Αισθάνθηκα αυτή τη νέα πνοή που διεγείρει -όχι μόνο στα παιδιά και τα εγγόνια μου, αλλά και σε ολοένα και περισσότερους νέους ανθρώπους- τη θέληση να θέσουν τις βάσεις για πραγματικές ανθρώπινες αξίες (την αλληλεγγύη, τη δημιουργικότητα, τη γενναιοδωρία, τη γνώση, την επανεφεύρεση του έρωτα, τη συμμαχία με τη φύση, τη γιορτινή γοητεία της ζωής), σε ρήξη με τις πατριαρχικές αξίες (την ηγεμονία, τη θυσία, την εργασία, την ενοχή, τη δουλεία, την πελατειακή σχέση, τη συγκράτηση και απώθηση των συναισθημάτων), οι οποίες ουσιαστικά βασίζονται στην αρπακτικότητα, το χρήμα, την εξουσία και αυτόν τον διαχωρισμό από το είναι, απ' όπου πηγάζουν ο φόβος, το μίσος και η περιφρόνηση του άλλου. Στη σκιά των μέσων ενημέρωσης που την αγνοούν κατ' επάγγελμα, μια ζωντανή κοινωνία οικοδομείται παράνομα κάτω από τη βαρβαρότητα και τα ερείπια του παλαιού κόσμου. Δεν είναι ανώφελο να δείξουμε με ποιο τρόπο εκδηλώνεται και πώς θα προχωρήσει. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Raoul Vaneigem (born 1934) is a Belgian writer and philosopher. He was born in Lessines (Hainaut, Belgium). After studying romance philology at the Free University of Brussels (now split into the Université Libre de Bruxelles and the Vrije Universiteit Brussel) from 1952 to 1956, he participated in the Situationist International from 1961 to 1970. He currently resides in Belgium and is the father of four children.
Vaneigem and Guy Debord were the two principal theoreticians of the Situationist movement. Although Debord was the more disciplined thinker, Vaneigem's slogans frequently made it onto the walls of Paris during the May 1968 uprisings. His most famous book, and the one that contains the famous slogans, is The Revolution of Everyday Life (in French the title was more elaborate: Traité du savoir-vivre à l'usage des jeunes générations).
After leaving the Situationist movement Vaneigem wrote a series of polemical books defending the idea of a free and self-regulating social order. He frequently made use of pseudonyms, including "Julienne de Cherisy," "Robert Desessarts," "Jules-François Dupuis," "Tristan Hannaniel," "Anne de Launay," "Ratgeb," and "Michel Thorgal." Recently he has been an advocate of a new type of strike, in which service and transportation workers provide services for free and refuse to collect payment or fares.
From www.nothingness.org: "Along with Guy Debord, the voice of Raoul Vaneigem was one of the strongest of the Situationists. Counterpoised to Debord's political and polemic style, Vaneigem offered a more poetic and spirited prose. The Revolution of Everyday Life (Traité de savoir-vivre à l'usage des jeunes générations), published in the same year as The Society of the Spectacle, helped broaden and balance the presentation of the SI's theories and practices. One of the longest SI members, and frequent editor of the journal Internationale Situationniste, Vaneigem finally left the SI in November of 1970, citing their failures as well as his own in his letter of resignation. Soon after, Debord issued a typically scathing response denouncing both Vaneigem and his critique of the Situationist International."
O Vaneeigem γράφει αυτό το βιβλίο στην ηλικία των 70 χρονών και έχοντας περάσει την ζωή του μέσα στις συλλογικές προσπάθειες να καταστραφεί αυτό που περιέγραφαν οι Καταστασιακοί (όπου ήταν ιδρυτικό μέλος) ως ο διαχωρισμός της ζωής. Πολλά έχουν αλλάξει από τότε που η ριζοσπαστική ομάδα μέσα από τον θεωρητικό, πολιτικό και καλλιτεχνικό λόγο τους τροφοδότησαν τον Μάη του '68, και κυρίως μπορούμε να πούμε ότι κάποια πράγματα κατακτήθηκαν αλλά το γενικό κατεστημένο έγινε πιο σκληροπυρηνικό και οργανώθηκε πολύ καλύτερα από όλες τις προσπάθειες των νέων. Γράφοντας αυτό το δοκίμιο το 2011 έχει ζήσει την κρίση του χρηματοοικονομικού καπιταλισμού του 2008, οπότε υπό το πρίσμα αυτό οι σκέψεις του δεν μένουν στα δυναμικά χρόνια της νεότητας του. Στα 26 μικρά κεφάλαια περιγράφει με έναν αφηρημένο τρόπο (με την έννοια ότι δεν στέκεται σε λεπτομέρειες, σε ονόματα και γεγονότα) τα πράγματα που μας έφεραν στην κατάσταση που είμαστε και ιδέες για το πως «η υπέρβαση της επιβίωσης προϋποθέτει τη γέννηση ενός τρόπου ζωής». Συνεπώς οι προθέσεις του είναι να θέσει τις βάσεις για τις πραγματικές αξίες της ζωής κόντρα σε κάθε εξουσιαστική αξία που προωθεί το «κεντρικό αφήγημα». Σε όλο το βιβλίο διαφαίνεται η προσπάθεια του να μην γίνει ο γέρος που ξέρει τι να πει, («Να μην τολμήσει κανείς να σου δώσει εντολές!») αλλά από την άλλη οι ιδέες του ως αρκετά αφηρημένες δεν είναι δυνατόν να αναρπαχθούν και άρα αποφεύγει να γίνει αυτό που μισεί. Το μικρό βιβλίο συμπυκνώνει πολλά ζήτημα και μακάρι να μπορούσα να γράψω για όλα. Αισθάνομαι ότι ο στόχος του Vaneeigem μέσω της κριτικής στην αρχή (η παγίδα του ελεύθερου εμπορίου, η ψευδαίσθηση της καταναλωτικής ευημερίας, η κουλτούρα του τίποτα κ.α.) αλλά και της κριτικής σε πράγματα των αγωνιστικών τάσεων και της ιδεολογίας, (« […] Πως μπορούν ένοπλές ομάδες να θριαμβεύσουν επί μιας δικτατορίας, όταν έχουν διαποτιστεί από το στρατιωτικό πνεύμα;») φτάνει σε ένα συμπέρασμα: Στην γιορτινή κοινωνία (που πρέπει να είναι ο στόχος μας) όπου θα υπηρετούμε τον εαυτό μας υπηρετώντας τους άλλους, ο καθένας θα έχει την επιλογή να προσφέρει και να προσφέρεται χωρίς καμία θυσία όπου η αλληλεγγύη θα διαχέει τις μικρές χαρές της φιλικής γενναιοδωρίας, καμία πλειοψηφία δεν έχει την εξουσία να επιβάλει ένα διάταγμα επιζήμιο για τα συμφέροντα του ζωντανού. Κλείνοντας, ο Vaneeigem δείχνει το δρόμο για να την νίκη της ζωής και σημειώνει « για μεγάλο διάστημα η διαμαρτυρία αρέσκονται να βάζει φωτιά σ’ ένα σπίτι του οποίου η στέγη ήταν ήδη στις φλόγες. Πόσος χρόνος χρειάστηκε για να αντιληφθούμε επιτέλους ότι έπρεπε να εγκαταλείψουμε την κατοικία για να προσπαθήσουμε να οικοδομήσουμε μίαν άλλη , όπου οι φλόγες της χαράς θα ζέσταιναν τις καρδίες χωρίς να τις καίνε;». Ας γίνουμε λοιπόν «τα παιδία μιας αιωνίας άνοιξης»…