Τα κλειστά της μάτια τον ενθαρρύνουν. Στα χείλη της διαγράφεται ένα φιλικό ευφρόσυνο χαμόγελο. Απλώνει το χέρι του και δειλά το βάζει ανάμεσα στους μηρούς της. Το κεφάλι του πάει να εκραγεί. Το χέρι του προχωράει ψηλότερα, την ψαύει ολόκληρη. Χώνει το πρόσωπό του στο στήθος της. Η μυρουδιά της τον αναστατώνει. Προσπαθεί να της κατεβάσει το εσώρουχο χωρίς να τα καταφέρνει. Προσπαθεί επανειλημμένα αλλά χωρίς αποτέλεσμα, παρόλο που η ίδια τον ευκολύνει μετακινώντας το κορμί της. Η αγωνία του κορυφώνεται. Συνεπαρμένη από την ίδια αγωνία, η Γαλλίδα παραμερίζει βίαια το εσώρουχό της και το σκίζει. Στην κρίσιμη στιγμή η αποκάλυψη της σγουρής δασωμένης της ήβης τυφλώνει τον Νίκο. Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι που επικρατεί, δεν ακούγεται τίποτε άλλο εκτός από τη βροχή στα κεραμίδια. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Ο Θανάσης Βαλτινός (English: Thanassis Valtinos) γεννήθηκε το 1932 στο Καστρί Κυνουρίας. Στα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου η οικογένειά του μετακινήθηκε σε διάφορες πόλεις και ο Βαλτινός φοίτησε στα γυμνάσια Σπάρτης, Γυθείου και Τρίπολης. Παρακολούθησε μαθήματα στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Παντείου και σε σχολή κινηματογράφου. Μετά τη μεταπολίτευση ταξίδεψε στην Αγγλία, το Δυτικό Βερολίνο (με πρόσκληση της Deutsher Akademischer Austauschdienst) και τις Η.Π.Α. (με πρόσκληση του προγράμματος International Writing του πανεπιστημίου της Αϊόβα). Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1958 με τη βράβευση του διηγήματός του Κατακαλόκαιρο σε διαγωνισμό του περιοδικού Ταχυδρόμος.
Το 1963 δημοσίευσε στο περιοδικό Εποχές το αφήγημα Η κάθοδος των εννιά, έργο που κυκλοφόρησε και σε γερμανική μετάφραση το 1976. Το 1978 εκδόθηκε αυτοτελώς σε βιβλίο από τον Κέδρο.
Ασχολήθηκε επίσης με τη θεατρική γραφή και μετάφραση - συνεργάτης του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν -, καθώς και με το κινηματογραφικό σενάριο. Οι μεταφράσεις της τραγωδίας του Ευριπίδη Τρωαδίτισσες αλλά και της Ορέστειας του Αισχύλου παρουσιάστηκαν από το Θέατρο Τέχνης στα Επιδαύρια (1979-1980), σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν.
Από το 1974 ως το 1975 έζησε στο Δυτικό Βερολίνο και το 1976 στις Η.Π.Α., προσκεκλημένος αντίστοιχα από την Deutscher Akademischer Austauschdienst και το International Writing Program.
Διετέλεσε γενικός διευθυντής της Ε.Ρ.Τ. (1989-1990) και πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου. Είναι τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών (Akademia Scientiarum et Artium Europaea), του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου, της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων και της Εταιρείας Συγγραφέων, της οποίας υπήρξε πρόεδρος επί πέντε θητείες.
Έχει τιμηθεί με το βραβείο σεναρίου στο Φεστιβάλ Καννών για την ταινία Ταξίδι στα Κύθηρα (1984) και με το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος για το βιβλίο του Στοιχεία για τη δεκαετία του ΄60 (1990), με το διεθνές βραβείο Καβάφη (2001) και το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών Πέτρος Χάρης (2002). Το 2002 του απενεμήθη ο χρυσός σταυρός του Τάγματος της Τιμής της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Το 2012 απονεμήθηκε στο Βαλτινό για το σύνολο του έργου του το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων από τη Διεύθυνση Γραμμάτων της Γενικής Διεύθυνσης Σύγχρονου Πολιτισμού του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού.
Ο πρόσφατα αυτός αποθανών συγγραφέας υπήρξε σπουδαίος. Κι εγώ άργησα να τον συμπεριλάβω στα αναγνώσματά μου. Υπήρξα ασυγχώρητος. Κάθε σελίδα μια ομορφιά.
Ειρωνεία: ενώ ο καθένας μας παραμένει ταμπουρωμένος στον δικό του κόσμο, στο μικροκλίμα των συνθηκών που διαμορφώνουν την καθημερινότητά του, όταν αποπειράται να διαβάσει ένα κείμενο μυθοπλασίας, που για ποικίλους λόγους ο συγγραφέας του αποπνέει σοβαρότητα, δεν διαβάζει το κείμενο. Δεν το διαβάζει δηλαδή με το δικό του βλέμμα, χωρίς παρακαταθήκες· προσπαθεί να ταιριάξει το έργο στις προκατασκευασμένες πεποιθήσεις που έχει για τον συγγραφέα. Αρνείται να διαβάσει αυτό που του προτείνει ο συγγραφέας και επιμένει να προσπαθεί να αποστάξει σοβαρότητα. Πού καταλήγει; Μα φυσικά στη σοβαροφάνεια.
Παράδειγμα: «Αρχίζει ένα άγριο παιχνίδι πάνω στα θρανία, με ουρλιαχτά και με το κοριτσίστικο σλιπάκι να πετιέται από χέρι σε χέρι. Κάποιο τζάμι σπάει. Ύστερα στην πόρτα παρουσιάζεται ο γυμνασιάρχης. Πίσω του, καθηγητές ξεσηκωμένοι από τον σαματά. Πριν καν καταλαβει τι τρέχει, ο γυμνασιάρχης νιώθει ένα κομμάτι πανί να τον χτυπάει στο πρόσωπο. Προλαβαίνει και το πιάνει πριν πέσει κάτω. Τα αφηνιασμένα αγόρια κοκαλώνουν. Έκπληκτος μέσα στη σιωπή τους ο γυμνασιάρχης διαπιστώνει τι κρατάει στα χέρια του. Με κάποια αμηχανία γυρίζει και το δείχνει στους άλλους πίσω του» (σελ. 114). Στο σημείο αυτό τελειώνει το υποκεφάλαιο· στην αρχή του επομένου διαβάζουμε: «Υποστολή σημαίας. Δύση του ήλιου. Οι τελευταίες ψυχρές ακτίνες ακροζυγιάζονται στην κορυφή του μαρμάρινου καμπαναριού της Μητρόπολης» (σελ. 115). Παρότι σας έχω ήδη προϊδεάσει, βλέπετε ότι το «κοριτσίστικο σλιπάκι» και το «ένα κομμάτι πανί» στέκουν συμβολικά/συμπληρωματικά απέναντι στη «σημαία»; Βλέπετε ότι ο Βαλτινός σηκώνει μπαϊράκι στην άτυπη επικράτεια των «αφηνιασμένων αγοριών» με σημαία το «κοριτσίστικο σλιπάκι»; Επιτρέπετε στον εαυτό σας να χαμογελάσει ή στον Βαλτινό αναζητάτε μόνο υψηλά νοήματα;
Είναι το τελευταίο βιβλίο του Θανάση Βαλτινού «μια απ’ τα ίδια»; Είναι δηλαδή ένα ξεθυμασμένο αναμάσημα της θεματικής –«θάνατος και λαγνεία»– που διαπνέει όλο του το έργο; Ή είναι κάτι ρηξικέλευθο που θα ταράξει τα εκδοτικά δρώμενα; Η ειλικρινής απάντηση και στα δύο αυτά ερωτήματα είναι ένα στιβαρό «όχι». Το Νέα Σελήνη - Ημέρα πρώτη (εφεξής ΝΣ) είναι, για κάποιον που είναι ήδη εξοικειωμένος με τον συγγραφέα, μια ακόμη ψηφίδα που συμπληρώνει το έργο του, αλλά είναι και μια πρώτης τάξης εισαγωγή στο έργο του για κάποιον που δεν έχει διαβάσει ποτέ Βαλτινό. Ο Κωστής Δανόπουλος, που έχει κάνει και τη φιλολογική επιμέλεια, έχει γράψει μια κατατοπιστική ανάλυση (θα τη βρείτε εδώ). Παραλλαγές της συγκεκριμένης κυκλοφορούν και σε άλλα μέσα, από άλλους συντάκτες. Εγώ θα σας μεταφέρω μια ανάγνωση που αποκλίνει από αυτή την ανάλυση. Πρώτα όμως τα εισαγωγικά: Πού ανήκει ειδολογικά το συγκεκριμένο έργο; Είναι μυθιστόρημα; Νουβέλα; Μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα; Εγώ το διάβασα ως θραύσμα· μέρος της εκτεταμένης συλλογής θραυσμάτων που κατασκευάζει μεθοδικά ο Βαλτινός σε όλη του τη δημιουργική πορεία. Το ΝΣ είναι όμως ένα ιδιαίτερο θραύσμα. Σε σχέση με το πρώτο και πρωτόλειο βιβλίο κάποιου νεόκοπου συγγραφέα που έχει πλιατσικολογήσει όλη του τη ζωή για να παραγάγει ένα έργο μυθοπλασίας, το ΝΣ στέκει ακριβώς στον αντίποδα: είναι πέρα ως πέρα μια κατασκευή που εδράζεται στη σταχυολογημένη “πραγματικότητα” του δημιουργού όπως εκείνος την έχει επιβάλλει τόσο στο αναγνωστικό και κριτικό κοινό του όσο και στον εαυτό του. Ο Βαλτινός είναι πρωτίστως τα μυθεύματά του: δεινός κατασκευαστής πολυσημιών, παρηχήσεων, αντηχήσεων, κατοπτρισμών, αλλά και γνήσιων στοχασμών που, τουλάχιστον για κάποιους από εμάς, αναφύονται μέσα στο έργο του με επώδυνη αμεσότητα, αλλά συνάμα με χάρη και αφοπλιστική φυσικότητα. Χάρη και φυσικότητα· το έργο τού Βαλτινού συνιστά το λογοτεχνικό ισοδύναμο φυσικού φαινομένου: απολιθώματος ίσως ή νέφους. Τι θέλω να πω; Το βαλτινό έργο χαρακτηρίζεται από τη στιβαρότητα του απολιθώματος, είναι κάτι σμιλεμένο και συμπυκνωμένο που αποτυπώνεται έκτυπα σαν πέτρωμα, αλλά είναι ταυτόχρονα και κάτι ελάσιμο, σε στιγμές πιθανώς και αέρινο, που διαθέτει και την ελαφράδα του σύννεφου, που μπορεί τώρα να σημαίνει αυτό και σε λίγο το άλλο. Επειδή όμως αυτού του είδους οι παρλάτες είναι φθηνές, και εύκολα γλιστρούν στην αδολεσχία, θα περάσω στο κείμενο.
Ένα σενάριο, το οποίο με μια μικρή επεξεργασία έχει πλασαριστεί σαν νουβέλα. Δεν είναι κακό, έχει εικόνες, αλλά δεν παύει να είναι ένα ημιτελές έργο, καθότι το σενάριο ολοκληρώνεται όταν μεταφερθεί στο πανί και μιλήσει ο και σκηνοθέτης, δημιουργώντας κι αυτός ό,τι του αναλογεί. Η υπόθεση είναι διαχρονική: έφηβοι που ανακαλύπτουν τις ορμές τους, ή καλύτερα, που ψάχνουν τρόπο για να τις εκτονώσουν. Κι όλα αυτά μέσα στον εμφύλιο, όπου ο θάνατος πάει πλάι πλάι με τον έρωτα. Και στο τέλος, ο έρωτας νικά. Αν δεν έχετε διαβάσει Βαλτινό ίσως δεν είναι το καλύτερο έργο του για να τον γνωρίσετε.