Χάρτες Ένας κόκκος αγάπης Μια τίμια συνθήκη ειρήνης Οι εποχές του χωρίς Πενταράκια εξαράκια Σούπα Α, ρε Τζένιϕερ Σιδερένια πνευμόνια Ανεμιστήρας Αγκάθια Μερσιέ Για όποιον ξέρει Σύννεϕο Πρώτες δημοσιεύσεις
Αναπαντεχα καλή συλλογή χωρις να λείπουν καποιες αδυναμίες. Οι ηρωες θα μπορουσαν να συγκλίνουν σε ένα και μόνο πρόσωπο το οποίο βλέπουμε σε διάφορες φάσεις της ζωής του. Τα χαρακτηριστικά που διέπουν όλα τα διηγήματα είναι η ματαίωση και μια διαρκης ανεκπληρωτη σεξουαλικη επιθυμια που τονίζει την αποτυχία των ηρώων από το σωματικο μέχρι το βαθύ υπαρξιακό επίπεδο. Συνανταμε σε ολα τα διηγηματα το κωμικα ειρωνικο ύφος, κυρίως δοσμένο μεσα απο περιστατικά και σκεψεις των ηρωων, και μια υφερπουσα αυτοσαρκαστικη νοσταλγια που αγγίζειτα ορια του συνειδητου καλτ και επιχειρεί μια απο-ποιητικη διακειμενικοτητα. Η γλώσσα είναι απλή αλλά ακολουθει έναν ενδιαφέροντα ρυθμό, διατηρώντας την ιδια ροη αφηγηματικης εξομολογησης και μονολόγου που ταιριάζει στο υφος των ιστοριών. Δεν βρήκα εξισου καλά όλα τα διηγήματα. Αναφέρω αυτά που ξεχώρισα στη συλλογή: Μία τίμια συνθήκη ειρήνης, Σιδερένια πνευμόνια, Ανεμιστήρας , Πρωτες δημοσιεύσεις. Θεωρώ πως κάποια πιο αδύναμα διηγήματα (πχ Ενας κόκκος αγαπης) θα μπορούσαν να απουσιάζουν εντελώς.
Πολύ καλά διηγήματα. ''Σιδερένια πνευμόνια'', ''Σούπα'' και ''πενταράκια εξαράκια'' τα αγαπημένα μου. Αλλά όλα είχαν ενδιαφέρον και διαβάζονται εύκολα, γλώσσα που ρέει χωρίς όμως το νόημα να είναι απλοϊκό σε όλα. Υπάρχει αρκετά το στοιχείο της υπαινικτικότητας, κάτι που με γοητεύει πολύ στα διηγήματα γενικά. Δηλαδή ο συγγραφέας σου δίνει κάποια στοιχεία αλλά πρέπει εσύ ως αναγνώστης να κουμπώσεις την ιστορία και να βγάλεις συμπεράσματα για το ποιόν των ηρώων της κάθε ιστορίας κι αυτό το βρίσκω πολύ γοητευτικό κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης.
Ζητάμε από τον συγγραφέα, όπως έχω αναφέρει ξανά, «τον ουρανό με τ’ άστρα»· στην περίπτωση δε του διηγήματος έχουμε το θράσος να το ζητάμε αυτό και σε συσκευασία τσέπης. Άρα, όχι μόνο επιθυμούμε ένα κομψοτέχνημα σε σμίκρυνση, ένα μπιζουδάκι, που είναι δύσκολο στην κατασκευή του, και επομένως επίπονο για τον συγγραφέα που ξέρει τι κάνει, αλλά μιλάμε και για ένα είδος που δυσκολεύει και τον αναγνώστη, καθώς του ζητάει διαρκώς να προσανατολίζεται εξ αρχής, ανά μερικές σελίδες, στον αφηγηματικό ορίζοντα. Οι συλλογές διηγημάτων που υποτίθεται ότι συνιστούν για τον συγγραφέα πύλη εισόδου του στη μυθοπλασία, τελικά αποδεικνύονται ύπουλες παγίδες που εύκολα μπορούν να σακατέψουν κάποιον νεόκοπο που θα μπορούσε να τη βγάλει καθαρή –λέμε τώρα– με μια νουβέλα. Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης (Θεσσαλονίκη, 1953) έχει συμπεριλάβει ένα πολύ σύντομο “διήγημα”, το «Τι είναι το διήγημα» στην εξαιρετική συλλογή του Περιπολών περί πολλών τυρβάζω (Πατάκης: 2011). Περιέχει εικοσιπέντε προτάσεις. Παραθέτω τέσσερις για να πάρετε μια γεύση: «— Το διήγημα είναι κοντόκαννη καραμπίνα με λιμαρισμένες κάννες», «— Το διήγημα είναι τα λεφτά που παίρνεις όταν χύνεται ο καφές», «— Το διήγημα είναι γλουτός ίππου», «— Το διήγημα είναι ο μονόχειρ μασέρ». Οι τέσσερις αυτές προτάσεις όχι μόνο αποτελούν ιδανικές απόπειρες να περάσουν στον αναγνώστη το βαθύτερο πνεύμα της έννοιας «διήγημα» αλλά επιδέχονται και πληθώρα ερμηνειών. Έτσι, με τη σειρά που παρατίθενται αντιστοιχίζω κάποιες : κάτι εξαιρετικά αποτελεσματικό που όμως ανεβάζει πολύ ψηλά το ενεχόμενο ρίσκο· κάτι σχεδόν αδύνατον, μια κενολογία που όμως τελικά αποδεικνύεται πληρωτέα επί τη εμφανίσει· κάτι αισθητικά άρτιο με τον πιο αναπάντεχο τρόπο· κάτι που φαινομενικά εμπίπτει στη σφαίρα του απίθανου, αλλά που τελικά αν το σκεφτείς λειτουργεί.
Το διήγημα είναι λοιπόν και μια κατασκευή στην οποία τεχνηέντως συναγελάζονται τα ετερόκλητα. Η συγγραφή του δεν ζητάει από τον συγγραφέα, απλώς, ύψιστη συμπύκνωση αλλά και δεινότητα στον συγκερασμό των στοιχείων εκείνων που θα προκαλέσουν μια νοηματική ακροβασία· μια ξαφνική υπερθέρμανση των εγκεφαλικών συνάψεων. Το διήγημα όμως είναι και η τέχνη του συμβιβασμού με την απώλεια· ο καλός διηγηματογράφος έχει συμφιλιωθεί, ή τουλάχιστον είναι σε πολύ καλό δρόμο, με το έλλειμμα που καλείται ζωή. Γιατί ο καλός διηγηματογράφος πρέπει να μάθει να αφήνει πίσω πολλά, να πετσοκόβει χωρίς αιδώ και συμπόνια τα δικά του δημιουργήματα ωσάν να ήταν τα παγιδευμένα άκρα του, στην απόπειρά του να φέρει εις πέρας το συγγραφικό έργο και να σωθεί Το διήγημα, για να προσθέσω κι εγώ μια σκαμπαρδονική πρόταση, είναι η αλεπού που κανιβαλίζει το πόδι της για να γλιτώσει από το δόκανο.
Τα γράφω όλα αυτά εν είδει εισαγωγής σε δύο συλλογές διηγημάτων που εξετάζω επίτηδες μαζί. Η πρώτη είναι περσινή, του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, Προσοχή: εποχιακή διέλευση βατράχων. Ο Σκαμπαρδώνης είναι ο Έλλην Σιμενόν του διηγήματος. Μια θηριώδης μηχανή που παράγει με συνέπεια από μέτρια (το σπάνιο) μέχρι εξαιρετικά (το σύνηθες) διηγήματα. Μπορεί να διακατέχεται από τις θεματολογικές εμμονές του αλλά αυτό ουδόλως τον εμποδίζει να κατασκευάζει ιστορίες από τα πιο απλά και ευτελή υλικά: από μια γκαζόζα ΕΨΑ, από ένα κατάστημα Jumbo, από μερικές νυχιές σε ένα πακέτο τσιγάρα. Ενώ το μεταφυσικό υπόστρωμά του είναι σχεδόν πάντα ανάλαφρο, το περιδιαβαίνει με τόση σιγουριά που καταφέρνει να το κάνει να σηκώνει προεκτάσεις κοσμογονικές. Έτσι, ο ήχος του ανθρακικού μέσα στο μπουκάλι της γκαζόζας, όπως πλησιάζει ένα παιδί το αυτί του στο στόμιο του μπουκαλιού, μοιάζει «σαν να αφουγκραζόταν τη δημιουργία του κόσμου». Ή ένα καντήλι Πρωτοχρονιάτικο που το ακουμπάει ένας ήρωάς του στο χώμα, ανάγεται στον χαμένο κρίκο που ενώνει το ζωικό βασίλειο –έτσι όπως ένας σκύλος το χαζεύει– με το ανθρώπινο, το έλλογο, τη βασιλεία των ουρανών. Αλλά και όταν τα υλικά γίνονται πιο εξεζητημένα, όπως στην περίπτωση του σπονδύλου μιας πτεροφάλαινας, ο Σκαμπαρδώνης αίρεται με χαρακτηριστική ευκολία στο ύψος των περιστάσεων και διογκώνει την ιστορία στα μέτρα του υλικού που επιλέγει: έτσι, η κόλλα της φάλαινας γίνεται ένα πρωτότυπο μέσο συγκόλλησης με το οποίο χτίζεται ο καστρόπυργος της Μονής που την προστατεύει από τις επιθέσεις των πειρατών (αλλά όχι τελικά από την επέλαση της επιδημίας του κορονοϊού). Ή, ένας υπερσύγχρονος διάδρομος τρεξίματος «Technogym» βρίσκει τη θέση του στο κελί του μοναχού που ζει καθημερινά έναν Γολγοθά και του χαρίζει την κάθαρση: τον ενάρετο συγκερασμό σκέψης και πράξης που διακαώς αποζητά.
Ο Σκαμπαρδώνης, έτσι, ανέρχεται στα υψίπεδα της ευρηματικότητας είτε τα υλικά του είναι ποταπά, είτε εξεζητημένα, ακριβώς γιατί παραμένει δεκτικός στο ανεξάντλητο αυτού του κόσμου που προσφέρει αφειδώς, σε αυτόν που έχει το σθένος να τον περιεργάζεται με πάθος. Και αυτό συμβαίνει γιατί ο συγγραφέας παραμένει δεκτικός στην κρυπτική σημασία της φράσης που τιτλοφορεί το παρόν κείμενο: «τα ονόματα είναι νεότερα των πραγμάτων» (σ. 118). Η έννοια –που στη φράση είναι τα «πράγματα»– συνιστά σημαντικά ευρύτερο σύνολο της λέξης –που στη φράση είναι τα «ονόματα»– που την τροφοδοτεί διαρκώς με όλα όσα υποβόσκουν· με όλα όσα αναδύονται μέσα από το ζωογόνο σημασιολογικό μάγμα που μας περιβάλλει.
Ο Γιάννης Τσίρμπας (Αθήνα, 1976), σε αυτό το δεύτερο βιβλίο του, μπορεί να μην στέκεται σε αυτό το ύψος ή να μην αντλεί από τέτοιο βάθος αλλά τα υλικά του, κάποιες φορές, συνταιριάζονται δόκιμα με πολύ καλά αποτελέσματα. Το διήγημα που ανοίγει τη συλλογή, το «Χάρτες», φέρνει στο προσκήνιο μια ηλεκτρική σκούπα ρομπότ. Οι σκούπες αυτές, για να καθαρίσουν έναν χώρο, πρώτα, τον χαρτογραφούν, ενώ η χαρτογράφηση αυτή αποτυπώνεται στο app που συνοδεύει και ελέγχει τη συσκευή. Ο Τσίρμπας προσκολλάται σε αυτόν ακριβώς τον χάρτη, για να χαρτογραφήσει έναν χωρισμό. Η σκούπα, που φέρει στη μνήμη της τη χαρτογραφημένη επιφάνεια του παλιού διαμερίσματος του ήρωα, στέκεται ως ένα εργαλείο της καθημερινότητας, ένα ποταπό εργαλείο αγγαρείας, που φέρει στη μνήμη του ένα κομμάτι της προηγούμενης ζωής του. Όταν λοιπόν ο ήρωας διστάζει να σβήσει τον παλιό χάρτη της σκούπας και να την αφήσει να χαρτογραφήσει το νέο του διαμέρισμα –αυτό που τώρα ζει μόνος– σκιαγραφεί τη δική του προσκόλληση στο παρελθόν. Επικροτώ τη χρήση της σκούπας τόσο ως φορέα μνήμης όσο και ως αντικείμενο που ο συγγραφέας τολμά να το εντάξει σε διήγημα. Επιδοκιμάζω το εύρημα και υπογραμμίζω τη σωστή διαχείρισή του που προσφέρει στον αναγνώστη λογοτεχνικές απολήξεις αξιώσεων: την εμμονή μας να εναποθέτουμε, με παιδιάστικη αφέλεια, στα άψυχα δικές μας αξίες –αυτόν τον αναπόδραστο ανθρωπομορφισμό–, αλλά και το ακριβώς αντίστροφο που αποτυπώνει ο Τσίρμπας εξαιρετικά: σε μια παράγραφο που βάζει τη σκούπα να μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, και να αναπολεί σκηνές της πρότερης ζωής του ζεύγους «Εδώ είναι το δωμάτιο που ο μικρός μίλησε για πρώτη φορά» (σ. 13), ο ήρωας, στιγμιαία, θα φανεί σαν να κατέρχεται ο ίδιος στο επίπεδο της σκούπας και να αναπολεί το παρελθόν του: «[...] κάτω από τον καναπέ που κοιμόμουν ενάμιση χρόνο» (σ. 13). Έτσι, οι μνήμες και ο στοχασμός πάνω στη σχέση που έχει τελειώσει κατέρχονται στο επίπεδο της σκούπας/ρομπότ – κίνηση που αφήνει τις όποιες συνδηλώσεις στη διακριτική ευχέρεια του αναγνώστη: είναι η σκούπα ρομπότ με την όποια νοημοσύνη της που ανέρχεται προς το ανθρώπινο ή μήπως είναι οι σχέσεις που ενίοτε φυραίνουν προς το επίπεδο μια σκούπας; Κρατάω και σημειώνω αυτά τα σημεία ως ενδείξεις ότι το κείμενο είναι ζωντανό και λειτουργικό καθότι επιτρέπει τις κινήσεις της σκέψης του αναγνώστη προς κατευθύνσεις υποστηρικτικές της έννοιας του διηγήματος.