«Αγάπησα αυτά τα παιδιά κι εκείνα με πρόδωσαν. Με μίσησαν. Με θεώρησαν εχθρό τους. Μπορώ να καταλάβω το μίσος όλων των άλλων, αλλά όχι το δικό τους. Τα ρωτούσαν οι δημοσιογράφοι αν θα μπορούσαν ποτέ να με συγχωρήσουν. Να με συγχωρήσουν! «Ναι», είπε ο Χάρης. Κι η Κορίνα κούνησε αμέσως κι εκείνη το κεφάλι της συμφωνώντας. Θα μ' έχουν συγχωρήσει πια λοιπόν, φαντάζομαι... Μάλιστα. Όπως κι εγώ αυτά. Όπως κι εσύ εμένα, ελπίζω. Όχι γιατί έκανα ό,τι έκανα· γιατί κηλίδωσα το όνομά σου.»
Vangelis Hatziyannidis is a Greek novelist and playwright. He was born in Serres in northern Greece. A graduate of the University of Athens, he went to acting school and worked as an actor for a number of years before turning to writing plays.
«Ο Φρέντυ είχε μια δικιά του θεωρία για τον έρωτα. Με την απλοϊκότητα της σκέψης του μού την ανέπτυξε, την εποχή που ακόμα μιλούσαμε δηλαδή. Αυτός λοιπόν πίστευε πως έρωτας δεν είναι τίποτε περισσότερο από τον πειρασμό που νιώθεις να μπεις στη ζωή του άλλου και να την καταστρέψεις, να την κάνεις σμπαράλια. Κι ενώ οι ίδιοι οι ερωτευμένοι μπορεί να ισχυρίζονται το αντίθετο, ότι δηλαδή θέλουν να κάνουν τη ζωή του αγαπημένου τους παραδεισένια, στο μόνο που αποσκοπούν είναι η παντελής διάλυσή της. Ώστε να έρθουν ύστερα οι ίδιοι και να θρονιαστούν άρχοντες πάνω στα συντρίμμια της.»
Αργά αργά στάζει η ωραία γραφή του Β.Χατζηγιαννιδη και τι να πεις; Το όνομα του είναι από μόνο του εγγύηση πως δεν θα διαβάσεις ποτέ κάτι βαρετό. Κενταει εργόχειρο και κερδίζει.
«Ήταν τέλος καλοκαιριού. Σε λίγες μέρες, μπορεί και την αμέσως επομένη, θα φεύγαμε από το λατρεμένο σου σπιτάκι στην άκρη του λόφου, θα γυρνούσαμε πίσω στην έδρα μας, το βραχνό γρανάζι του σχολείου θα έπαιρνε μπρος ξανά. Τότε λοιπόν, σε μια από τις τελευταίες μου βόλτες στα απέναντι ξεροχώραφα, εκείνες τις βόλτες που δεν καλόβλεπες καθόλου και που αν ήσουν λίγο πιο αυστηρός θα μου τις είχες απαγορεύσει, πρωτίστως για το φόβο των φιδιών, βρήκα εγώ το σκουριασμένο πέταλο. Ήξερα πως το πέταλο είναι γούρι και δεν υπήρχε περίπτωση να μην το πάρω μαζί μου. Σηκώνοντάς το είδα ένα πλήθος ζωύφια λουφαγμένα από κάτω, άλλα ψόφια, άλλα ημιθανή. Ύστερα έκανα κάτι που μου φάνηκε ακόμα και την ίδια εκείνη στιγμή αδιανόητο, έβγαλα τη γλώσσα κι έγλειψα την άκρη του, θέλησα να δοκιμάσω τη γεύση της σκουριάς» (σσ. 10-11, δεν έχω διατηρήσει το πολυτονικό της έκδοσης).
Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης (Σέρρες, 1967) κατασκευάζει ένα παραμύθι που υποτίθεται ότι υπαινίσσεται μια αναλογία προς το θεϊκό. Ο πατέρας, μας λέει, φοβόταν τα φίδια αλλά τελικά το φίδι ήταν το ίδιο το παιδί όπως υποδεικνύεται τόσο εύγλωττα με τη φιδίσια κίνηση της γλώσσας του.
Ένα γράμμα στον πατέρα με τη γνώριμη γραφή του Χ. που σε πιάνει από τη πρώτη πρόταση και δε σε αφήνει να πάρεις ανάσα. Εξαιρετικό, όπως όλα τα δικά του που έχω διαβάσει.