Ο κ. καθηγητής προσπαθεί να διαβάσει την εφημερίδα του, όταν εμφανίζονται απρόσκλητοι επισκέπτες.
Ο κύριος Πέτρος κλειδώνει για τελευταία φορά το βιβλιοπωλείο του.
Ο Σωτήρης και ο Μάριος κάνουν ένα διαγαλαξιακό ταξίδι στο όνομα της καψούρας.
Ένας επιτηρητής μετενσαρκώσεων δίνει αναφορά για τη δωδέκατη μετενσάρκωση του κ. Αντωνόπουλου.
Ο Νίκος και ο Φώτης μπαίνουν σε ένα λεωφορείο που έχουν να δουν από όταν ήταν παιδιά.
Οι κλινικές Βόις δίνουν χρήσιμες πληροφορίες για τις φωνές μέσα στο κεφάλι σας.
Αυτές κι άλλες τέτοιες περίεργες, αλλοπρόσαλλες, αλλά και βαθιά ανθρώπινες ιστορίες βρίσκονται βολικά οργανωμένες σε Τρεις Στοίβες. Τι μπορεί να μάθει κανείς όμως από τόσο μικρά και εξωπραγματικά διηγήματα; Τι αξία μπορεί να έχουν; Και το πιο σημαντικό, γιατί πασχίζει ο Ιόλαος Χατζημπαρμπαλόπουλος να τα αγοράσει;
Οι Τρεις Στοίβες των Βαγγέλη Δικόπουλου - Χρήστου Παυλή - Ιάκωβου Δεσποτίδη είναι ένα βιβλίο στο οποίο συναντιέται ο μεταμοντερνισμός του Καλβίνο, του Περέκ, του Μπόρχες και του Πάβιτς, και το meta-fiction των επιγόνων τους, με το σουρεαλιστικό χιούμορ του Κωστάκη Ανάν και του Λένου Χρηστίδη, αλλά και το άγνωστο σχεδόν στην Ελλάδα σύγχρονο weird fiction. Το αποτέλεσμα είναι καθηλωτικό (διάβασα το βιβλίο σε λιγότερο από δύο μέρες, σε μια περίοδο που ο ελεύθερος χρόνος μου είναι γενικά ελάχιστος) και άκρως διασκεδαστικό.
Ταυτόχρονα, είναι ένα βιβλίο που, καθώς προχωράς στην ανάγνωσή του, αποκαλύπτει κάθε τόσο ένα καινούριο βιβλίο, κάπως σαν τα κινέζικα κουτιά ή τις ρώσικες μπάμπουσκες, με τη διαφορά ότι αυτό που κρύβεται μέσα στο επόμενο είναι μεγαλύτερο ως προς τη στόχευσή του από το προηγούμενο. Αυτό που στην αρχή ξεκινά ταπεινά, σχεδόν σαν σε σκηνικό από τον εκδοτικό οίκο των ΣΙΑ (Συγγραφείς Ιδίοις Αναλώμασι) του Εκκρεμούς του Φουκό (Ουμπέρτο Έκο), στη συνέχεια αποκτά επικές διαστάσεις, παγκόσμιου επιπέδου, σε μια γνήσια παρωδία των έργων του Dan Brown ή άλλων μπεστσελεράδων.
Το βιβλίο αρχίζει με έναν περίεργο τύπο, τον Ιόλαο Χατζημπαρμπαλόπουλο («Ιόλαος, παρακαλώ») να επισκέπτεται έναν ανυπόληπτο εκδότη και να του ζητά να του δώσει -επί πληρωμή πάντα- τη νέα δόση με τα πιο μικρά, κακά και παράξενα διηγήματα που του έχουν στείλει επίδοξοι συγγραφείς. Αφού τα πάρει, τα χωρίζει σε τρεις στοίβες και ξεκινά να τα διαβάζει επιτόπου· μαζί του κι εμείς. Πρόκειται για διηγήματα που φέρουν κάθε φορά ως συγγραφέα το όνομα ενός εκ των τριών πραγματικών συγγραφέων του βιβλίου που διαβάζουμε και είναι πραγματικά γραμμένα με τέτοια δεξιοτεχνία ώστε, ενώ είναι όντως μικρά και, από αρκετές απόψεις, κακά και παράξενα, έχουν μια ιδιαίτερη γοητεία και αιχμαλωτίζουν τον αναγνώστη στον εφήμερο κόσμο τους.
Έγραψα για δεξιοτεχνία, γιατί οι τρεις συγγραφείς πρέπει διαρκώς να ισορροπούν ανάμεσα στους τρεις όρους για τον χαρακτήρα των διηγημάτων και στο να έχουν κάτι που δεν θα απωθεί τον αναγνώστη. Και σίγουρα το πετυχαίνουν. Εκεί όμως που πραγματικά απογειώνεται το βιβλίο, είναι μετά το τέλος της ανάγνωσης όλων των διηγημάτων (ανάμεσα στις τρεις στοίβες έχουν παρεμβληθεί και δύο ιντερλούδια στα οποία παρακολουθούμε όσα διαμείβονται μεταξύ του εκδότη και του Ιόλαου στα διαλείμματα της ανάγνωσης). Τότε αρχίζουμε να μαθαίνουμε τον λόγο για τον οποίο ζητά τέτοια διηγήματα ο Ιόλαος από τον εκδότη και τις διαδοχικές αποκαλύψεις και ανατροπές τις συναγωνίζονται μονάχα η αυτοαναφορικότητα και ταυτόχρονα η διακειμενικότητα του τελευταίου μέρους του βιβλίου. Δεν γράφω όμως περισσότερα για να μην κάνω σπόιλερ.
Παράλληλα, όλο αυτό το ελαφρό λογοτεχνικό παιχνίδι φανερώνει τρεις εξαιρετικά διαβασμένους συγγραφείς που αγωνιούν πραγματικά για τη λογοτεχνία και τη σχέση συγγραφέων και κοινού μαζί της. Μπράβο στις εκδόσεις της Άγνωστης Καντάθ που τόλμησαν και εξέδωσαν ένα τόσο αλλόκοτο και συνάμα πολυεπίπεδο βιβλίο που μοιάζει ταυτόχρονα με νεανική συγγραφική πλάκα και με καλοκουρδισμένο συλλογικό έργο αξιώσεων.
Ένας μυστηριώδης άνδρας εισβάλλει στο γραφείο ενός εκδοτικού οίκου, προκειμένου να παραλάβει τρεις στοίβες με… κακές ιστορίες· πρόκειται για τις εκδοτικές προτάσεις ατάλαντων συγγραφέων, τις οποίες ο άνδρας συλλέγει φανατικά. Έτσι ξεκινούν οι Τρεις Στοίβες, μια συλλογή διηγημάτων από τρεις πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς (Βαγγέλης Δικόπουλος, Χρήστος Παυλής, Ιάκωβος Δεσποτίδης). Ο αναγνώστης διαβάζει τα ευσύνοπτα διηγήματα, και στη συνέχεια τον περιμένει μια έκπληξη: η ιστορία με τον άνδρα που συλλέγει τα γραπτά συνεχίζεται, καθώς μαθαίνουμε πως αυτός, με τη σειρά του, αφήνει τα κείμενα σε τρεις νεαρούς συγκάτοικους, που φέρουν τα ονόματα των συγγραφέων του βιβλίου.
Οι ιστορίες της συλλογής έχουν στοιχεία που παραπέμπουν στα είδη της επιστημονικής φαντασίας, της δυστοπικής λογοτεχνίας, κλπ. Σχεδόν κάθε μια κρύβει μια ανατροπή λίγο πριν από το τέλος της. Το πρώτο μικροδιήγημα, μια ιστορία που θυμίζει σενάριο επεισοδίου του Black Mirror, παρουσιάζει μια διαμάχη μεταξύ κάποιων βουλευτών, η έκβαση της οποίας αποφασίζεται από το κοινό που παρακολουθεί τον τσακωμό του κοινοβουλίου από την τηλεόραση και ύστερα ψηφίζει. Άλλες ιστορίες φλερτάρουν με το είδος του τρόμου. Το Κάλεσμα του Κυρίου Πέτρου εκτυλίσσεται σε ένα αδιευκρίνιστο νησί και υιοθετεί στοιχεία από τη μυθολογία του Lovecraft – άλλωστε, ο τίτλος προφανώς αποτίνει φόρο τιμής στο γνωστότερο διήγημα του συγγραφέα, με τίτλο Το Kάλεσμα του Κθούλου.
Στο βιβλίο υπάρχει έντονο το παρωδιακό στοιχείο και η αυτοαναφορικότητα. Στο τέλος, τα μικροδιηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, κατά κάποιον τρόπο, χάρη στο εύρημα με τον συλλέκτη και τους νεαρούς. Έτσι, όλο το βιβλίο καταλήγει να είναι μια ενιαία ιστορία, επηρεασμένη από τις μυθοπλασίες των pulp αμερικανικών περιοδικών που μεσουρανούσαν στα ‘30s και στα ‘40s, η κληρονομιά των οποίων διασώζεται, ως έναν βαθμό, χάρη στη σημερινή ομογενοποιημένη κουλτούρα.
Η ανθολογία είναι γραμμένη με μεράκι και κέφι. Ορισμένες ιστορίες «λειτουργούν» περισσότερο από κάποιες άλλες, μα όλες λίγο πολύ κινούνται στο ίδιο επίπεδο, και έτσι, παρότι προέρχονται από τρεις διαφορετικούς ανθρώπους, υπάρχει μια ομοιογένεια στο ύφος. Το χιούμορ, ο μεταμοντέρνος αυτοσαρκασμός και οι επιρροές από την ποπ κουλτούρα, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γενιάς των συγγραφέων, ξεχωρίζουν. Αντίστοιχα, η σύνδεση των ιστοριών στο τέλος είναι μια φιλόδοξη κίνηση.
Οι Τρεις Στοίβες κρύβουν ορισμένες απολαυστικές ιστορίες, που όλες απευθύνονται στο αναγνωστικό κοινό που αγαπά την pulp μυθοπλασία.
Μία πολύ ωραία συλλογή που με έκανε να περάσω ευχάριστα! Μάκαρι οι συγγραφείς να γράψουν κι άλλο βιβλίο. Μόνο το τέλος (το επιμύθιο) μου ήταν too much και τραβηγμένο για τα γούστα μου και δεν έβαλα 5 αστέρια
Υπέροχες, μικρές, παράξενες και "κακές" γεμάτες twist ιστοριουλες, όλες σε ένα βιβλίο,ένα βιβλίο που διαβάζεται εύκολα και γρήγορα, αξίζει και με το παραπάνω