την έζησαν. Επίσης έχει ενδιαφέρον οι περιγραφές της ζωής, της νοοτροπίας και των αλλαγών που συνέβησαν σε όλη αυτή την διαδρομή. Που δεν είναι ωστόσο και τόσο μακριά χρονολογικά μιλώντας. Άλλο ένα μεγάλο ενδιαφέρον είναι τα σκαμπανεβάσματα στις σχέσης της συγγραφέας με τους γονείς της και ιδιαίτερα με τον πατέρα της. Που δεν αναλύονται (η Γαλανάκη εστιάζει μόνο στον βίο των γονιών της), αλλά αφήνουν να εννοηθούν. Γιατί μυθιστόρημα και όχι βιογραφία: Γιατί η συγγραφεας επινοεί πράγματα, που η ίδια δεν ξέρει για την ζωή των γονιών της και προσπαθεί απλά να φανταστεί πως μπορούσαν να είναι τα πράγματα μέσα από φωτογραφίες, μαρτυρίες και ιστορικά τεκμήρια από αναφορές των γονιών της. Ιδιαίτερα ποιητική η όλη περιγραφή του γάμου των γονιών της, που δεν πραγματοποιήθηκε ποτε ετσι, όπως πολύ ωραία τον φανταζόταν η Γαλανάκη. Με κούρασε ωστόσο σε κάθε δυό ή τρεις ή πέντε σελίδες η επαναλαμβανόμενη φράση "παραμύθι που δεν είναι παραμύθι", γιατί θεωρώ πως οι αναγνώστες είναι έξυπνοι να καταλάβουν αυτή την φράση και με λιγότερες αναφορές. Επίσης θεωρώ αρνητικό ότι πήρε στοιχεία από την Ανί Ερνό με τις αναφορές της σε σχέση με φωτογραφίες, τραγούδι, εικόνες κτλ. και να έχει μια αποστασιοποίηση, μόνο που στην Ερνό μου αρέσει η ψυχρή, αντικειμενική, χειρουργική και απλή γλώσσα της. Πράγμα που η Γαλανάκη με την δική της ποιητική γλώσσα δύσκολα να το καταφέρει. Ωστόσο ένα μυθιστόρημα που μου άρεσε αρκετά και μας μεταφέρει μέσα από την ματιά της συγγραφέως σε άλλες εποχές και με την δικιά της ματιά. Αξίζει να διαβαστεί κατ' εμέ.