Στην εποχή του Μεσαίωνα οι λογικοί και σώφρονες άνθρωποι των πόλεων στοιβάζαν τους ψυχικά διαταραγμένους ή λοξούς σε μεγάλα ξύλινα καράβια χωρίς κουπιά και τους άφηναν να περιφέρονται ακυβέρνητοι στις θάλασσες.
Οι πρωταγωνιστές των νέων διηγημάτων του Ανδρέα Νικολακόπουλου δεν ζουν στο Μεσαίωνα. Βρισκόμενοι όμως στη θάλασσα, στα βουνά, σε δάση, σε πόλεις, σε τρένα, σε πανεπιστημιακά εργαστήρια, ανάμεσα στα σύννεφα, απέκτησαν και οι ίδιοι την παλιά εκείνη λοξή ματιά. Η διαφορά είναι πως δεν φτιάχνονται πια μεγάλα ξύλινα καράβια.
Ο Ανδρέας Νικολακόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1983. Εργάζεται ως σεφ σε εστιατόρια της Ελλάδας και του εξωτερικού. Μοιράζει τη ζωή του μεταξύ Αθήνας και Λονδίνου.
Η πρώτη του συλλογή διηγημάτων, Μάκινα (Εκδόσεις Ηδύφωνο), εκδόθηκε το 2019. Η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του, Αποδοχή κληρονομιάς, εκδόθηκε το 2020 (Εκδόσεις Ίκαρος) και ήταν στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας / Διηγήματος – Νουβέλας, καθώς και για το Βραβείο Διηγήματος – Νουβέλας του λογοτεχνικού περιοδικού Ο Αναγνώστης και στη μακρά λίστα για το Βραβείο Πεζογραφίας 2021 του περιοδικού Κλεψύδρα. Η τρίτη του συλλογή διηγημάτων, Σάλτος, εκδόθηκε το 2022 (Εκδόσεις Ίκαρος) και ήταν στη βραχεία λίστα για το βραβείο Πεζογραφίας της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης 2022, καθώς και στη μακρά λίστα των βραβείων του Περιοδικού Χάρτης 2022.
"Τρελο έλεγαν εμένα εκείνοι. Εκείνοι που έσπρωχναν τα αθώα ζώα στα χαη και στα γκρεμνα χωρίς αιτία. Τρελο έλεγαν εμένα εκείνοι που δεν αισθάνονταν υποχρέωση στο μουλάρι που τους κουβαλούσε με τα αναθεματισμενα παιδιά τους και μαζί με τα αβασταχτα φορτωματα τους χωρίς παράπονο ζαλωμενο χρόνια και το προδιδαν έτσι σκληροκαρδα, αρνούμενοι να του χαρίσουν ένα ήρεμο τέλος με θάνατο σε ύπνο μεσημβρινό με δροσερό αέρα."
Τα διηγήματα του Νικολακοπουλου είναι από αλλού φερμένα και μιλάνε κατευθείαν στην καρδιά. Όχι μόνο για την εξαιρετική χρήση της γλώσσας και των λέξεων που επιλέγει, αλλά κυρίως γιατί κάνει τους παρεισακτους, σαλταρισμενους ήρωες του, πιο λογικούς από όσους έχουν σωας τα φρενας. Και αυτό θέλει τρομερό ταλέντο. Να το διαβάσετε.
Μετά την κριτική μου για το Φλόρενς Μπλαντ διάφορα άτομα με προέτρεψαν ενθουσιωδώς να διαβασω το συγκεκριμένο βιβλίο τάχα ως δειγμα καλής γραφής από τον συγγραφέα του αρκετά κακογραμμένου προαναφερόμενου μυθιστορήματος. Απέφευγα για μήνες να υποκύψω σε αυτές τις παραινέσεις για δύο λόγους: Πρώτον, διότι ο αγελαίος ενθουσιασμός για ένα βιβλίο, είναι συχνά αναίτιος (όχι πάντα, αλλά σε μεγάλο βαθμό) και δεύτερον επειδή τα ελαττώματα που διέκρινα στο Φλορενς Μπλαντ ήταν κυρίως -και πέρα από όλες τις υπόλοιπες αβλεψίες- υφολογικά, με τέτοιον τρόπο που δείχνουν πως ο συγγραφέας έτσι έχει μάθει να γράφει και δεν πρόκειται απλώς για ένα μεμονωμένο κακό έργο. Η συγκεκριμένη υποψία μου επιβεβαιώθηκε με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης του Σάλτου. Οι υφολογικές αδυναμίες, ο λεκτικός υπερβολισμός, η αποτυχία να χειριστεί ο συγγραφέας με σύνεση το υλικό του, αποδεικνύονται περίτρανα και στη συγκεκριμένη συλλογή. Η διαφορά με το Φλόρενς Μπλαντ είναι ότι ο Σάλτος, όντας συλλογή διηγημάτων καταφέρνει να κρύψει καλύτερα τα συγκεκριμένα ελαττώματα. Σε μια σύγκριση μεταξύ των δύο βιβλίων βέβαια, ο Σάλτος είναι εμφανώς καλύτερο δείγμα γραφής, χωρίς ωστόσο να καταφέρνει να αναχθεί ως πόνημα σε καλή λογοτεχνία.
Κατά τη γνώμη μου ο Ανδρέας Νικολακόπουλος είναι το είδος του συγγραφέα που μιμείται. Αφήνεται στην ευκολία της επιφάνειας, στην απλούστευση της διήγησης μέσα από ανεδαφικές φαντασμαγορίες και φαινομενικά συμπαγείς φράσεις, με χωρία που σε ενα άμαθο αυτί μπορεί να ακουστούν ακόμα και "ωραία" κρύβοντας την πραγματικότητα, δηλαδή το αφελές και καρικατούρικο γράψιμό του. Η επιλογή ορισμένων λέξεων, οι περιγραφές και όλο το στήσιμο των έργων του παραπέμπουν μάλλον σε λογοτεχνική μίμηση παρά σε λογοτεχνία.
Ύστερα είναι και η επιλογή της θεματολογίας του. Ο Ανδρέας Νικολακόπουλος, όπως και άλλοι του είδους, θεωρούν πως αυτή η επαναστροφή σε παλιακά λογοτεχνικά είδη, η διήγηση για πειρατές/σκελετούς/μάχες η μίμηση της λογοτεχνίας του τρόμου, οι φανερές επιρροές τους, μπορούν να σταθούν ως καλή λογοτεχνία, ως κάτι αξιοανάγνωστο. Το αποτέλεσμα όμως καταλήγει να τους διαψεύδει. Τα περισσότερα διηγήματα παρά τις αξιώσεις του δημιουργού τους, επιπλέουν ψεύτικα, δεν σε παρασύρουν ποτέ στον παλμικό βυθό μιας ιστορίας, διακρίνεται πανταχού παρούσα η ασίγαστη προσπάθεια του συγγραφέα να φανεί, τον βρίσκουμε παντού μέσα στις γραμμές, την έρευνά του στην wikipedia, την ανάγκη του να αναδειχτεί ως γνώστης της Ιστορίας, τις απόψεις του, τα λάθη του, τις προθέσεις του. Ο Σάλτος είναι ένας ανοιχτός χάρτης της απουσίας συγγραφικής μεθόδου και πειθαρχίας από τον Νικολακόπουλο.
Το σοβαρό αυτό πρόβλημα επεκτείνεται και λεξικολογικά. Είναι φανερό πως σε πολλά σημεία ο συγγραφέας πάσχισε να βρει συνώνυμα έτσι που οι παραγόμενες φράσεις ηχούν εντελώς αφύσικα και παράξενα στη ροή του βιβλίου. Για παράδειγμα, σε μια υποτίθεται δραματική σκηνή, στο δεύτερο διήγημα της συλλογής με τίτλο "Οι κόρες της Αιθάλης" , όταν κηδεύεται το βιασμένο κορίτσι, ο Νικολακόπουλος αντί να βασιστεί στο βάρος της φυσικής δραματικότητας των αφηγούμενων γεγονότων φορτώνει το κείμενο με άκαιρες και φανφαρώδεις για τη σκηνή λέξεις που βρήκε στο wiki λεξικό ("Εκείνη ήταν η θρυαλλίδα της υποκρισίας και η στιγμή που η μάνα του κοριτσιού σαν να συνήλθε από τη ζάλη της" ) Ο συγγραφέας και οι φαν του φαίνεται να θεωρούν σπουδαία λογοτεχνία το κενόστοχο λεξιλόγιο, το οποιο γίνεται φανερό ότι συγγραφέας χρησιμοποιεί για πρώτη φορά από συνώνυμα λέξεων που βρήκε λίγο πριν πληκτρολογήσει τις φράσεις : "βάδιζαν στο νεκροταφείο ενεοί και κεχηνότες" . Τι ακριβως κερδιζει το αναγνωστικο υποκείμενο με τετοιες λεκτικες ακροβασιες;
Αλλες λέξεις βέβαια δεν βγάζουν έστω κάποιο υποτυπώδες νόημα και φαίνεται να τις πετάει ο συγγραφέας εντός του κειμένου επειδή πιστεύει ότι αυτό του προσδίδει κάποιο ύφος ενώ στην πραγματικότητα καταντά την αφήγηση, σε αρκετές στιγμές, φαιδρή :"Τότε είναι που ξεκινούσαν οι καπνοί να ανεβαίνουν σε δεκάδες μαύρες στήλες προς τον ουρανό, κάνοντας το νησί αόρατο από ψηλά και τα ασβόλωτα (?) κορμιά να στέκονται λιβακωμένα μπροστά από τις πυρακτωμένες, αυτοσχέδιες και μαύρες πυραμίδες" . Τα πραγματα γινονται χειροτερα οταν ο συγγραφέας πραττει το ιδιο με ρήματα που βρήκε βιαστικά σε λεξικό και που δεν έχουν καμία απολύτως χρησιμότητα εντός της φράσης: "Καλόσκαρμες μπρατσέρες από εποχές αλλοτινές, πελεκημένες από σκαρπελα αμαζόνων που νείρονταν (σημείωση: το ρήμα νείρομαι σημαίνει επιθυμώ και ουδεμία δουλειά έχει στην παρούσα φράση) επιτέλους την λαχταριστή θυληγερσία (?) ενάντια στην υποδούλωση, στην υποτέλεια και στην υποταγή"
Παρά τις λίγες περιστασιακά καλές στιγμές σε ορισμένα διηγήματα, το σύνολο σχηματίζεται ερασιτεχνικό, φλύαρο και ντροπιαστικά υπερφίαλο. Για ακόμα μία φορά ο συγγραφέας καταφεύγει σε φωσκολικές περιγραφές που αγγίζουν τα όρια του γελοίου: (σελ 42) "Γυμνά κορμιά πάλευαν μεθυσμένα από ηδονή ανάμεσα σε μαύρη σκόνη, αίμα, στάχτες και σωματικά υγρά (το έχει αποδώσει καλύτερα ο Ρουβάς στο Αίμα, Δάκρυα και Ιδρώτας), κάνοντας στήθη βαριά και καπούλια μαλακά που μπλέκονταν εναλλάξ ψαλιδωτά να παφλάζουν μια αυτά και μια τα κύματα της θάλασσας σε μουσκεμένα ανταριασμένη εναλλαγή" "Στο θολωμένο χάσιμο του άγριου πελάγους", "νεόχτιστο πέτρινο κάστρο που κυκλωνόταν από τα μαύρα σύννεφα της δόξας"
Φυσικά και στην παρούσα συλλογή, συναντάμε το κακό συνήθειο της επανάληψης της τελευταίας λέξης της προηγούμενης πρότασης στην καινούργια, στην απελπισμένη προσπάθεια του συγγραφέα να μιμηθεί μια υποτυπώδη συνοχή στην αφήγηση, κάνοντας το ρυθμό του κειμένου να σπάει. Δίνω μερικά παραδείγματα, υπάρχουν πολλά ακόμα στο κείμενο: "(...) δεν θα έβλεπες τίποτα από ένα μαύρο σύννεφο (...) Ένα σύννεφο που αν μπορούσες να το μυρίσεις (??) θα πέρναγε μέσα σου μία (...)", "(...) είχε περίπου χίλιους κατοίκους με τις περισσότερες γυναίκες. Γυναίκες που συμμετείχαν σε όλες τις δουλειές σαν άντρες", "Ο μεγάλος καυγάς έληξε με νίκη των θηλυκών. Ένας καυγάς που πια είχε μετουσιωθεί", "Στο πρώτο θρανίο με τον φίλο μου τον Σπύρο. Τον Σπύρο που μαζί σχηματίζαμε το καλύτερο δίδυμο"
Το διήγημα οι Κόρες της Αιθάλης είναι κατά τη γνώμη μου το χειρότερο της συλλογής για πολλούς λογους. Στο μεγαλύτερο μέρος του ο συγγραφέας καταφέρνει να κοροϊδέψει τον μην εκπαιδευμένο αναγνώστη και να τον ζαλίσει με εντελώς άχρηστες, αντιρυθμικές και χωρίς λογοτεχνικότητα λίστες για είδη πλοίων και είδη όπλων. Παράγραφοι επί παραγράφων που συνεχίζει το ίδιο ακριβώς μοτίβο χωρίς να συνεισφέρει σε τίποτα στην γενικότερη εικόνα: "Τα σφυρηλατημένα δαμασκηνά σπαθιά ξεκρεμάστηκαν από τους οπλοβαστούς, τα μπροντόγεμα μακρυμούτσουνα τουφέκια και οι σκαλιστές πιστόλες με τα χαλύβδηνα κοκοράκια ξεκαπνίστηκαν", "Μαλτέζικες γαλέρες με μαύρα θανατερά φλάμπουρα, τετράλμπουρες καραβέλες με αμέτρητες σειρές από πευκόμορφα κουπιά, λιβυρίδες φορτωμένες (...), κορβέτες χρυσαφόξυλες (sic) με πλουμιστά σκαριά, καταδρομικές φελούκες τρίστιες νάβες (...)" Φυσικά σε αυτές τις σκηνές τα πηδάλια πάντα στρίβουν "μανιασμένα", τα πλοιάρια ζυγώνουν "ανταριασμένα", τα κανόνια "βροντάνε" , και τα "ραπίσματα του αέρα δέρνουν τα πλευρικά" των καραβιών.
Νοηματικά στο συγκεκριμένο διήγημα τα πράγματα είναι σαφώς χειρότερα και από την προαναφέρομενη κακή πρόζα. Ο συγγραφέας αναλώνεται σε μια τραβηγμένη ιστορία "αντιστροφής" έμφυλων ρόλων έτσι που ο αναγνώστης καταλήγει, εύλογα να αναρωτιέται, πού ακριβώς θέλει να καταλήξει ο Νικολακόπουλος; Είναι αυτό το διήγημα μια διδακτική, υποτίθεται, μεταφορά του συγγραφέα για τον φεμινισμό στο σήμερα; Αν ναι, πώς και αρεσε σε ατομα που προσδιοριζονται ως προσκειμενα στον φεμινισμο; Αναφέρω αυτό το αρκετά σαφές ενδεχόμενο γιατί το διήγημα καταλήγει σε μια ξεκάθαρη εκδικητική φαντασίωση εναντίων των γυναικών. Παραθετω χαρακτηριστικά μερικά παραδείγματα που ανευρίσκονται προς το τέλος του αφόρητου αυτού διηγ��ματος: "Οι αστεφάνωτες από ζυγό γυναίκες (...) βιάστηκαν και ξυλοκοπήθηκαν κατά συρροή", (σελ 49)" Οι παράνομες έγκυες (...) σταυρώθηκαν στα πατώματα και οι κοιλιές τους ανοίχτηκαν με πριονωτό μαχαίρι ξεπετώντας τα ασχημάτιστα επόμενα ορφανά από πατέρα κορίτσια που ξεσπλαχνίστηκαν κι εκείνα". Γενικά ο βιασμός είναι ένα συχνό μοτίβο σε πολλά από τα διηγήματα, καθώς και βασικό σημείο πλοκής στο Φλόρενς Μπλαντ, έτσι που καταλήγουμε αναμφίβολα να προβληματιστούμε για το τι υπονοεί ο συγγραφέας και ποιον σκοπό έχουν αυτές οι βίαιες σκηνές και γενικά όλη η βιαιοτητα που συναντάμε στις σελίδες του βιβλίου. Ο συγγραφέας φαίνεται να πιστεύει σε έναν επιστημονικά απαρχαιωμένο κοινωνικό δαρβινισμό, μια καλά κρυμμένη βίαιη φύση του ανθρώπου με βιολογικές βάσεις κάτι που καταλήγει σχεδόν να νομιμοποιει στα μάτια του αναγνώστη τη βία, αλλά που πρακτικά είναι εντελώς ανεδαφική και ανεπίκαιρη οπτική -για να μην πω προβληματική.
Άλλωστε και σε άλλο διήγημα (Μέλι με γάλα) βλέπουμε τον τύπο της εκδικητικής φαντασίωσης, στο οποίο μάλιστα η γυναίκα παρουσιάζεται μόνο ως αντικείμενο του αντρικού πόθου. Διαβάζουμε στο συγκεκριμένο διήγημα, στη σκηνή της γυναικοκτονίας: "Υστερα κατακρεούργησε τα στρογγυλά στήθια της και την έκανε να πληρώσει για εκείνη την μέρα που δεν πέταξε το νυφικό της να έρθει μαζί του".
Η Μοιραράκη πάντως είναι παρούσα και σε αυτή τη συλλογή σε σημειο που θα επρεπε να της αποδοθουν ποσοστα: "βαμμένο στο κίτρινο των Αζτέκων", "στο πράσινο της μέντας", "το πλαστικό περίβλημα του κουδουνιού σε χρώμα κόκκινο μαρόν", "με τη νέα πόρτα χρώματος γκρενά κρεμόταν ένας ξύλινος πίνακας στο χρώμα του κυπαρισσιού","Ένας μακρόστενος βεραμάν διάδρομος με λευκές και πορτοκαλί πλαστικές καρέκλες, "μια καρέκλα χρώματος ξεβαμένου ζαχαρί κοντά στο μπεζ ξεβαμμένο κρεβάτι, "φορώντας μια μάσκα απόχρωσης κοραλλί και τιρκουάζ", "τα πορτοκαλοκίτρινα από τις φλόγες μάτια τους", "ψευτοασημί" (?),"ερυθρό της κολάσεως" (χωρίς να μπορώ να μιλήσω με βεβαότητα, νομίζω πως πράγματι η Μοιραράκη έχει πουλήσει φλοκάτες με τέτοια περιγραφή χρώματος)
Όλο το βιβλίο διαθετει πληθώρα ασυνταξιών και εκφραστικά κακών επιλογών του συγγραφέα. Για παράδειγμα σε μία μόλις πρόταση χρησιμοποιειται πολλές φορές ως συνδετικός σύνδεσμος το "και" καταλήγοντας ο αφηγητής να ακούγεται σαν τον πρόεδρο του Εδεσσαϊκού στη γνωστή συνέντευξη.
Σχεδόν ολα τα διηγήματα έχουν ήρωες άνδρες, μοιάζει πάντα να μιλάει το ιδιο πρόσωπο και στις περισσότερες ιστορίες υπάρχει το στοιχείο κάποιας μυστικιστικής μεταφυσικής βλακείας, που μπορεί να πουλούσε τρεις δεκαετίες πριν, αλλά πλέον δεν στέκεται σε μια ιστορία. Ο Νικολακόπουλος αναπαράγει μέσα από τους ήρωες του πολλές βλαπτικές απόψεις (για παράδειγμα στη σελίδα 74 που συναντάμε δαιμονοποίηση των ψυχιατρικών φαρμάκων) και φαίνεται να επιβεβαιώνει, παρά να αναρει το στίγμα. Η έρευνα του είναι υποτυπώδης και σε αρκετά σημεία στοχευμένα θολή για να μην μπορεί να την διαψεύσει ο αναγνώστης. Ο λόγος για το παρολίγο νόμπελ χημείας, για παράδειγμα, σε ένα από τα διηγήματα φανερώνει την άγνοια του συγγραφέα για την γενετική και τη χημεία, αφού ο ήρωας παραλίγο να βραβευτεί με νόμπελ λόγω μιας εργασίας του "σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο τα κύτταρα αντιγράφουν γενετικές πληροφορίες που χρησιμοποιούνται στον οργανισμό" δηλαδή μια γενικόλογη αοριστία για κατι αυτονοητο. Αρκετά ιστορικά ασαφές είναι και το κείμενο του οπισθόφυλλου. Σε ποια εποχή του Μεσαίωνα τοποθετείται και σε ποια περιοχή; Μάλλον γράφεται σε μια προσπάθεια δημιουργίας ιστορικίζουσας ατμοσφαιρας που δεν επιβεβαιώνεται από το περιεχομένου του βιβλίου και στέκεται έτσι κι αλλιώς επιφανειακή ως πρόθεση.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό πως, δυστυχώς, ούτε με αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας καταφέρνει να αποποιηθεί τον τίτλο του Χίπστερ της γειτονιάς, που επάξια έχει κερδίσει.
Καθηλωτική η πρώτη μου επαφή με την πένα του Νικολακόπουλου. Μικρές και μεγαλύτερες ιστορίες διαστροφής, ψυχικής ασθένειας, κοινωνικής παθογένειας με τις απαραίτητες σταγόνες φαντασίας, ψυχεδέλειας και δοξασιών, με φόντο την ελληνική επαρχία, γίνονται ολοζώντανες μπροστά στα μάτι μας χάρις στην μαγική γραφή του συγγραφέα. Έχω να μαγευτώ τόσο πολύ από την πρώτη μου επαφή με συγγραφέα από βιβλίο του Μακρόπουλου. Ναι, θα κάνω αυτή την σύγκριση. Το βιβλίο είναι ένα διαμάντι και διαβάζεται μονορούφι, θέλοντας και μη. Αν περνάνε άνθρωποι από δίπλα μας και δεν σας κινούν καθόλου την περιέργεια, την επόμενη φορά αναρωτηθείτε πώς έφτασαν να περνούν από δίπλα σας, τι μπορεί να κουβαλάνε, τι τους έφτασε στο περιθώριο της ζωής. Όλα τα διηγήματα ήταν ένα και ένα αλλά ξεχωρίζω πιότερα τον "Σάλτο", τις "κόρες της αιθάλης", το "mon nox", "η άσφαλτος που καίει" και ο υπέρτατος "Υπερμολλογικός".
Η τρέλα πάει στα βουνά, λένε. Οι ψυχικά διαταραγμένοι ήρωες των δεκατριών ιστοριών αυτής της έκδοσης -με τον πολύ ταιριαστό τίτλο- αποδεικνύουν πως η τρέλα μπορεί να πάει -λίγο ή πολύ- παντού, στην Ελλάδα ή αλλού, ακολουθώντας σκοτεινά μονοπάτια.
Ο Νικολακόπουλος εμπιστεύεται τον μαγικό ρεαλισμό και ό,τι αυτός συνεπάγεται (φαντασία, παγανιστικές δοξασίες, θρύλοι, υποβλητική και μυστικιστική ατμόσφαιρα), παίζοντας (σε πολλά εισαγωγικά) με τον θάνατο και την ψυχική διαταραχή, και δεν χάνει. ΄Η πιο σωστά, έχει βρει τον τρόπο να χειρίζεται πολύ καλά τη γλώσσα, να χρησιμοποιεί σωστά τις λέξεις και να φτάνει στο επιθυμητό αποτέλεσμα -ένα άρτιο βιβλίο που σε καθηλώνει από την πρώτη παράγραφο μέχρι το τέλος.
Πολύ ζωντανές περιγραφές που σε ενεργοποιούν για να δημιουργήσεις εικόνες, ενώ κάποιες από αυτές είναι βίαιες και μάλλον (θα) τεστάρουν την αν(τ)οχή αρκετών αναγνωστών, χωρίς να σημαίνει ότι η πρόκληση είναι αυτοσκοπός για τον συγγραφέας.
Ενδιαφέρουσα περίπτωση ο Νικολακόπουλος και δεν θα μου κάνει αίσθηση να τον δω να γράφει μεγαλύτερης έκτασης κείμενα (ήδη, οι περισσότερες ιστορίες του είναι μακροσκελείς).
Η έννοια του Narrenschiff, του πλοίου όπου έβαζαν τον μεσαίωνα τους τρελούς έτσι ώστε να σχηματίζουν δικές τους πλωτές κοινωνίες, με έχει μαγέψει από όταν την πέτυχα για πρώτη φορά στην Ιστορία της τρέλας του Φουκώ, μιας και υπονοούσε την ύπαρξη μικρών αλλιώτικων κοινωνιών, αλαφροΐσκιωτων, έξω από τα στεγανά της κυρίαρχης πραγματικότητας. Το πρόσφατο βιβλίο του Ανδρέα Νικολακόπουλου, Σάλτος, αναφέρει στο οπισθόφυλλο πως οι πρωταγωνιστές των διηγημάτων του έχουν αποκτήσει εκείνη τη λοξή ματιά των διαταραγμένων, μα σημειώνει πως δεν φτιάχνονται πλέον αυτά τα ξύλινα πλοία των τρελών.
Στον πυρήνα των δεκατριών ιστοριών του Σάλτου βρίσκονται οι εντάσεις που αναπτύσσονται κατά την αλληλεπίδραση του ατόμου με την κοινωνία της οποίας έτυχε ν’ αποτελεί μέλος, οι συγκρούσεις ανάμεσα στις απαιτήσεις και τους ρόλους και την παρανοϊκή ανάσα της συλλογικής δομής επί της μονάδας, και το λοξό μονοπάτι της απόπειρας διαφυγής από το βαρυτικό πεδίο του εκάστοτε κοινωνικού συνόλου – μια βαρύτητα που εκτείνεται ακόμη και πέρα απ’ τον θάνατο, που αδράχνει ακόμη κι αυτόν που αναζητεί στην απομόνωση την ηρεμία του. Οι ήρωες κινούνται σε οριακούς τόπους (τρένα, ερημιές στην άκρη των οικισμών, ακαδημαϊκές εξεταστικές περιόδους, σε νησιά και στα πανταχού παρόντα βουνά) και λαχταράνε για απόδραση, για ένα σάλτο – έστω κι αν αυτό τείνει να καταλήγει τραγικά.
Η μαεστρία της γραφής του συγγραφέα ήταν φανερή από την Αποδοχή Κληρονομιάς· στον Σάλτο όμως εμφανίζεται ακόμη πιο βελτιωμένη και διανθισμένη, πιο έμπειρη: οργιαστικό εύρος λεξιλογίου (διέκοψα δεκάδες φορές την ανάγνωση για να αναζητήσω τη σημασία λέξεων), υφέρπουσα μελωδικότητα (σε μικρότερο και τελικά πιο λειτουργικό, θαρρώ, βαθμό από την Αποδοχή) και μια διάρθρωση λόγου που είναι ποιητική, πληθωρική και ενίοτε κάπως στρυφνή δομικά, μα καταφέρνει να μην γκρεμοτσακιστεί στο βάραθρο του επιτηδευμένου.
Θεματολογικά ο συγγραφέας αντλεί από το τοπίο, τον μύθο και από τις γοητευτικές πτυχές της ιστορίας και γεωγραφίας, και χρωματίζει με την παλέτα του ανοίκειου (χρησιμοποιώντας κατά κύριο λόγο διακριτικές πινελιές). Η ατμόσφαιρα που κυριαρχεί είναι σκοτεινή, τυλιγμένη στον ζόφο και καταλήγει συχνά στην απελπισία, αντικατοπτρίζοντας την ταραχή της διαρκούς έντασης μεταξύ συλλογικού κι ατομικού, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε βιαιότητα που ξαφνιάζει με την έντασή της (όπως στις Κόρες της Αιθάλης και στην Άσφαλτο που καίει) αλλά και σε άπλετη ομορφιά.
Ξεχώρισα με δυσκολία το ομώνυμο (όπου ο πρωταγωνιστής αναλαμβάνει να φυλάει το πέρασμα για ένα βάραθρο· με μια ιδέα από Λάβκραφτ, θαρρώ πως είναι ό,τι καλύτερο έχει γράψει ο συγγραφέας), το Mon Nox (όπου το πλήθος αντιμετωπίζει την κατάρρευση του κόσμου που γνωρίζει και των, σαθρών όπως αποδεικνύονται, συμβάσεων και ορίων του), την Ασημένια Χορδή (ίσως το αγαπημένο μου διήγημα της συλλογής, ορεινό πευκοδάσος και αστρική προβολή και μια αναπάντεχη υπόνοια ελπίδας), τα Κύματα (ένας εκπαιδευτής γερακιών βρίσκεται σ’ ένα παμπάλαιο εκκλησάκι στις ακτές της Βρετανίας, με έντονη γοτθική νότα), τον Υπερμογγολικό (ακούμε έναν πιανίστα να διηγείται τη ζωή του, τα χρόνια εργασίας στην ομώνυμη γραμμή τρένου) και τον Αγγελοκρουσμένο που κλείνει τη συλλογή με μια άκρως ικανοποιητική κυκλικότητα.
Με τον καιρό, τα όνειρα γίνονταν πια όλο και πιο τρομακτικά, απρόβλεπτα, μακριά σε διάρκεια και ντυμένα πάντα με μια γεύση φυλλώδους μούχλας και τύρφης σαν επίγευση στο στόμα μου όταν ξυπνούσα. Έβλεπα τον κόσμο που είχε πηδήξει από τον Σάλτο να σκαρφαλώνει τον βράχο προς τα πάνω αργά αργά και ύστερα κοπάδια από ζώα σκελετωμένα να ουρλιάζουν στο σκοτάδι τρέχοντας προς το χωριό κάτω από ήχο οιμωγών και πένθιμων κλαμάτων. Ένα βράδυ ονειρεύτηκα μια θεόρατη πορτοκαλιά κρυστάλλινη σφαίρα ελαφριά σαν μπαλόνι, που κατηφόριζε με μικρά αναπηδήματα από τον Σάλτο στην πλαγιά και με ένα τίναγμα ξαναβρισκόταν ψηλά στην κορυφή, αθόρυβη και ανάλαφρη, σκορπίζοντας ερυθρές και κίτρινες μαρμαρυγές στο μαύρο της νυκτός. Πεταγόμουν στον ύπνο μου και έβγαινα στην αυλή. Εκεί άναβα τσιγάρο και ρωτούσα μέσα στα σκοτάδια τα νυχτοπούλια τι σημαίνουν όλα αυτά, περιμένοντας μια απάντηση.
" Συμπτώσεις και ασήμαντα γεγονότα, υπέθεσαν ολοι και ύστερα άρχισαν τα πειράγματα και τα γέλια ο ένας με τον άλλον, αφημένοι στην αιώνια, καθώς νόμιζαν ανεμελιά, ενώ δίπλα τους δερνόταν μέσα σε εκκωφαντική σιωπή με τους αέρηδες ένας άντρας με το στόμα ορθάνοιχτο σαν να πονάει και με τα μάτια γουρλωτά σαν να αντικρίζει τον ατέλειωτο και βροντερό Χαμό. "
Οι ιστορίες του "Σάλτου" αφορούν ανθρώπους του πλήθους, εκείνους που πολλές φορές περνούν απαρατήρητοι, αυτούς που μέσα στις φυλακές της ψυχικής τους διαταραχής ψάχνουν να βρουν ένα αδιέξοδο, τους ανθρώπους που εξαιτίας της διαφορετικότητας και της μοναδικότητας τους εξαφανίστηκαν και ξεχάστηκαν στον χρόνο. Όλους εκείνους που αφοσιώθηκαν σε αυτό που αγαπούσαν χωρίς να ζητούν τίποτε παραπάνω από ησυχία αλλα η ρουτίνα τους κατατρόπωσε. Θα βρεις ακόμη και ηρωίδες που δεν συμβιβάστηκαν, που επαναστάτησαν αλλά δεν τα κατάφεραν γιατί στον κόσμο αυτό η βία και το αίμα είναι ένας αέναος κύκλος. Αυτούς που υπήρξαν θύματα, που έμειναν στο περιθώριο και δεν λογαριάστηκαν ποτέ.
Αν η "Αποδοχή Κληρονομιάς" μιλούσε για ανθρώπους που καθόρισαν την ιστορία αλλά αυτή τους απέκρυψε, ο "Σάλτος" είναι για όσους υπήρξαν θύματα αυτής. Εκείνους που έσπρωξε στον γκρεμό και κανείς δεν ένιωσε την ανάγκη να τους αναζητήσει.
Όλα τα διηγήματα του Ανδρέα θερίζουν. Εγώ λάτρεψα τον "Υπερμογγολικό", το "Mon Nox" την "Άσφαλτο που και καίει", τα "Κύματα" και τον "Σάλτο". ❤️📚
Μου αρέσει πολύ ο Νικολακοπούλος, και αυτή η συλλογή είναι πραγματικά πολύ καλή, το θέμα είναι στον τίτλο που πριν το ξεκινήσω δεν το πρόσεξα καν, αλλά τελικά το "σαλταρισμα" κατέληξε να είναι ο συνδετικός κρίκος των κατά τα άλλα ασύνδετων διηγημάτων...
Βέβαια δεν είναι όλα ρόδινα, η μάστιγα που οι τσιγκούνηδες εκδότες έχουν κάνει σημαία και λέγετε απουσία ποιοτικής επιμέλειας είναι αισθητή και εδώ... Παράγραφοι χωρίς σημεία στίξης, αστοχίες στην πλοκή που θα μπορούσαν να αποφευχθούν και λοιπά σκατολοιδια, κλασσικά εικονογραφημένα και αναμενόμενα πλέον!
Αγαπημένες μου ιστορίες το ομώνυμο, "Η άσφαλτος που καίει", "ασημένια χορδή" και το "οι ερυθρόδερμοι καλπάζουν νηπενθείς" αλλά με διάφορα το καλύτερο ήταν το "μέλι με γάλα" το οποίο το βρήκα ένα μικρό αριστούργημα!
Παρά τα αρνητικά του, το βιβλίο παραμένει μια στιβαρή συλλογή διηγημάτων folk horror!
Οι πιο creepy ιστορίες ever! Και δεν ήμουν καν προετοιμασμένη ότι θα διαβάσω κάτι τέτοιο! Τι φαντασία ο συγγραφέας, τι ταλέντο! Ο Έλληνας Lovecraft; Ίσως! Στην αρχή σκεφτόμουν να τον τιμωρήσω αφαιρώντας ένα αστεράκι, γιατί θεώρησα το λόγο του κάπως επιτηδευμένο, ήθελα έστω και λίγα ουσιαστικά να μείνουν χωρίς τη συντροφιά επιθέτου. Αλλά μετά και αφού αναγκάστηκα ουκ ολίγες φορές να ανοίξω λεξικά και να ψάξω άγνωστες για μένα λέξεις, κατάλαβα πόσο τυχερή είμαι, σπάνια συμβαίνει κάτι τέτοιο σε τέτοιο βαθμό, και φυσικά μόνο θετικό είναι. Ο ''υπερμογγολικός'' με ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΕ, μου έδωσε χαστούκι, θα τον σκέφτομαι κάθε μέρα. Τον ''αγγελοκρουσμένο'' πάλι θα προσπαθήσω να μην τον σκέφτομαι κάθε μέρα, να κάνω ότι δεν τον διάβασα, αν και δεν νομίζω να τα καταφέρω. Μου έκοψε την ανάσα!
Ενός λεπτού σιγή για να να συνειδητοποιήσω πόσο καταπληκτικό ήταν το βιβλίο που μόλις τελείωσα.
ΤΙ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΛΕΙΩΣΑ ΜΟΛΙΣ! Οκ, τώρα είμαι έτοιμη. Πρώτη επαφή με τον Νικολακόπουλο και δηλώνω μαγεμένη. Διαβάζοντας συνήθως συλλογές διηγημάτων, ξεχωρίζεις κάποια από αυτά ως καλύτερα κι αγαπημένα. Ε εδώ δυσκολεύομαι πάρα πολύ να το κάνω αυτό. Είναι όλα ένα κι ένα. Όλα τα διηγήματα διέπονται από ενα κοινό άξονα, που έχει να κάνει είτε με μια ψυχική νόσο, έναν νου που για κάποιο λόγο "σάλεψε", μια κατάσταση που δεν εξηγείται με τη λογική.... Σκοτεινά, μακάβρια, πρωτότυπα. Κάθε φορά που τελείωνα ένα διήγημα της συλλογής, έπρεπε να δώσω λιγο χρόνο στον εαυτό μου πριν πάω στο επόμενο. Ο λόγος του Νικολακόπουλου έκανε την εμπειρία ακόμη πιο ξεχωριστή, μου άρεσε πάρα πολύ ο τρόπος γραφής του και έχω ήδη προτείνει το βιβλίο σε πολλούς φίλους και γνωστούς, από πριν καν το ολοκληρώσω.
Η καταπληκτική γραφή και εξαιρετικές περιγραφές του Νικολακόπουλου συνθέτουν μια πολύ δυνατή και ιδιαίτερη συλλογή διηγημάτων. Σε κάποιες ιστορίες, βέβαια, ένιωσα πως κάτι έλειπε. Καλύτερη ιστορία μακράν "Η άσφαλτος που καίει", και ακολουθούν ο "Υπερμογγολικός" και "ο Αγγελοκρουσμένος". Βαθμολογία 4,5/5
Είναι ο Σάλτος αυτό το πέρασμα προς εκείνες τις σκιές που ζουν ανάμεσά μας ή είναι αυτή η λεπτή γραμμή που μας χωρίζει από τον αλαφροΐσκιωτο εαυτό μας; Ο άνθρωπος άλλοτε παρουσιάζεται σαν ένα απάνθρωπο χτικιό που αφήνει στο πέρασμά του κάρβουνο, στάχτη και σάρκες ξεσκισμένες κι άλλοτε ο άνθρωπος παρουσιάζεται σαν ένα μικρό αγριολούλουδο που αποζητά τις τρυφερές ακτίνες του ήλιου.
Τα διηγήματα του Νικολακόπουλου αγγίζουν όλες τις ανθρώπινες χορδές. Η σχιζοφρένεια αλλά και άλλες ψ παθήσεις δεν είναι απλά αναγνώσματα αλλά γίνονται απτά στον αναγνώστη. Ο φοβερός τρόπος γραφής σε μετατρέπει σε έναν θεατή πίσω από ένα δέντρο όπου παρακολουθεί τους πειρατές να σφάζουν τις γυναίκες, τον Σταύρο να εξιστορεί για τους "λεπρούς", το φέρετρο της Ραλιώς να σπάει σε κομμάτια ενώ από δίπλα σου περνούν αθόρυβα οι αλεπούδες και τα φίδια.
Τα κείμενα είναι πλούσια σε εκφραστικά μέσα και ιδιαίτερα κυριαρχούν οι εικόνες. Οι ακουστικές εικόνες ξεσηκώνουν και καθιστούν τον αναγνώστη σε εγρήγορση ενώ οι οσφρητικές ξυπνούν την μνήμη και συνθέτουν φανταστικές αναπαραστάσεις των ιστοριών. Επίσης, το ένστικτο του αναγνώστη τίθεται σε εγρήγορση και ειδικότερα στην τελευταία ιστορία του Σίμου όπου αναζητάς να βρεις την ψυχή κι αναρωτιέσαι αν κι εσύ έχεις κάνει αυτό το λάθος και δεν έχεις φροντίσει για αυτές τις ψυχές που έφυγαν. Οι περίτεχνες αφηγηματικές τεχνικές και ειδικότερα το σχήμα κύκλου με τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε, εξυψώνουν το ύφος των κειμένων αλλά το εξυπηρετούν.
Πέρα από τις κεντρικές θεματικές των ιστοριών το συγκ��κριμένο βιβλίο κατά τη προσωπική μου άποψη είναι αριστοτεχνικό.
This entire review has been hidden because of spoilers.
11 διηγήματα για ανθρώπους που έκαναν το σάλτο, ή βρέθηκαν λίγο πριν. Δυνατή γραφή που πετυχαίνει να δημιουργήσει ατμόσφαιρα σε όλες τις ιστορίες. Όπως και στην (κατ’εμέ ανώτερη) Αποδοχή Κληρονομιάς, πάρα πολύ καλές εικόνες αλλά και σετάρισμα του κοινωνικού πλαισίου. Παρόλα αυτά, οι περισσότερες ιστορίες μου άφησαν μια παρόμοια αίσθηση: μια δυνατή κεντρική ιδέα που έχει μεταφραστεί σε ένα εξίσου καλό σενάριο, καλή έναρξη και τελείωμα, όμως το ενδιάμεσο δεν ήταν εξίσου δυνατό, με επαναλήψεις και πέρασμα του χρόνου χωρίς προσθήκη στην πλοκή. Νομίζω ότι σχεδόν όλα τα σενάρια θα μπορούσαν να αποτελέσουν είτε βάση για μυθιστόρημα, με μεγαλύτερη ανάπτυξη και επεισόδια, είτε για πολύ σύντομα διηγήματα (όπως τα 2 που αναφέρω παρακάτω), όπου η δύναμη της αρχικής εικόνας δεν αδυνατίζει ώσπου να φτάσει στην κορύφωση.
Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα διηγήματα έχουν εξαιρετικό τέλος - με κορυφαίο εκείνο στη “Άσφαλτο που καίει”.
Οι δύο σύντομες ιστορίες ήταν εκείνες που μου άρεσαν περισσότερο: Αλισάχνη και Αμάμπλε Πικουέρ
Ένα μικρό βιβλίο, που όμως σε αφήνει με τόσο ανάμεικτα συναισθήματα. Ατμοσφαιρικό, ανατριχιαστικό, τρομακτικό και σκληρό που και που, αλλά και βαθιά νοσταλγικό, θλιβερό ή συγκινητικό σε άλλα σημεία. Μια συλλογή από καθηλωτικές ιστορίες, κάποιες με υπερφυσική χροιά που ισορροπούν ανάμεσα σε φαντασία και πραγματικότητα, άλλες δοσμένες με πιο χρονογραφικό χαρακτήρα, αλλά όλες με ένα ύφος και μια γραφή που σε μαγνητίζει. Μέρη υπαρκτά, αλλά και βγαλμένα από το μυαλό του συγγραφέα μπλέκονται μεταξύ τους πλαισιωμένα από ιστορικά γεγονότα, μυθοπλασία και θρύλους που γεννήθηκαν στη σκοτεινή και -σίγουρα αστείρευτη- φαντασία του δημιουργού. Στην αρχή θεώρησα λίγο υπερβολικές κάποιες περιγραφές του συγγραφέα, με τη χρήση πολλών και συνθετών επιθέτων, όμως αυτό δεν συμβαίνει σε κάθε ιστορία. Όσο συνέχιζα να διαβάζω, τόσο συνήθιζα το ύφος του, μέχρι που στο τέλος με κέρδισε ολοκληρωτικά. Σίγουρα το συνιστώ!
Ο «Σάλτος» του Ανδρέα Νικολακόπουλου είναι μια συλλογή διηγημάτων που μας μεταφέρει σε τόπους όπου η πραγματικότητα συναντά το όνειρο και η καθημερινότητα φωτίζεται από τη γραφικότητα της φύσης. Οι ιστορίες του εκτυλίσσονται σε θάλασσες, βουνά, δάση, αλλά και σε πόλεις, τρένα και πανεπιστημιακά εργαστήρια, δημιουργώντας ένα μωσαϊκό εικόνων και αισθήσεων. Οι ήρωες του βιβλίου ζουν στο περιθώριο, μακριά από το κέντρο της προσοχής, όμως κουβαλούν μέσα τους μια παλιά, σχεδόν ξεχασμένη ματιά στον κόσμο — μια ματιά που αναζητά την ομορφιά ακόμα και στις πιο σκιερές γωνιές. Με μια γλώσσα πλούσια, λυρική και βαθιά ατμοσφαιρική, ο συγγραφέας μπλέκει μύθο, μνήμη και πραγματικότητα, προσκαλώντας τον αναγνώστη να κάνει μαζί του ένα άλμα — ένα «σάλτο» — προς το άγνωστο, εκεί όπου οι ιστορίες δεν έχουν όρια και τα ξύλινα καράβια σαλπάρουν ξανά.
Southern goth made in Greece. Πραγματικά μία έκπληξη. Οι θαυμαστές διηγήσεις ενός σύγχρονου Poe. Καλύτερα, πρόκειται για έναν γόνιμο συνδυασμό Παπαδιαμάντη και Poe. Εντυπωσιάστηκα. Δεν είναι μακριά η εποχή που θα είναι ο Νικολακόπουλος σημείο αναφοράς για νεώτερους συγγραφείς. Δεν βαθμολογώ με πέντε αστέρια, μόνο και μόνο γιατί θεωρώ ότι ο συγγραφέας στο μέλλον, θα έπρεπε να κατακτήσει εκτός από τον πλούτο και την πενία των λέξεων. Όποτε 4,5 αστέρια.
Πρώτη μου επαφή με τα βιβλία του Νικολακόπουλου, και πρέπει να πω ότι το αγάπησα!
Ποτέ δεν ήμουν μεγάλος θαυμαστής των βιβλίων που αποτελούν συλλογή από διηγήματα που στέκονται μόνα τους, αλλά αφού διαβάζοντας την περίληψη το concept μου φάνηκε αρκετά ενδιαφέρον για το αγοράσω, και χαίρομαι παρα πολύ που το εκανα.
Θα πρέπει επίσης να πω πως το διήγημα «Και οι ερυθρόδερμοι καλπάζουν νηπενθεις» ήταν από τα αγαπημένα μου και θα το ξαναδιαβασω σύντομα.
Ευρεία τοπία ψυχομετρίας και τραχιά πορτραίτα ανθρώπων που, ωστόσο, έχουν λειασμένες ακμές, εμφανίζονται στην εξαιρετική συλλογή διηγημάτων "Σάλτος" του Ανδρέα Νικολακόπουλου. Περισσότερα στο κείμενο που ακολουθεί > https://bookworm-sue.blogspot.com/202...
⚜️Ένα βιβλίο με υπέροχα διήγηματα που σε ταξιδεύουν στην ελληνική επαρχία με τους τοπικούς της μύθους και τα τοπικά της μυστικά. Διήγηματα ενηλίκων που θα ξαναγίνουν παιδιά διαβάζοντας για πειρατές και αερικά, για παλιούς έρωτες και φιλίες που δεν ξεχάστηκαν ποτέ.
⚜️Το ένα διήγημα καλύτερο από το άλλο.
⚜️Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα ανατρέχω σε αυτό το βιβλίο όταν θέλω να διαβάσω κάτι σύντομο και όμορφο.