Τρίτο (και τελευταίο δυστυχώς κλαψ) μέρος των βιβλίων με βρικόλακες στην Ελλάδα του 1821 του εκλιπόντα Ντίνο Χατζηγιώργη. Εδώ βέβαια βρισκόμαστε στην Ελλάδα της γερμανικής κατοχής, αλλά το ζουμί είναι ίδιο. Αρκετές ιστορικές αναφορές, πανέμορφη γραφή που σε τοποθετεί κατευθείαν στην εποχή και στον τόπο, απειλές και ανταγωνιστές που δεν είναι απλές καρικατούρες, μα νιώθεις όντως οτι μπορούν να κερδίσουν (και μάλιστα καταφέρνουν μεγάλα πλήγματα) και τέλος τοπία και διάλογοι που σε κάνουν να νοσταλγείς (ή να μισείς, ανάλογα) την εποχή. Θα πω το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που υπάρχει για εμένα και είναι αλήθεια 100%. Το βιβλίο με έκανε να (ξανα)αγαπήσω τους βρικόλακες μετά από καιρό και ΠΟΛΛΑ βιβλία του είδους. Αν και δεν είναι ακριβώς αυτό το είδος του. Φαίνεται η αγάπη του συγγραφέα για την αισθητική των βρικολάκων, αλλά φαίνεται και η δουλεία που έχει ρίξει για την εποχή, τις περιοχές, τα ιστορικά γεγονότα, τις προσωπικότητες και τους χαρακτήρες. Κάπου εκεί κρύβεται και μια κοσμοπλασία που σπάνια συναντάμε καθώς και υπέροχα ψήγματα ντοπιολαλιάς. Όλα μαζί έρχονται να ολοκληρώσουν μια τριλογία που άνετα στέκεται ανάμεσα σε αριστουργήματα. Μην διανοηθείτε να το προσπεράσετε...
Ένα απολαυστικό κλείσιμο της τριλογίας των βαμπίρ του 1821... Το πρώτο παραμένει για εμένα το καλύτερο, αν και έχει τις αδυναμίες του, ωστόσο εδώ βλέπουμε έναν Ντίνο πολύ πιο ώριμο, ένα κείμενό πολύ πιο προσεγμένο και μια πλοκή που τρέχει χωρίς να κουράζει και όλα να γίνονται όταν και όπου πρέπει. Επίσης το ανοιχτό τέλος θα μας άφηνε με την γλύκα ότι μπορεί να συνεχίσει η ιστορία, εάν τα πράγματα ήταν διαφορετικά.
Μπορεί ο κος Χατζηγιώργης να έφυγε, αλλά αφήνει παρακαταθήκη αυτήν την εκπληκτική τριλογία. Τα Ραγισμένα Μνήματα δεν έχουν να κάνουν πια με την ελληνική επανάσταση, αλλά τη γερμανική κατοχή. Αυτό, όμως, δεν επηρεάζει καθόλου την ποιότητα του βιβλίου. Η εποχή σκιαγραφείται πάλι με μαεστρία, ο σκοτεινός ερωτισμός και η βία είναι εκεί και το κλείσιμο είναι αντάξιο του ξεκινήματος. Όσοι αγαπάτε τα βαμπίρ και δεν τα θέλετε πασπαλισμένα με γκλίτερ, πιστεύω ότι θα λατρέψετε και αυτό το βιβλίο και τα δύο αδερφάκια του.
Άλλο ένα 5στερο βιβλίο του Ντίνου Χατζηγιώργη! Περιεκτική και περιγραφική γραφή, καλοί χαρακτήρες και ένα πολύ ενδιαφέρον ιστορικό υπόβαθρο όπου ακόμα και τα απόκοσμα πλάσματα μοιάζουν αληθοφανή.
Magnum opus, χωρίς υπερβολές, παρά τις ‘’λίγες’’ σελίδες! (κάποιες σκέψεις για τα ‘’Ραγισμένα Μνήματα’’ του Ντίνου Χατζηγιώργη)
Όταν έμαθα για την κυκλοφορία αυτού του βιβλίου, ενώ το περίμενα πώς και πώς, ένιωσα οργή και θλίψη. Οργή, γιατί το πόστ του εκδοτικού έλεγε κάτι περί κύκνειου άσματος (ή κάτι παρόμοιο) και μου φάνηκε ολίγον τι σα να υπήρχε κάποιο ‘’μπακαλίστικο βολτούρι’’ πίσω από το πληκτρολόγιο, ενώ θλίψη, ακριβώς για τον ίδιο λόγο. Όπως και με την Φράνση, όπως και με την Χρύσα, έτσι και με τον Ντίνο, τα πλήγματα ήταν απανωτά και ακόμα δεν ξέρω πώς να το διαχειριστώ (οπότε σόρι αν πρίζω κι εγώ με συναισθηματικά ποστ, αλλά ίσως αυτός να είναι ο τρόπος μου).
Για το κλείσιμο της τριλογίας, τι να πρωτοπώ;
Αν το πρώτο βιβλίο ήταν δυνατό, αλλά ιδιαίτερο και αν το δεύτερο ήταν με ρυθμούς φρενήρης και ακόμα καλύτερο από το πρώτο, τότε μόνο μία λέξη ταιριάζει εδώ –κι ας έχει φθαρεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης- αλλά είναι ρε γαμώτο, απλά ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΟ!
Το βαμπίρ από το πρώτο βιβλίο και το βαμπίρ από το δεύτερο, δρουν μαζί στο τρίτο και κλείνουν τους κύκλους τους. Οι κοπέλες που δρουν την μέρα στην θέση της Λένης ήταν τραγικές φιγούρες, μα με διαφορετικούς βίους, καμία ομοιομορφία πέρα από την εξωτερική τους εμφάνιση με το βαμπίρ (αγάπησα ιδιαίτερα την πόρνη). Οι Ναζί, όπως και οι Τούρκοι στο 2 είναι απτή απειλή, δεν έχουν προσεγγιθεί καρτουνίστικα ούτε με υπερβολή, είναι κατανοητές οι προθέσεις τους, μα παραμένουν μισητοί. Η κατηχούμενη Ελλάδα, στις περιοχές που την περιγράφει, σου μαυρίζει την ψυχή, όσο από την άλλη νιώθεις την αίγλη και την χλιδή μίας –τρόπο τινά- μπελ επόκ στην Αλεξάνδρια. Έχει φως, έχει σκοτάδι, έχει απελπισία, έχει ελπίδα, έχει τρόμο, έχει φαντασία, έχει ιστορία και ρεαλισμό. Είναι τρομερό πώς χώρεσαν όλα σε ένα τόσο μικρό βιβλιαράκι και το τέλος με την ανατροπή είναι πολλά υποσχόμενο ρε γαμώτο, θα μπορούσε να έχει και συνέχεια (μα το ίδιο λέω εδώ και χρόνια για τους Καραμάζωφ, τι να κάνεις, ούτε ο Ντίνος ούτε ο Ντόστο θα μας τα ντώσουν…).
Αυτό που σκεφτόμουν σε όλη την σειρά, ήταν το ενδεχόμενο ο ίδιος ο συγγραφέας να ήταν βαμπίρ ρε σεις. Όσο διάβαζα το πρώτο, έλεγα στους φίλους μου ότι ήταν λες και είχε περπατήσει στην αρχαία Ελλάδα. Όσο διάβαζα το δεύτερο, έλεγα στην μητέρα μου ότι ο κερατάς έγραφε λες και είχε ζήσει στην Τουρκοκρατία. Και τώρα, όσο διάβαζα το τρίτο, έλεγα στην κοπέλα μου το ίδιο για την κατοχή. Αυτό είναι μόνο μνεία για την ιστορική του έρευνα και τόσο ενδελεχή μελέτη έχω συναντήσει μόνο στον Φαρούπο και τον Καλπούζο, οπότε του βγάζω το καπέλο.
Δεν ξέρω τι άλλο να γράψω, για εμένα αξίζει να την πάρετε αυτή την τριλογία. Εγώ προσωπικά, πέρα από αυτά τα βιβλία, έχω και τις μνήμες από την συνεργασία μας και το γκεστ κείμενό του για να τον θυμάμαι και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό για εμένα. Μα δεν θέλω να σας κουράζω με άλλες λέξεις, αν είναι να διαβάσετε κάτι ακόμα σήμερα, πηγαίνετε να πάρετε αυτή την τριλογία!