«Μαμά, κοίτα, χωρίς χέρια!» φώναξε το κοριτσάκι κι έπεσε από το ποδήλατο. Ξανασηκώθηκε κι έπεσε ξανά. Και ξανά και ξανά. Μέχρι που πέταξε τις βοηθητικές ρόδες και συνέχισε τον δρόμο του. Έτσι έζησα.
Με γρατζουνισμένα γόνατα πορεύτηκα, μεγάλωσα, πένθησα τους αγαπημένους μου, ερωτεύτηκα, γέλασα πολύ, αγάπησα πολύ, δούλεψα σκληρά, πάλεψα χρόνια ολόκληρα με τους δαίμονές μου. Οι απώλειες των παιδικών χρόνων, ο πρόωρος θάνατος του πατέρα μου, η φυλάκιση της μάνας μου στη Χούντα, τα κλάματα και τα τραύματα των παιδικών μου χρόνων με οδήγησαν στην κατάθλιψη, στις άγρυπνες νύχτες και στα υπνωτικά χάπια. Το βιβλίο αυτό ξεδιπλώνει τις σκοτεινές σελίδες πίσω από μια φαινομενικά λαμπερή ζωή. Πολλές φορές ξεκίνησα κι άλλες τόσες σταμάτησα να το γράφω. Ή θα τα πω όλα ή τίποτα – αποφάσισα. Όσα έκρυψα, όσα φοβήθηκα, για όσα ντράπηκα, θα τα εξομολογηθώ όλα.
«Μαμά, κοίτα, χωρίς χέρια!» Έτσι συνεχίζω και σήμερα πάνω στο ξεβαμμένο μου ποδήλατο. Κι όπου με βγάλει... Δεν ξέρω αν κρατάτε στα χέρια σας ένα καλό ή ένα κακό βιβλίο. Ξέρω μονάχα πως αυτή η εξομολόγηση είναι ό,τι πιο γενναίο έχω κάνει στην ασήμαντη ζωή μου. Έλενα
Η Έλενα Ακρίτα γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι κόρη του Λουκή Ακρίτα (από την πόλη Μόρφου της Κύπρου) και της Σύλβας Ακρίτα (από τη Θεσσαλονίκη, με μικρασιατική καταγωγή). Ως δημοσιογράφος συνεργάστηκε με το περιοδικό Ταχυδρόμος και τις εφημερίδες Το Βήμα, Έθνος, Έθνος της Κυριακής, Ειδήσεις και Τα Νέα όπου, μέχρι τώρα, αρθρογραφεί κάθε Σάββατο. Συνεργάστηκε με τους ραδιοφωνικούς σταθμούς ΕΡΑ1, Αθήνα 9,84, Flash και ΑΝΤ1. Επίσης, έχει παρουσιάσει τηλεοπτικές δημοσιογραφικές και ψυχαγωγικές εκπομπές (Κυριακάτικα, Ο πιο Αδύναμος Κρίκος, Φώτα Πορείας κ.λπ.) και έχει γράψει σενάρια για την τηλεόραση. Έχει μεταφράσει και διασκευάσει από τα αγγλικά και τα γαλλικά πολλά θεατρικά έργα, πρόζες και μιούζικαλ. Το θεατρικό της έργο Η Δίαιτα του Αστροναύτη ανέβηκε την περίοδο 2000-2001 σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή. Βιβλία της: Από την Έλενα με Xαμόγελο, Ραντεβού με την Έλενα, Η Έλενα στη Xώρα των θαυμάτων, Η Διαθήκη, Τα Φλου, εκδ. Κάκτος. Γεννήθηκα Ξανθιά, Και οι Ξανθιές έχουν Ψυχή, Χτυποκάρδια στο Κρανίο, εκδ. Καστανιώτη. Το Μήλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο, Φόνος 5 Αστέρων, Το Μυστικό της Μπλε Πολυκατοικίας, εκδ. Διόπτρα. Ζει στο σπίτι όπου γεννήθηκε.
Αν μη τι άλλο θέλει θάρρος να δεχτείς, να παραδεχτείς και να αποδεχτείς τα σωστά σου και τα λάθη σου. Μια γενναία εξομολόγηση της Έλενας Ακρίτα για ό,τι έζησε και ζει ακόμα. Η αφήγησή της πολύ άμεση, σαν να ‘μασταν face to face.
Ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο με την υπογραφή της Έλενας Ακρίτα. Μια εξομολόγηση εκ βαθέων, με τόλμη και ειλικρίνεια. Απώλεια, κατάθλιψη και μια κοινωνία σάπια για να ισορροπήσει κανείς, Σχέσεις οικογενειακές, φιλικές, συναδελφικές,. Σχέσεις ζωής...και θανάτου μερικές φορές. Συγκινητικό και διδακτικό θα έλεγα... Περιέχει ωστόσο πάρα πολλές πληροφορίες, ονόματα και ιστορίες της πολιτικής, θεατρικής και δημοσιογραφικής σκηνής που λίγο με κούρασαν.
📚 Quotes: " Έτσι γεννιούνται μερικοί άνθρωποι, έτσι, με συγκαμένα μυαλά και καρδιές παγοκύστες". " Γιατί στα όνειρά μας έχουμε την πολυτέλεια να διαλέγουμε πού ζούμε και με ποιους ζούμε ". "Αυτό θα μπορούσε να εικάσει κάποιος που δε γνωρίζει ότι άλλο είναι η θλίψη και άλλο τελείως η κατάθλιψη. Μπορείς να είσαι θλιμμένος χωρίς να είσαι καταθλιπτικός, αλλά όταν είσαι καταθλιπτικός είσαι σχεδόν πάντα θλιμμένος. Ασχέτως που προσπαθείς να το κρύψεις - με επιτυχία τις πιο πολλές φορές- από τον έξω κόσμο. Γελάς, χαμογελάς, μιλάς, κινείσαι, λειτουργείς κρύβοντας την αλήθεια σου". "Ο χρόνος δεν είναι γιατρός, μην ακούτε τις ανοησίεςπου γράφουμε στα σίριαλ. Ο πόνος δεν περνάει. Απλώς με τον καιρό παύει να είναι τόσο οξύς που σε κόβει στα δύο σαν λεπίδι. Γίνεται πιο βαθύς, πιο ήσυχος, δεν ουρλιάζει, δεν γδέρνει με τα νύχια τουτο κορμί σου. Φωλιάζει σε μια γωνιά και μαθαίνεις να ζεις μαζί του. Όλοι όσοι αγάπησες και φύγανε, βρίσκουν μια θέση στην καρδιά σου και τους κουβαλάς πάντα μέσα σου. Και όσο περνούν τα χρόνια τόσο οι σκιές που λάτρεψες πληθαίνουν και σε ακολουθούν. Ο παππούς, η γιαγιά, ο θείος Γιώργος, η θεία Καίτη. Και ο μπαμπάς. Πάντα ο μπαμπάς ".
Σαν Ευαγγελία έχω κάνει πολλά λάθη και μια σειρά επιλογών με οδήγησαν το 2016 στην απόφαση να κλειστω στο δωμάτιο μου,να κλείσω τα παντζούρια και να κουλουριαστω στο κρεβάτι μου. Έκτοτε, πολεμάω με την κατάθλιψη. Κάποιος φορές νικάω,άλλες χάνω. Είναι άνιση μάχη η κατάθλιψη. Ειδικά εάν της ανοίξεις την πόρτα και της πεις "πέρνα" θα περάσει. Αυτό το βιβλίο της κυρίας Έλενας με μαγεψε. Η αμεσότητα της,ο ειλικρινής τρόπος γραφής της και η ικανότητα της να γδυσει την ψυχή της μέσα στις σελίδες.. με έκανε να δακρυσω. Θέλει θάρρος να παραδεχτείς τα λάθη σου,να διορθώσεις τον εαυτό σου,να μιλήσεις για τα βιώματα σου. Θέλει θάρρος να αναθεωρήσεις τη ζωή σου. Και δύναμη ψυχής. Η κυρία Ακρίτα τα διαθέτει και τα δύο. Κι αυτά.. σε συνδιασμό με το ταλέντο της στη γραφή.. έκαναν αυτό το βιβλίο αριστούργημα. Έγραψαν αλήθειες που πονάνε,που σου χτυπάνε απαλά την πλάτη (η σε χαστουκιζουν),σου λένε "ξύπνα,δες εμένα τι έκανα στη ζωή μου, ξύπνα,δες τον ήλιο,τα δέντρα,δεν θα τα βλέπεις για πάντα".. σου λένε αλήθειες που σε πληγώνουν κι άλλες που σε κάνουν να θαυμάζεις τη δύναμή σου, την προσωπικότητά σου. Ήταν μια ειλικρινής τοποθέτηση γύρω από το τι ονομάζεται κατάθλιψη,άγχος. Μας εξήγησε επακριβώς μέσα από την ψυχή της τι εστί "πνίγομαι, βοήθεια". Ένα υπέροχο βιβλίο που αξίζει να διαβάσει καθένας που περνάει τη φάση της κατάθλιψης η έχει κάποιον αγαπημένο του που πολεμάει με τους δαίμονες του. Ωστόσο, όσοι δεν νοσούν από ψυχική διαταραχή.. θα ήταν όμορφο να το διαβάσουν.. γιατί θα καταλάβει μέσα από το βιβλίο μια πικρή αλήθεια της εποχής μας.. "κρίνουμε μόνο όσα βλέπουμε". Χιλιάδες φήμες γύρω από την κυρία Ακρίτα,χιλιάδες λόγια άλλα κακά άλλα προσβλητικά.. μα ούτε ένας δεν αναρωτήθηκε τόσα χρόνια εάν αυτή η γυναίκα είναι απλώς θλιμμένη; Τόσοι άνθρωποι γύρω μας,κρίνουμε ο,τι βλέπουμε και ξεχνάμε να ρωτήσουμε "ει,τι κάνεις; Δεν φαίνεσαι καλά." Το τέλος.. σπαρακτικό, συγκινητικό, υπέροχο. Η γραφή; Ειλικρινής και άμεση, υπέροχη και σε πολλά σημεία τρομερά περιγραφική. Χίλια μπράβο κυρία Ακρίτα. Πιθανότατα δεν θα συναντηθούμε ποτέ,όμως έχω μια επιθυμία να σας στείλω μια αγκαλιά μετά από όσα διάβασα. Δεν ξέρω εάν θα διόρθωνε κάτι από όσα περάσατε μια αγκαλιά.. όμως σίγουρα θα σας υπενθυμίζει πάντοτε πόσο υπέροχη δουλειά κάνατε με αυτό το βιβλίο. Σίγουρα εμένα με βοηθήσατε πολύ και σας ευχαριστώ.
Συμφωνείς δεν συμφωνείς με την Έλενα Ακρίτα οφείλεις να παραδεχτείς ότι τα περιγράφει όλα απολαυστικά. Εγώ δε συμφωνώ σχεδόν με τίποτα από όλα όσα λέει, γιατί θεωρώ ότι και δίκαιο να έχει την πιάνει ένα εφηβικό μένος, το οποίο εικάζω ότι πηγάζει από τη στέρηση του πατέρα της (τον έχασε δυστυχώς μικρή) αλλά και την έλλειψη της μαμάς της όταν αυτή φυλακίστηκε από τη χούντα, και έτσι όποιο δίκιο έχει το ψιλοχάνει. Μπορώ όμως να καταλάβω γιατί λέει όσα λέει και γιατί πρεσβεύει αυτά που πρεσβεύει και πώς «μορφώθηκε» ώστε να καταλήξει εδώ που κατέληξε. Ας πούμε ότι επί του προκειμένου δεν μπορούμε να εκφέρουμε γνώμη, άλλωστε και η ίδια μας καλεί να «βγάλουμε σκασμούλη» στα θέματα για τα οποία «είμαστε έξω του χορού». Τόσο δημοκρατικά και ωραία 😄. Μια φορά, η γραφή της όπως πάντα γοητευτικότατη, είναι ένα βιβλίο το οποίο διάβασα σε χρόνο ρεκόρ γιατί κυλά, έχει ενδιαφέρον, και είναι σαν να την ακούω να το διηγείται. Αλλά, ναι. Ας μην πω περισσότερα γιατί όποτε τολμήσω να εκφράσω άποψη για εκείνη και τα βιβλία της, ακόμα και θετικά να πω, σπεύδουν ορδές τρολλ να μου χυμίξουν θαρρείς και τους θίξαμε την Παναγία, και προσωπικά δεν έχω τόσο ελεύθερο χρόνο, έχω σοβαρότερα προβλήματα. Στο βιβλίο έβαλα πέντε αστέρια και τα εννοώ. Κρατήστε αυτό.
Ένα ευανάγνωστο βιβλίο. Ένα αυτοβιογραφικό αριστούργημα. Ένιωθα ότι μου μιλούσε μια φίλη μου. Ευτυχώς ή δυστυχώς διαφαίνεται πως στην εποχή μας υπάρχουν άνθρωποι κάτω των 30 με σάπια μυαλά και άνθρωποι άνω των 50 με μυαλά που συνεχίζουν να είναι μπροστά και να επιλέγουν πάντα το φως. Η Ακρίτα ήταν και θα παραμένει πάντα επίκαιρη. Ένα φως ανάμεσα στα σκοτάδια της εποχής μας. Μια γυναίκα που ακούει με αγάπη και γεμίζει με αγάπη τον γραπτό και τον προφορικό της λόγο. -Ζωή, 26 ετών
Το νέο βιβλίο της Έλενας Ακρίτα είναι μια γενναία εξομολόγηση, στην οποία ξεδιπλώνει τις σκοτεινές σελίδες πίσω από μια φαινομενικά λαμπερή ζωή. Κατάθλιψη, άγρυπνες νύχτες, υπνωτικά χάπια, όλα απότοκα των απωλειών στη ζωή της, των δύσκολων οικογενειακών χρόνων και των αξεπέραστων τραυμάτων θα τη στοιχειώσουν αργά αλλά σταθερά. «Ή θα τα πω όλα ή τίποτα, αποφάσισα. Όσα έκρυψα, όσα φοβήθηκα, για όσα ντράπηκα, θα τα εξομολογηθώ όλα». Κι έτσι έγινε.
Ωμότητα, ρεαλισμός, συγκίνηση και χιούμορ στολίζουν την κατάθεση ψυχής που εναποθέτει η συγγραφέας στο βιβλίο της. Κάποτε τα υπνωτικά χάπια τα έπαιρναν χωρίς συνταγή και φυσικά κανείς δεν ήξερε τίποτα για τον εθισμό και για τις επερχόμενες δυσκολίες, σημασία τότε είχε να κοιμηθείς επιτέλους για να αντιμετωπίσεις την επόμενη μέρα («Ζούσαμε ευτυχείς μέσα στην άγνοιά μας. Τα παίρναμε και κοιμόμασταν, τι ωραιότερο»). Κι αυτό είναι η αρχή μιας διαδρομής με σκληρές γωνίες όπου ελλοχεύει η κατάθλιψη και ό,τι απορρέει από αυτήν. Με ειλικρίνεια και αμεσότητα καταγράφονται λαμπερ��ς και σκοτεινές στιγμές, επιτυχίες και δυσκολίες που οδηγούν όμως με μαθηματική ακρίβεια στην κατάθλιψη, κάτι που δεν παίρνει κανείς εύκολα χαμπάρι στην αρχή. Ο λόγος ρέει αβίαστα, ζωντανεύοντας σκηνές από τη ζωή της Έλενας Ακρίτα με τέτοιο τρόπο που, ενώ ξέρεις πως το θέμα που διαπραγματεύεται το βιβλίο είναι δύσκολο, επικίνδυνο και αφορά πολύ περισσότερο κόσμο απ’ όσο νομίζεις, ε, δε γίνεται, κάπου θα σκάσει το χειλάκι σου, μα τραγικωμικές καταστάσεις, μα ατάκες, μα αυτοσαρκασμό κι ας νιώσεις τύψεις αμέσως μετά, γιατί η κυρία Ακρίτα δε διακωμωδεί καταστάσεις, απλώς τις φωτίζει λίγο διαφορετικά για να τις ελαφρύνει. Ξέρει, βίωσε, παλεύει και αυτό δεν το θέλει για κανέναν άλλον, οπότε προσπαθεί με γλυκόπικρο τρόπο να ανοίξει την αγκαλιά της σε όσους συνταξιδεύουν και να την κλείσει ερμητικά για όσους έχουν μείνει έξω από τον εφιάλτη. Οι λέξεις, οι προτάσεις κυλάνε σα νερό και ξεφεύγανε από τα μάτια μου, ήθελα να συγκρατήσω την κάθε μία από αυτές, να απομονώσω κάποια περιστατικά, είναι όλα όμως ενταγμένα αρμονικά σ’ ένα ενιαίο και αρραγές σύνολο χαρμολύπης που δεν ήθελα να τις χωρίσω.
«Μα είναι τόσο δύσκολο να κοιμηθείς;», θα αναρωτηθούν όσοι είναι έξω από τον χορό κι έχουν κι αποψάρα. Όχι, είναι ανέφικτο. Και η Έλενα Ακρίτα βάζει τους πάντες στη θέση τους: «Όλο κλισέ αραδιάζουν οι χορτασμένοι από ύπνο άνθρωποι και οι feelgoodάδες στα σεμινάρια αυτοβελτίωσης. Όταν δεν μπορείς να κοιμηθείς, δεν μπορείς να κοιμηθείς, τέρμα» (σελ. 35). Είναι καταιγιστική: «Νύχια έχει η αϋπνία… Δεν σου χαρίζεται, δεν σε λυπάται, δεν σε συμπονά… Ή που θα ζεις άυπνος ή που θα σε οδηγήσει στον εθισμό των υπνωτικών» (σελ. 36). Λέει την αλήθεια: «Δεν ευθύνεται το φάρμακο για τον εθισμό σου, εσύ ο ίδιος ευθύνεσαι» (σελ. 44). Εφιστά την προσοχή: «Έχει και μια άλλη ιδιότητα η αϋπνία, μια ιδιότητα ύπουλη που σου ροκανίζει τον ψυχισμό αργά και σταθερά: σου προκαλεί ένα αίσθημα κατωτερότητας απέναντι στου άλλους» (σελ. 120). Βήμα προς βήμα αναλύει τις συνθήκες, τους λόγους, τις αιτίες που την οδήγησαν στο να χάσει τον έλεγχο με τα υπνωτικά χάπια κι από κει να κυλίσει στην κατάθλιψη κι όλα αυτά χωρίς να κατηγορεί κανέναν, χωρίς να μεμψιμοιρεί. «Τις νύχτες σαν τον βρικόλακα, τις μέρες σαν το πτώμα» και μόνο είκοσι τρία χρόνια μετά κατάφερε να αποτινάξει τον εθισμό πολεμώντας με τη βοήθεια ψυχιάτρου. «Ο θάνατος του μπαμπά, η φυλάκιση της μαμάς, οι άγρυπνες νύχτες, όλα τα προοίμια της κατάθλιψης βρίσκονταν εκεί, τακτικά και νοικοκυρεμένα, κουκουλωμένα κάτω από σωρούς συναισθημάτων που δεν τους επέτρεπαν να ξεμυτίσουν» (σελ. 121).
Διαρκή πρωθύστερα, παιδική και ενήλικη ζωή, μνήμες, αναμνήσεις, περιστατικά που σημάδεψαν τη ζωή της συγγραφέως κι εγώ δε χάθηκα πουθενά. Πήγαινα από το ένα σημείο στο άλλο, παρακολουθούσα τις εξομολογήσεις της, διάβαζα για τη ζωή μιας γυναίκας που παλεύει ακόμη κι όμως δε χάνει στιγμή το χαμόγελό της. Παιδικά χρόνια στη Φιλοθέη, παρέες, παιχνίδια, φίλοι, όλη η γειτονιά μια οικογένεια κι η Έλενα Ακρίτα να αναπολεί τις δικλείδες ασφαλείας της: «Το βράδυ στις παιδικές μου αϋπνίες το μόνο που με νανούριζε ήταν οι φωνές των γονιών μου στο διπλανό δωμάτιο» (σελ. 57). Τα πέτρινα χρόνια της Δικτατορίας με τους ανθρώπους που τη στήριξαν όσο ζούσε μόνη χωρίς γονείς αντιδιαστέλλονται με την ήρεμη ως τότε ζωή της στο παραδεισένιο προάστιο της Αγίας Φιλοθέης: «Ένα οικογενειακό άσυλο, μια ζεστή φωλιά που με προστάτευε από τον περιρρέοντα τρόμο της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Μιας Ελλάδας που μάτωνε, μιας Ελλάδας ηρώων και προδοτών» (σελ. 67). Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως: «Το χθες δεν ήταν τόσο ευτυχισμένο όσο σήμερα θέλουμε να πιστεύουμε. Κι ούτε εμείς ήμασταν τα παιδιά των παλιών αναγνωστικών. Καλά και άγια τα ήθη και τα έθιμα… Όμως, για να προχωρήσουμε μπροστά, πρέπει κάποτε να πάψουμε να εξωραΐζουμε τις πίσω μας σελίδες» (σε. 69). Κι όμως: «Τα πρώτα δείγματα της κατάθλιψης ήταν άκακα σαν κουτάβι. Τίποτα δεν προμήνυε την κόλαση που θα κρατούσε χρόνια ατέλειωτα. Τίποτα το σπουδαίο, να, μια βαρεμάρα, ρε παιδί μου Μια κακοκεφιά» (σελ. 129). Και συνεχίζει αμείλικτη: «Καμιά φορά με ρωτάνε γιατί άργησα τόσα χρόνια να ζητήσω βοήθεια από ειδικούς. Η απάντηση είναι απλή: δεν την ήθελα ακόμα αυτή τη βοήθεια. Και δεν την ήθελα γιατί δεν καταλάβαινα τι το τραγικό είχε όλο αυτό. Κατά κανόνα, η κατάθλιψη είναι πιο ύπουλη από σένα. Και πιο έξυπνη επίσης. Στα πρώτα της βήματα σου προσφέρει τόση θαλπωρή, τόση στοργή, που την αντιμετωπίζεις…» (σελ. 130).
Τρυφερές αναπολήσεις, στιγμιότυπα με ηθοποιούς και πολιτικούς κι όλα αυτά να είναι μια ροζ τσιχλόφουσκα που έσκασε όταν πέθανε ο πατέρας της το 1965, στα δέκα της χρόνια, από καρκίνο και σχεδόν αμέσως μετά: «Ήμουν δώδεκα χρονών, είχα δει να συλλαμβάνουν τη μάνα μου μπρος στα μάτια μου, κι ο μπαμπάκας μου δεν ήταν πουθενά για να σηκώσει τον κοριτσίστικο τρόμο μου στις γερές του πλάτες» (σελ. 93). Καταγράφεται με ενάργεια και αμεσότητα μια Αθήνα όπου μεσουρανούσαν ο Στρογγυλός, ο Ανδρεάδης, ο Καλυβιώτης στην αγορά, ο Κουν, ο Χορν, η κυρία Κατερίνα, ο Μουσούρης στο θέατρο, όπου υπήρχαν κυριακάτικες έξοδοι σε ονομαστά ρεστοράν της Βουλιαγμένης και της Γλυφάδας και όχι μόνο, με τον κόσμο να ντύνεται «τα καλά του» για να βγει, ακόμη και για να πετάξει με το αεροπλάνο. «Ζήσαμε. Ζήσαμε χίλιες φορές και πεθάναμε άλλες τόσες. Μας σκότωσαν οι έρωτες, οι δεύτερες ευκαιρίες, οι προδοσίες, οι γκόμενοι, τα κόμματα, οι προσδοκίες των γονιών μας, τα όνειρά μας που έγιναν πραγματικότητα κι εκείνα που διαψεύστηκαν…Όχι όλοι. Μετριόμαστε αι είμαστε λιγότεροι. Μετριόμαστε και λείπουν οι φίλοι οι πιο ευαίσθητοι, οι φίλοι οι πιο διάτρητοι που δεν άντεξαν…Πού καιρός για κατάθλιψη, λοιπόν; Και ποιον παραμονεύει αυτή η αλήτισσα στη γωνία; Εμένα; Δεν θα ‘μαστε καλά» (σελ. 122-123). Κι όλες αυτές οι τρυφερές αναμνήσεις δε χρησιμοποιούνται για να γεμίσουν σελίδες επί ματαίω αλλά για να ψηλαφίσει η συγγραφέας το παρελθόν της και να εντοπίσει τους λόγους που την οδήγησαν σ’ ένα σκοτεινό πηγάδι: «Δεν είναι θέμα θέλησης η κατάθλιψη, ούτε θέμα αποφασιστικότητας. Είναι ψυχική νόσος και στη νόσο αυτή όχι μόνο υπάρχει αλλά κυριαρχεί το δεν μπορώ» (σελ. 143). Και το πιο τρομακτικό: «Σωματοποιείς τη διαταραχή σου, όλοι οι καταθλιπτικοί το ξέρουμε αυτό» (σελ. 177).
Οι γάμοι της με τον Νάσο Κόκκινο και τον Κώστα Αρζόγλου, η θεατρική, δημοσιογραφική και τηλεοπτική της πορεία, ο γιος της, οι φίλοι της, όλοι εδώ: «Έτσι μεγάλωσα. Με μια άθεη αντάρτισσα γιαγιά, μια απρόβλεπτη αντάρτισσα μάνα και την προφεμινίστρια αντάρτισσα Αγία Φιλοθέη ως γυναικεία πρότυπα στη μετέπειτα ζωή μου» (σελ. 100). Η συγγραφέας τονίζει την απελευθερωμένη εποχή στην οποία μεγάλωσε, με τη σκιά της πατριαρχίας να πλανάται πάνω από τα κεφάλια αλλά και με τα πρώτα βήματα της γυναικείας αυτοδιάθεσης, σε μια εποχή-μεταίχμιο μεταξύ «χτες» και «σήμερα»: «Υπήρχαν κόλπα, tips που, αν τα εφάρμοζες με επιτυχία, μπορούσες να μετατρέψεις τον σύντροφό σου σε έναν χρήσιμο ηλίθιο. Έναν ηλίθιο που τον κάνεις ό,τι θέλεις κι εκείνος καμαρώνει πως είναι η κολόνα του σπιτιού. Πόσο άθλιο, πόσο βδελυρό. Να γνωρίζεις έναν άνθρωπο, να τον ερωτεύεσαι και μετά να σπαταλάς την υπόλοιπη ζωή σας σε φτηνά κόλπα ενός ακήρυχτου πολέμου» (σελ. 103). Έντονες είναι οι αιχμές της για τη σεξουαλική παρενόχληση και για την κατ’ οίκον κακοποίηση που δεν πρέπει να βγει παραέξω, τι θα πει ο κόσμος: «Να μιλάτε, κορίτσια μου, να μιλάτε» (σελ. 115). Κι όλα αυτά συγκροτούν έναν χαρακτήρα που πλέον επιτίθεται σε κάθε στερεότυπο και σε κάθε «αποψάρα» που διατυπώνεται από όποιον θέλει να πει μια κακία κλεισμένος σε στερεότυπα, τονίζοντας με το δικό της μοναδικό στυλ γραφής πως ο καθένας έχει δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει με τον εαυτό του και το σώμα του. Είναι καυστική, αυστηρή, ωμή, προτρέπει οποιονδήποτε νιώθει ηλικιακό, φυλετικό ή άλλο εκφοβισμό και παρενόχληση να μιλήσει, να κάνει ένα μικρό βηματάκι που θα τον φέρει πιο κοντά στην αποδοχή του εαυτού του και στην απελευθέρωσή του από τις ντροπές που του επιβάλλουν οι άλλοι. Αγωνίζεται, εγείρει συνειδήσεις, παρακινεί, «κλωτσάει», «σκουντάει».
Στο νέο της βιβλίο η Ελένα Ακρίτα παλεύει μ’ ένα θηρίο που κάνει χαρούλες σε πολύ κόσμο και δεν τρέφεται μόνο από τα ψίχουλα του τραπεζιού του αλλά θρασύτατα του τρώει το ίδιο το φαΐ, με την κατάθλιψη. Γράφει γι’ αυτό με ειλικρίνεια και βαθιά αυτοκριτική, παραδέχεται άλλωστε πως της ήταν δύσκολο να κάνει αυτό το βήμα και να βγάλει στο φως το δικό της σκοτάδι, ώστε να δώσει δύναμη σε όσους πολεμάνε, να το αναγνωρίσουν και να το αντιμετωπίσουν εγκαίρως όσοι περνάνε καλά μαζί του (δεν είναι αλήθεια αυτό και θα το καταλάβουν πολύ γρήγορα) και να δείξει πως είναι μια ασθένεια που πρέπει να πάψει στον 21ο αιώνα πια να θεωρείται κάτι ντροπιαστικό που περιθωριοποιεί τον πάσχοντα. Κι ας δέχτηκε κι η ίδια τόνους λάσπης, ας εργαλειοποίησαν τη διαταραχή της, ας λοιδόρησαν την κίνησή της να μιλήσει γι’ αυτό, η πένα της καταγράφει ακριβοδίκαια συμπτώματα, συνέπειες, αποτελέσματα, φοβίες, χαρίζοντας αφειδώς δύναμη, κουράγιο και ουσιαστική ψυχολογική υποστήριξη με το κείμενό της. «Μετά τη θεραπεία, η ζωή συνεχίζεται, αλλά όχι απαραιτήτως με σημαίες και τραγούδια. Απλά προχωράει. Άλλοτε τρέχοντας, άλλοτε δρασκελίζοντας βουνά και λαγκάδια, άλλοτε μπουσουλώντας κι άλλοτε σέρνοντας. Όμως προχωράει. Κι αυτό είναι το σημαντικό» (σελ. 279).
Ένα αυθόρμητο αυτοβιογραφικό πόνημα γραμμένο σαν μυθιστόρημα υπογράφει η γνωστή συγγραφέας, δημοσιογράφος και ηθοποιός Έλενα Ακρίτα με τίτλο την πάγια φράση που χρησιμοποιεί συνήθως ένα παιδί όταν καταφέρνει να κάνει ποδήλατο μόνο μου τα πόδια του, αφήνοντας το τιμόνι.
Πόσο εύκολο είναι να μιλήσουμε για όσα μας πονάνε και μας δυσκολεύουν στην καθημερινότητά μας; Η απάντηση είναι αρνητική όμως όταν αποφασίζουμε να μοιραστούμε ή και να «πενθήσουμε» τα γεγονότα που μας στιγμάτισαν η ζωή μας γίνεται πιο υποφερτή.
Η Έλενα Ακρίτα μας χάρισε ένα αυτοβιογραφικό ανάγνωσμα που δεν ωραιοποιεί τις καταστάσεις αλλά μας παρουσιάζει τα τρωτά της σημεία. Ο εθισμός στα υπνωτικά χάπια, η δύσκολη μάχη με την κατάθλιψη και οι απώλειες οδήγησαν έναν δικό μας συνάνθρωπο να παλέψει με τους δαίμονες του και να βγει νικητής.
Ένα βιβλίο που διατρέχει όλη την επαγγελματική και προσωπική πορεία της Έλενας. Οι σχέσεις, τα σίριαλ, το θέατρο και οι εμπειρίες που αποκόμισε από τα αγαπημένα της πρόσωπα καθώς και τον πόλεμο που δέχτηκε όταν αποφάσισε να μιλήσει για τον δικό της Γολγοθά.
Την Έλενα Ακρίτα την εκτιμώ πάρα πολύ για την θέση που παίρνει σε πολλά ζητήματα και την στήριξη που προσφέρει σε κάθε άτομο που δέχεται αρνητικό σχόλιο λόγω εμφάνισης και σεξουαλικότητας. Με το συγκεκριμένο βιβλίο την αγάπησα ακόμα περισσότερο καθώς την γνώρισα σαν άνθρωπο. Πορεύτηκα μαζί της διάβασα τις σκέψεις και τις ανησυχίες της. Όπως επίσης και τα γνωσιακά λάθη που έκανε και τα ξεπέρασε. Όσοι έχουν κάνει ψυχοθεραπεία μπορούν να καταλάβουν σε ποια λάθη αναφέρομαι και είναι αυτά που κάνουμε όλοι μας καθημερινά.
Ένα δυνατό ανάγνωσμα από μία γυναίκα που έχει το θάρρος και μιλάει ανοιχτά για όσα την πόνεσαν.
Η ανάγνωση κύλησε "σαν νεράκι". Είχα περ 40 χρόνια να διαβάσω βιβλίο της Έλενας Ακρίτα και μάλλον δε θα ξαναδιάβαζα, αν δεν μου το δώριζε αγαπημένη φίλη. Παρ' όλ' αυτά, αν και βρίσκω πάντα ενδιαφέρουσα τη γραφή και το χιούμορ της, στο συγκεκριμένο θα έβαζα 3*, που τλκ όμως έγιναν 4* 3* γιατί κάτι δε μου 'κολλάει' στη δομή. Γιατί επίσης με κούρασε αρκετά αυτός ο υπερτονισμός της αστικής καταγωγής, της δημοκρατικότητας, της επαγγελματικής επιτυχίας στη δημοσιογραφία, τη συγγραφή αλλά και την υποκριτική. Στο δε θέμα του ηλικιακού ρατσισμού που θίγει προς το τέλος, βρήκα αρκετές υπερβολές και αντιφάσεις.
4* τλκ, γιατί περιγράφει γλαφυρά την κατάδυση της στην κατάθλιψη, μέχρι να πιάσει "πάτο". Γιατί δίνει το μήνυμα ότι όταν υπάρχουν συγκεκριμένα συμπτώματα και σημάδια, με την καθοδήγηση του ειδικού ψυχικής υγείας υπάρχει πάντα ελπίδα, ακόμα κι αν κάποιος καθυστερήσει πολύ να ζητήσει βοήθεια. Σημαντικά και τα μηνύματα για την απαλλαγή από αϋπνία και υπνωτικά αλλά και από το κάπνισμα, με τη συνδρομή πάντα των ειδικών.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Αυτοβιογραφικό και απογοητευτικό. Δίχως έμπνευση, με εξυπνάδες και πνεύμα μαθητικής έκθεσης γυμνασίου και με ανύπαρκτα λογοτεχνικά στοιχεία. Περίμενα σαφώς κάτι καλύτερο.
Διαβάζεται ευχάριστα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Αν και αυτοβιογραφικό μοιάζει με "γέμισμα" σε συμβόλαιο για συγκεκριμένο αριθμό βιβλίων στον εκδοτικό οίκο.