Μου άρεσε όταν ήμουν μικρός να τρώω πολλούς λωτούς. Μεγαλώνοντας έμοιαζε κι η ζωή τόσο πολύ όσο πέρναγα απ’ την εφηβεία στην ενηλικίωση με αυτό το φρούτο, γλυκιά γεύση που αφήνει κάτι που στεγνώνει, μουδιάζει. Σαν τη ματαιοδοξία.
Μπαλζάκ με όλα του τα γνωρίσματα σ’ ένα σύντομο κεφάτο περιστατικό απ’ τη ζωή μιας κοπέλας που παραπέρνει στοργή απ’ το σπίτι, μια ‘’βενιαμίν’’ στην οποία οι τύψεις απ’ τους χειρισμούς των πρώτων βημάτων του μπαμπά και της μαμάς ως γονείς κι η τελευταία ευκαιρία να ζήσουν τη γλώσσα του μωρού, του παιδιού, του νιάτου γαλουχούν σε μια ζωή όπου τα πάντα έρχονται στο πιάτο, μέσα σ’ αυτά κι η μεγαλομανία για όλα εκείνα που δεν είναι παρά στολίδια, η αναζήτηση της ευτυχίας στα πράγματα κι όχι μέσα μας.
Μπαλζάκ – λωτός, γλυκός, χαμογελαστός και συνάμα στυφός, πικρός, να σε στεγνώνει.
Θα μπορούσε να είναι ένα κεφάλαιο σε κάποιο απ’ τα μεγάλα του μυθιστορήματα, κατά βάση είναι μια ακόμη ανατόμηση στο σύνολο της Ανθρώπινης Κωμωδίας και ως τέτοιο το κρίνω. Με λίγες λέξεις χαρακτήρες αδρά αποτυπωμένοι.
Κρατώ απ’ όλους αυτό τον κομήτη: από ‘ναν άνθρωπο με ελαττώματα το χειρότερο για τον εαυτό του είναι ένας άνθρωπος, χωρίς. Εκτιμά καθένας αυτή τη φράση όπως νομίζει. Ακόμη και ως αφέλεια, αφού δεν υπάρχουν άνθρωποι χωρίς ελαττώματα. Ακόμη κι εκείνος που δεν γεννήθηκε μ’ αυτά, τα αναπτύσσει, τα αποκτά. Ως συνήθειες, ως αρρώστιες, ως μομφές προς τον εαυτό του, ή τελικά η παθογένεια στη φύση του το ξεπληρώνει κάποτε. Μα ωστόσο μια ζωή χαρισάμενη, εύκολη, βατή όταν θα σε γονατίσει και δε θα ‘χεις παλέψει πριν με τις απογοητεύσεις των ελαττωμάτων που δεν αναγνώρισες εγκαίρως, με τις μάχες μαζί τους, θα σε κάνει τον δυστυχέστερο επί γης. Γιατί ο χειρότερος άνθρωπος για τον εαυτό του είναι αυτός που δεν τον ξέρει κι ας ξέρει όλους τους άλλους, ή ας νομίζει έτσι.
Θα ήμουν ανάμεσα στα 2.5 – 3.5 αστέρια. Όμως θα δώσω τα 4 γιατί δεν υπάρχει καμιά άλλη κριτική ή βαθμολογία γι’ αυτό το βιβλίο και θέλω να το διαβάσουν κι άλλοι. Είναι μια εισαγωγή στο έργο του Μπαλζάκ, στην αντίστροφη εμμονή του με το αριστοκρατικό μόριο για το οποίο οι πιο επιδερμικοί απ’ τους βιογράφους των χαρακτηρίζουν ματαιόδοξο. Ήταν υπέρμετρα ματαιόδοξος, αλλά το συγκεκριμένο Ντε ήταν κάτι άλλο, το όχημα του μέσα στον κόσμο των Ντε και των μελλοντικών ομοτίμων, αποδεκτός ως ένας ακόμη ματαιόδοξος που κοιτά να προσκολληθεί στον κόσμο τους, παράλληλα ένας διαυγής ανατόμος τους, ένας εμβριθής είρωνας έτοιμος ανά πάσα στιγμή να τους λοιδορήσει υποδόρια, να ανατρέψει την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους με ένα μικρόβιο που μένει εκεί και κάποτε ανοίγει η κάψουλα και τους καίει.
Τα 4 αστέρια και για έναν ακόμα λόγο. Γιατί ο Μαξιμιλιάν είναι ένας ακόμη μοντέρνος άνθρωπος, μέσα και έξω απ’ την εποχή του, ένας ακόμη Λισιέν Λεβέν του Παρισιού, όσο κι η Εμιλύ είναι ένας Λισιέν Λεβέν της επαρχίας.