Γεμάτος νοσταλγία για τον χαμένο του παράδεισο, ο Κόντογλου περιγράφει μέρη, ανθρώπους και καταστάσεις, γεμίζοντας και τον αναγνώστη με νοσταλγία για ένα μέρος που δεν έζησε, για ανθρώπους που δεν γνώρισε, για έναν τρόπο ζωής που χάθηκε ανεπιστρεπτί. Η γραφή του, πλούσια και γεμάτη εκφραστικότητα αλλά απέριττη και μεστή, ξεκουράζει και γαληνεύει την ψυχή.
Σ΄αυτό εδώ το απόσπασμα περιγράφει τους ανθρώπους του καιρού του:
"Προ λίγα χρόνια ακόμα μπορούσες να βρεις εκεί μέσα από κείνη τη γενεά των αρχαίων ανθρώπων, που δεν υπάρχουνε σε άλλα μέρη, σαν κι αυτούς που διαβάζουμε στις ιστορίες των παλαιών Ελλήνων, και που τις συνταιριάξανε ο γερο-Όμηρος, ο Ησίοδος, ο Ηρόδοτος, ο Θεόκριτος, καθώς και στην Παλαιά Διαθήκη. Ήτανε αρχαίοι Έλληνες μαζί και Ανατολίτες χριστιανοί, πράοι και αθώοι ανθρώποι. Σα να τους απόκλεισε η φύση σε εκείνο το βλογημένο στενοθάλασσο, κι απομείνανε όπως βρεθήκανε πριν από χιλιάδες χρόνια, ίδιοι κι απαράλλαχτοι, από τότες που ήτανε ειδωλολάτρες και πιστεύανε στα ξύλα, στ' άστρα και στα δέντρα.
Μα το παράδοξο είναι πως δεν ήτανε άγριοι, πονηροί και μοβόροι, μαχαιροβγάλτες και ακοινώνητοι. Σαν παιδιά αγαπούσανε τις ιστορίες, όλα τα πιστεύανε, καλοσύνη είχανε στην καρδιά τους. Βαστούσανε στο χωριό σπίτια μ΄όλη την τάξη. Κλέφτες δεν ήτανε, ψέματα δε λέγανε, τη δουλειά την αγαπούσανε, τον ξένο σαν αδερφό τους τον είχανε. Και τούτο, επειδή ζούσανε με μεγάλη απλότητα κ΄ήτανε φχαριστημένοι με λίγα πράματα, και δε χρειαζόντανε μηδέ το ψέμα, μηδέ την κλεψιά, μηδέ το σκοτωμό, για να πληθύνουνε την καλοπέρασή τους. Την πείνα όμως δεν την ξέρανε, γιατί η μεγάλη στεριά, που τους γέννησε, δεν άφηνε κανένα νηστικόν και παραπονεμένον, η βλογημένη Ανατολή, που βγάζει πολύ και γλυκό ψωμί, και κάθε λογής πράμα, μέλι, γάλα, λάδι κι ό,τι άλλο χρειάζεται για ζωοθροφία του ανθρώπου, δίχως μάταια πράματα. Όπως η γης έθρεφε κάθε λογής προκομμένο δέντρο, η θάλασσα έθρεφε ψάρια πού ΄χανε την ιδιαίτερη νοστιμάδα πόχει κάθε τι που βγάζει κείνη η βλογημένη πλάση, άγρια και ήμερα.
Αλλά κ΄οι ανθρώποι δεν ήτανε πλεονέχτες, ο πλούσιος έδινε στον πιο φτωχό, κι ο φτωχός δεν ήθελε σώνει και καλά ν΄ανεβεί απάνου από τον άλλον, δε λίμαζε, δεν τον έτρωγε η ζηλοφθόνια, ούτε ο νους του ήτανε όλο στο κέρδος, μόνο πέρναγε η ζωή τους με ειρήνη βαθειά, κι ο Θεός τους βλογούσε από πάνου. [...]
Τα παλληκάρια βοηθούσανε τους πατεράδες τους, υποταχτικά, καλά παιδιά, και δε λέγανε πολλά λόγια. Πρώτα μιλούσανε πάντα οι γέροι, κ΄ύστερα οι νιοι. Οι γέροι σιγομιλούσανε, κουβεντιάζανε όλο με παροιμίες, γιατί οι κολασμένοι κ΄οι καταραμένοι βιάζουνται. Ο χαιρετισμός τους ήτανε: "Ώρα καλή!"-"Πολλά τα έτη!"-"Χαιρετίσματα!" ή "Προσκυνήματα!"-"Μετά χαράς!"
Είχανε κ' ένα δικαστήριο αναμεταξύ τους, ό,τι διαφορά είχανε οι νιώτεροι, την κρίνανε οι γέροι, συμβουλεύοντάς τους και ταχτοποιώντας τους με την ορμήνεια, ήσυχα, δίχως οχλοβοή.[...]
Λίγο ως πολύ, όλοι τους όμορφα κι ασυνήθιστα μιλούσανε, σα ζωγραφιές ήτανε τα λόγια τους, μα ήτανε και κάτι γέροι ανάμεσά τους, που η ομιλία έβγαινε από το στόμα τους κι από το μέλι γλυκύτερη, όπως λέγει ο γερο-Όμηρος. Αυτοί σταθήκανε οι δασκάλοι μου.[...]
Μακάριοι ανθρώποι, σαν τους λεγόμενους Λωτοφάγους, δεν τους μόλεψε η πλεονεξία κ΄η περηφάνια. Για τούτο θα μπορούσανε να δανείσουνε ευτυχία σε βασιλιάδες, σε βεζιράδες και σε ανθρώπους που τους τρέμει ο κόσμος".