Jump to ratings and reviews
Rate this book

Βαγόνι Τρίτης Θέσης

Rate this book
Μια σπονδυλωτή µυθιστορηµατική αφήγηση που αφορά τη ζωή τριών γενιών καλλιτεχνών: Το Λενάκι που το σκάει απ’ τη Ροδίτσα Φθιώτιδος µ’ έναν µπουλουκτσή, για να τραγουδήσει στα θεατρικά µπουλούκια, η κόρη της, Κάλλι, που γίνεται µεγάλη ηθοποιός του θεάτρου, και η εγγονή της, η Ελένη, ηθοποιός των ηµερών µας.

Η πορεία που ακολούθησε η Ελλάδα από το Μεσοπόλεµο και την Κατοχή έως τη Χούντα και τη Μεταπολίτευση ζωντανεύει µέσα από τον κόσµο της Τέχνης, µε όχηµα την ιστορία ενός µπουλουκιού, του σχήµατος εκείνου που άφησε ιστορία στην ελληνική πολιτιστική ζωή και µοιάζει ξεχασµένο στις µέρες µας. Η σύγχρονη πολιτική ιστορία του 20ού αιώνα ξεδιπλώνεται πάνω στο σανίδι του θεάτρου σε µια παράσταση γεµάτη ίντριγκες, δράµα και άφθονο χιούµορ, γεµάτη ελπίδα για ένα καλύτερο µέλλον.

Ένα µυθιστορηµατικό ταξίδι µε ξύλινο βαγόνι τρίτης θέσης, σαν τα βαγόνια που ταξίδευαν τα θεατρικά µπουλούκια τον περασµένο αιώνα…


«Καληµέρα σας, κύριε αστυνόµε. Έχω έρθει εδώ µε τον θίασο, έχουµε ένα τσαντίρι και παίζουµε. Να, εδώ έχω την άδεια για τα έργα που ανεβάζουµε».

Ο αστυνόµος πήρε την άδεια κι άρχισε να διαβάζει.

«Εδώ γράφει Θίασος Πρόζας».

«Μάλιστα».

«Και γιατί δεν ήρθε η κυρία αυτοπροσώπως και ήρθατε εσείς;»

«Ποια κυρία;»

«Αυτή που γράφει εδώ, η κυρία Πρόζα. Αν δεν έρθει εδώ αυτοπροσώπως η κυρία Πρόζα, παράσταση δεν γίνεται!»

416 pages, Paperback

Published November 1, 2022

15 people want to read

About the author

Ο Πασχάλης Πράντζιος γεννήθηκε στην Ανάβρα Καρδίτσας το 1971. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση.

Ratings & Reviews

What do you think?
Rate this book

Friends & Following

Create a free account to discover what your friends think of this book!

Community Reviews

5 stars
7 (50%)
4 stars
4 (28%)
3 stars
2 (14%)
2 stars
0 (0%)
1 star
1 (7%)
Displaying 1 - 7 of 7 reviews
Profile Image for Ioanna Xristodoyloy.
330 reviews28 followers
January 30, 2023
Δεν ηταν άσχημο, είχε όμως προοπτικές να γινει ακόμα καλύτερο.
Ωραίο το θέμα του και ο σκοπος του το να δουμε την ιστορία της Ελλάδος με φόντο και μέσο τα μπουλούκια ,ειχε ομως και τις αδυναμίες του.
Κάποιοι χαρακτήρες δεν πήραν τον χρόνο που τους αναλογούσε, κάποιες ιστορικές αναφορές ηταν παράταιρες ας μου επιτραπεί η λέξη.
Οι σκηνές που φλερτάρουν οι ήρωες στο σήμερα ήταν πραγματικά κακες, και το χιούμορ των ηρώων ανάλατο. θέλει δουλειά στο κομματι του ρομαντζου ,ομως το βιβλιο ήταν καλο και χαίρομαι που το διάβασα.
3,5 αστερια απο μενα
Profile Image for Starboookk Athina.
222 reviews10 followers
March 13, 2023
Σ'ένα μπαούλο στο σπίτι της γιαγιάς, θα ανακαλύψει η Ελένη ένα έργο που είχε γραφτεί πριν από πολλά χρόνια από τον παππού Ανδρέα. Ο τίτλος του "Το βαγόνι της τρίτης θέσης"
Σε μια πρεμιέρα η Ελένη θα γνωρίσει τον Ερρίκο. Οι δυο τους δεν μπορούν να φανταστούν τι πραγματικά τους συνδέει. Είναι λες και η ζωή κάποιες φορές χρωστάει μια 2η ευκαιρία. Η Ελένη μεγάλωσε με τη γιαγιά της, μιας και η Κάλλι, η μητέρα της, ήταν αφοσιωμένη στην καριέρα της. Το Λενάκι στάθηκε βράχος δίπλα στην εγγόνα της και της προσέφερε απλόχερα όλη την αγάπη και τη στοργή.
Πίσω στο 1937, το Λενάκι δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τα δεδομένα της επαρχίας. Θέλει να ανοίξει τα φτερά της και να πετάξει μακριά. Θέλει να τραγουδάει. Θα το σκάσει λοιπόν από το χωριό και θα γνωρίσει τον Ανδρέα, ένα ζεν πρεμιέ που πρωταγωνιστεί στα μπουλούκια. Μαζί θα μπουν στο θίασο της Ρόζας. Όμως οι πολιτικές πεποιθήσεις του Ανδρέα θα σταθούν εμπόδιο στην ευτυχία τους. Το Λενάκι, με συνοδοιπόρους τη Ρόζα και το Ρίκο, θα παλέψει να αναθρέψει τα παιδιά της και όλοι μαζί θα γίνουν μάρτυρες της νεότερης ιστορίας της Ελλάδας. Κατοχή, δικτατορία, μεταπολίτευση. Πόσα όνειρα πραγματοποιήθηκαν, πόσες ευκαιρίες πήγαν χαμένες! Όμως πάντα κάτι θα ενώνει αυτούς τους ανθρώπους: η αγάπη για την τέχνη και η κοινή πορεία μέσω ενός ξύλινου βαγονιού τρίτης θέσης.
Άραγε πόσοι γνωρίζουμε την ιστορία των μπουλουκιών; Εκείνων των περιπλανώμενων θιάσων που όργωναν ολόκληρη την Ελλάδα για να προσφέρουν χαρά και διασκέδαση;
Πρόκειται για ένα υπέροχο νοσταλγικό βιβλίο που μυρίζει γλυκό βύσσινο και θυμίζει μια μελωδία από τα παλιά που ακούγεται από ένα καλοκουρδισμένο γραμμόφωνο..."Μενεξέδες και ζουμπούλια και θαλασσινά πουλιά, άμα δείτε την καλή μου χαιρετίσματα πολλα".
Profile Image for Πάνος Τουρλής.
2,697 reviews168 followers
December 17, 2022
Σε βαγόνια τρίτης θέσης ταξιδεύουν οι ωραιότερες ιστορίες ανθρώπων, γεμάτες εικόνες, στιγμές, εκπλήξεις, σε βαγόνια τρίτης θέσης συναντάει και το Λενάκι τον Ανδρέα Ρεζή και κλέβονται. 1937 και οι καιροί και τα ήθη αυστηρά. Εκείνος ηθοποιός στα μπουλούκια, εκείνη τραγουδίστρια, τον ακολουθεί και περιοδεύουν σε όλη την Ελλάδα. Σύντομα όμως μια σκιά μπαίνει ανάμεσά τους. Παράλληλα, το 2002, η Ελένη, μετά τον θάνατο της γιαγιάς της, ανοίγει ένα μπαούλο και βρίσκει πολλά κείμενα και διάφορα αναμνηστικά μιας ζωής πλούσιας και γεμάτης επιτυχίες ενώ ο έρωτας της χτυπάει επιτέλους την πόρτα. Πώς θα αξιοποιήσει το πολύτιμο υλικό που βρέθηκε στα χέρια της; Θα καταφέρει ποτέ να ξαναφτιάξει γέφυρες επικοινωνίας με τους γονείς της που κυριολεκτικά την άφησαν μόνη να μεγαλώσει με την αγαπημένη της γιαγιά;

Ο Πασχάλης Πράντζιος επιστρέφει με μια συγκινητική κι ενδιαφέρουσα καταγραφή της διαδρομής των περίφημων μπουλουκιών, θιάσων από άνεργους ηθοποιούς που όργωναν την Ελλάδα για ένα μεροκάματο, ζώντας πολλές δυσκολίες και εφήμερες επιτυχίες ενώ ταυτόχρονα καταγράφει τα σημαντικότερα γεγονότα της ελληνικής Ιστορίας από τον Μεσοπόλεμο ως τη δεκαετία του 1980 μέσα από τις ζωές της Λενιώς και της Ελένης, δυο γυναικών που έζησαν σε διαφορετικούς αιώνες, αγάπησαν, πάλεψαν, είχαν όνειρα και φιλοδοξίες, ξεγελάστηκαν και αγωνίστηκαν. Με διαρκή πρωθύστερα μεταβαίνουμε από το χτες στο σήμερα και πότε σεργιανάμε στα μακρινά χωριά και στα απάτητα βουνά της Ελλάδας και πότε βυθιζόμαστε στη μελέτη και την έρευνα των μπουλουκιών με αφορμή την προσπάθεια της άνεργης ηθοποιού Ελένης να μη μείνει μακριά από το θέατρο, εξ ου και διαπρέπει στην πανεπιστημιακή καριέρα, χωρίς πάντως να ξεχνάει τις αρχικές της φιλοδοξίες. Το Λενάκι δημιουργεί στέρεες φιλίες με τη Ρόζα, σύζυγο του μπουλουκτσή που τη δέχτηκε στον θίασό του με τον Ανδρέα Ρεζή, γίνεται αντικείμενο ενός τρυφερού ανεκπλήρωτου έρωτα, κάνει παιδιά, αγωνίζεται να επιβιώσει όσο η Ελένη του σήμερα ερωτεύεται έναν άντρα με τον οποίο την ενώνουν περισσότερα κοινά απ’ όσα περιμένει και, στην προσπάθειά της να ξεπεράσει τον πόνο της για τη γιαγιά της, αρχίζει να ελπίζει σε επανασύνδεση με τους γονείς της. Τρυφερές, συγκινητικές ιστορίες γεμάτες αλήθειες, νοήματα, ανατροπές συγκροτούν μια σφιχτοδεμένη και σωστά επεξεργασμένη πλοκή που μ’ έκανε να συγκινηθώ και να μάθω πολλά.

Οι μπουλουκτσήδες λοιπόν περιδιάβαιναν την επαρχία για να παίξουν θέατρο και για να βγάλουν μεροκάματο, μπας και φάνε κάτι, αφού τους είχε ρημάξει η πείνα στην Αθήνα, αλλά και για να πληρώνουν τις μετακινήσεις τους, έχοντας βέβαια υπ’ όψιν πως ξενοδοχεία και χάνια ήταν πανάκριβα για τα βαλάντιά τους κι επιπλέον κανείς δεν τους εμπιστευόταν για φιλοξενία. «…μόλις και μετά βίας εξοικονομούσαν ένα εισιτήριο τρίτης θέσης σε ξύλινο βαγόνι, για να επιστρέψουν στην Αθήνα μέχρι να βρουν άλλο μπουλούκι και να ξεκινήσουν νέα τουρνέ» (σελ. 33). Το κείμενο βρίθει αναφορών στους αφανείς αυτούς ήρωες που πέθαναν τελικά ξεχασμένοι παρά το μεγάλο ταλέντο πολλών εξ αυτών, καθώς και στην αστική σοβαροφάνεια του νεοέλληνα ή στην ηθικολογούσα θεατρική παιδεία και στην περιφρόνηση των ιστορικών του νεοελληνικού θεάτρου γι’ αυτό το σημαντικό κομμάτι θεατρικής ιστορίας. Κι όλες αυτές οι δυσκολίες που τελικά έψησαν τους ηθοποιούς στον αυτοσχεδιασμό και στην εμπειρία γίνονται σε εποχή και μέρη όπου ο κόσμος δεν ήξερε το θέατρο, δε γνώριζε το χειροκρότημα, αντιδρούσε με τραγικωμικό τρόπο στα θεατρικά δρώμενα που έβλεπε πρώτη φορά στη ζωή του! Μια πορεία τριάντα χρόνων περίπου, από το 1920 ως το 1950, οπότε και άνθισε ο κινηματογράφος, εξαφανίζοντάς τα, ζωντανεύει με αντικειμενικότητα και αφθονία πληροφοριών που ενσωματώνονται στην υπέροχη πλοκή δημιουργώντας ένα κείμενο πλούσιο, μεστό και πυκνογραμμένο, όπου ακόμη και το χιούμορ έχει τη θέση του: «-Μην τη δείρεις… -Μωρέ, θα τη μεταλάβω» (σελ. 68)!

Το μυθιστόρημα με έριξε από την αρχή στα βαθιά, με τους παραστατικούς διαλόγους, με τη ρεαλιστική, σχεδόν κινηματογραφική, αφήγηση, με ενδιαφέρουσες αντιθέσεις και την πολύ πρωτότυπη πρώτη παράγραφο, στην οποία χρησιμοποιούνται αντιθετικός σύνδεσμος και τα ελάχιστα καλολογικά στοιχεία που απαιτούνται για να μαλακώσει μια κατ’ ουσίαν σκληρή ιστορία: «Μα το Λενάκι δεν ήξερε από τέτοια. Δεν χαμπάριαζε κανέναν κι ήταν δεν ήταν είκοσι χρόνων. Έπλεκαν φωλιά τα όνειρά του κι έβγαζαν φτερά και πέταγαν. Κι αστραποβολούσαν αντάμα με την ομορφιά της. Έτσι ήταν το Λενάκι εκείνα τα χρόνια, μια ομορφιά κι ένα όνειρο» (σελ. 7). Ο συγγραφέας σπάει το φράγμα της απόστασης μεταξύ κειμένου και αναγνώστη, χρησιμοποιώντας το πρώτο πρόσωπο σε αρκετές περιπτώσεις: «Ίσως να έφταιγε κι η ομορφιά της, δεν ξέρω» (σελ. 8) ή τις φράσεις «που λέτε», «Καλά διαβάσατε…» κλπ ενώ κάποια στιγμή μιλάει πιο ανοιχτά: «…για άλλα παραμύθια μιλώ εγώ. Για κείνα τα βιώματα που αν δεν τα διηγηθείς σαν παραμύθι πονάνε πολύ, όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει» (σελ. 181). Εξίσου ξεκάθαρα στηλιτεύει τα γεγονότα της Κατοχής και του Εμφυλίου, αναγνωρίζει τη βοήθεια της Μαρίκας Κοτοπούλη σ’ εκείνα τα μαύρα χρόνια, εξυμνεί τα συλλαλητήρια που έσωσαν την Ελλάδα από την πολιτική επιστράτευση και τη βόρεια Ελλάδα από τους Βούλγαρους, κατηγορεί τον τρόπο χειρισμού των εσωτερικών πολιτικών υποθέσεων της Ελλάδας από τους Άγγλους με προεξάρχοντα τον Ουίνστον Τσώρτσιλ που κατά τα άλλα αναγνώριζε την ελληνική ανδρεία, κι όλα αυτά με σύντομα, γεμάτα από συγκινητικές σκηνές, κεφάλαια. «Οι ιδεολογίες σφάχτηκαν μεταξύ τους για τη νομή της εξουσίας και ο λαός έριχνε για άλλη μια φορά πάχνη στις πληγές του, παλεύοντας για την επιβίωσή του» (σελ. 222), τονίζει ο Πασχάλης Πράντζιος.

Το Λενάκι είναι η μικρότερη από τις τρεις κόρες της Καλλιόπης και του Γιάννη, ζει σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Φθιώτιδας κι ενώ οι αδερφές της έχουν ήδη παντρευτεί ή αρραβωνιαστεί, η ίδια δεν έχει εγκρίνει κανένα προξενιό κι ας κοντεύει πια τα είκοσι. Η μάνα της, κλασική γυναίκα του χωριού, για τους περισσότερους φαντασμένη και ο πατέρας της, που έχει μεγάλη αδυναμία στο Λενάκι αλλά είναι αδύναμος, που λυγίζει από αγάπη για τη μικρότερή του κόρη γιατί μόνο αυτή τον υπολογίζει και του μιλάει με αγάπη, αφού η γυναίκα του τον έχει σα σκυλί κι ας κρύβεται, άτολμος, πίσω της, είναι δυο φιγούρες που θα παίξουν κομβικό ρόλο στις μελλοντικές εξελίξεις και χάρη σε αυτούς καταγράφεται με ζωντάνια και ενάργεια ο μέσος άνθρωπος της εποχής. «Το Λενάκι το μελαχρινάκι που, όταν έβγαζε φωνή, η φύση σώπαινε» (σελ. 9) της αρέσει να τραγουδάει στα πανηγύρια, κάνοντας τη μάνα της έξαλλη με τα καμώματά της. Διεκδικεί τα «θέλω» της, επιβάλλει την ασυνήθιστη και τολμηρή της προσωπικότητα, συγκρούεται με τις αντιλήψεις του χωριού, έχει τσαγανό και προκαλεί τον αντρικό πληθυσμό με την ομορφιά, τη φωνή και το βάδισμά της. Όταν δέχεται πρόταση να τραγουδάει σε κέντρο στη Λαμία προκαλεί σχεδόν εγκεφαλικό στη μητέρα της με το «ρεζιλίκι»: Τραγουδιάρα η κόρη της Καλλιόπης; Στο μαγαζί θα γνωριστεί με τον Ανδρέα Ρεζή, έναν ζεν πρεμιέ των μπουλουκιών, όμορφο αλλά αντιδραστικό, με πείσμα και οργή για την κοινωνική αδικία. Οι πολιτικές του πεποιθήσεις του έκλεισαν τον δρόμο του Εθνικού Θεάτρου κι επιπλέον τον έχει η αστυνομία στο μάτι, οπότε αναγκαστικά μπήκε στο μπουλούκι. Έμπλεξε με το παράνομο τότε ΚΚΕ όχι από ιδεολογία αλλά γιατί ήθελε την ατομική του ελευθερία, δεν του αρέσει να του υπαγορεύουν τι να κάνει. Μικρή επαρχιακή πόλη και Μεσοπόλεμος, μεγάλα όνειρα και ατίθαση καρδιά, ε, αυτά δεν πάνε μαζί, γι’ αυτό και το Λενάκι τον Δεκαπενταύγουστο του 1937 κλέφτηκε με τον Ρεζή. Η ιστορία τους, όπως έγραψα και πριν, ξεδιπλώνεται με πρωθύστερα και είναι άκρως ενδιαφέρουσα και γεμάτη εκπλήξεις και ανατροπές.

Η Ρόζα από την άλλη είναι μια γυναίκα που μεγάλωσε σ’ ένα περιβάλλον κακοποίησης από τον μέθυσο πατέρα της, τον Τράκουνα και με μια μάνα που έτρεμε απ’ τον φόβο, και συγκρότησε θίασο με τον Σπήλιο, στον οποίο γίνονται μέλη ο Ρεζής και το Λενάκι. Το παρελθόν και τις προσωπικές ιστορίες των δύο θιασαρχών τις μαθαίνουμε αργότερα, όπως γίνεται με όλους σχεδόν τους χαρακτήρες. Η κάθε προσωπικότητα, το εκάστοτε χτες το μαθαίνουμε σταδιακά στην πορεία της ανάγνωσης, κάτι που δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα πινακοθήκη ηρώων, που ενώνουν τα δεινά τους με αυτά της οικογένειας που δημιουργεί το Λενάκι, παρ’ όλο που τελικά χωρίζουν οι δρόμοι της με τον άντρα της, αφού εκείνος χώνεται όλο και πιο βαθιά στο Κόμμα και οργανώνει αντικυβερνητικά σχέδια. Η ιδεολογία του κομμουνισμού και η απλοϊκή νοοτροπία που παρασύρεται από τις ιδεαλιστικές ουτοπίες του κόμματος είναι οι πρώτοι παράγοντες που θα αποξενώσουν το ζευγάρι όσο η επιτυχία και τα ταξίδια έρχονται το ένα πίσω από το άλλο. Και φτάνουμε στο 1940: πόλεμος, Κατοχή, πείνα, θάνατος, αντίσταση, τα θέατρα που αρχικά γιορτάζανε την ελληνική αντεπίθεση καταλήγουν μαγκωμένα και διστακτικά μετά τον Απρίλιο του 1941 να ανεβάζουν έργα που προσπαθούν να κρύψουν τον ξεσηκωτικό τους χαρακτήρα, με τους περισσότερους ηθοποιούς να ανήκουν στην Αντίσταση, βάζοντας σε κίνδυνο τις παραστάσεις που ανεβοκατέβαιναν μέσα σε μια στιγμή. Το ΕΑΜ και οι προκηρύξεις, ο πολύγραφος και η διαφώτιση γύρω από την οργάνωση στους θεατρικούς κύκλους από πρόσωπα-κλειδιά, το θεατρικό εργαστήρι του Βασίλη Ρώτα που ήταν φυτώριο της ΕΠΟΝ, η συμμετοχή των ηθοποιών στην απελευθέρωση, με το θέατρο πλέον να πολιτικοποιείται ανοιχτά μετά τα Δεκεμβριανά και να διχάζεται μετά τη δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη. Πόσο δυνατή και στέρεη όμως η πρόταση αυτή που βάζει τα πάντα στη θέση τους: «-Θανασό, πού είσαι πολιτικά; -Είμαι Έλληνας, μπατζανάκη, κι αυτό φτάνει» (σελ. 169).

Να κι ο Εμφύλιος, από τη μια με το αντάρτικο θέατρο, το θέατρο της ελεύθερης Ελλάδας, το θέατρο των βουνών που εκπροσωπείται κυρίως από τη Λαϊκή Σκηνή του Γιώργου Κοτζιούλα και από την άλλη με τον θίασο του Βασίλη Ρώτα. Στο ένα άκρο το θέατρο που θα διαφωτίζει τον λαό για τους στόχους του απελευθερωτικού αγώνα και ίσως και να στρατολογούσε νέους αντάρτες μέσα από την ψυχαγωγία και στο άλλο το αστικό θέατρο, με επαγγελματίες ηθοποιούς και γνωστά έργα. Ρευστές καταστάσεις, σκληρές εποχές, αίμα και πόνος και γύρω απ’ όλα αυτά η έξυπνη, καπάτσα, ικανή στον χειρισμό των ισορροπιών θιασάρχις Ρόζα, το φίδι η Γιούλα, ο ερωτευμένος και ταπεινός Ρίκο, η ταλαντούχα Νόπη, ο μικρόκοσμος του μπουλουκιού αλλά και της κοινωνίας εκείνης της εποχής. Λενάκι και Ανδρέας ζωντανεύουν ολοκληρωμένα, με εκείνον να πρεσβεύει κομμουνιστικές πολιτικές τοποθετήσεις αλλά χωρίς να χάνει στιγμή να ταπεινώνει και να χλευάζει τη γυναίκα του κι εκείνη ατίθαση, ανεξάρτητη, να μη σηκώνει μύγα στο σπαθί της και φυσικά ούτε κατά διάνοια να δεχτεί ξύλο από τον άντρα της όπως πολλές γυναίκες εκείνη την εποχή. Ανάμεσά τους μπαίνει ο έρωτας του Ρίκο για το Λενάκι που παραμένει ανεκπλήρωτος, η υποτακτικότητα και η ανέχειά του, η διακριτικότητα του φλερτ του και το γεγονός ότι δεν εκμεταλλεύεται ούτε εκβιάζει καταστάσεις κι έτσι δημιουργείται ένα πολύ ενδιαφέρον και καλοσχεδιασμένο τρίγωνο με ρεαλισμό και ειλικρίνεια. Κι όλα αυτά είναι μόνο η αρχή της ιστορίας, αφού οι επόμενες δεκαετίες φέρνουν ακόμη περισσότερες εκπλήξεις.

Καθώς ξεδιπλώνεται η πλούσια σε γεγονότα και ανατροπές ιστορία του Ανδρέα Ρεζή και της γυναίκας του, επιστρέφουμε τακτικά στη δεκαετία του 2000, όπου η Ελένη, κόρη των ηθοποιών Κάλι και Αλέκου, οι οποίοι την άφησαν βρέφος στη γιαγιά της για να κάνουν τουρνέ στην Αμερική, προσπαθεί να χειριστεί τον θάνατο της αγαπημένης της γιαγιάς. «Έτσι ήταν πάντα. Καθόλου γονείς» (σελ. 26), λέει χαρακτηριστικά. Συγκινητικά ντοκουμέντα, όπως η βραδιά στο Ηρώδειο το 2002 που ήταν αφιερωμένη στα μπουλούκια, τα ευτράπελα που πάθαιναν οι ηθοποιοί επί σκηνής και όχι μόνο, ποικίλες αναφορές σε σκηνικά και κοστούμια, ενδυμασίες και αντικείμενα, τσιγκολαμαρίνες για τον αέρα και τη βροντή και ζωγραφισμένες κάλτσες αντί για φίδια, μπουλβάρ και κωμωδίες, θεατρικά κείμενα ποικίλου περιεχομένου γνωστών ή και άγνωστων συγγραφέων που απαρτίζουν τη διδακτορική διατριβή της ηρωίδας συναποτελούν ένα κείμενο-μαγεία που με σεργιάνισε στα μυστικά του επαρχιακού θεάτρου, στις πρακτικές δυσκολίες, στις μετακινήσεις, στην αλληλεγγύη, στην μπέσα, στην ανέχεια, στις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των ηθοποιών και στα μικρά και μεγάλα μυστικά τους. Άνεργη ηθοποιός, όπως κι όλοι οι φίλοι της από τη σχολή, δουλεύει περιστασιακά σ’ ένα βιβλιοπωλείο και κάποια στιγμή ανακαλύπτει ένα χειρόγραφο θεατρικό έργο άγνωστου συγγραφέα με ημερομηνία 1939 και με τίτλο «Βαγόνι τρίτης θέσης». Ποιος το έγραψε και πώς το εμπνεύστηκε; Η ιστορία της είναι ο απαραίτητος συνεκτικός δεσμός που μας ταξιδεύει στο χτες και ταυτόχρονα, μέσα από μια σειρά τρυφερών στιγμιότυπων, αρχίζει να προσεγγίζει τους αποξενωμένους γονείς της και μας κρατάει σε αγωνία για το αν θα πετύχει ή όχι σε αυτό ενώ ταυτόχρονα ο έρωτας του Ερρίκου θα πυροδοτήσει μια σειρά από εξελίξεις που θα οδηγήσουν το κείμενο σ’ ένα καλοδεχούμενο τέλος.

«Βαγόνι τρίτης θέσης» γράφει το εισιτήριο της ελληνικής ιστορίας, όπως και αυτό των ηρώων του μυθιστορήματος, να όμως που και η χώρα αλλά και οι πρωταγωνιστές του βιβλίου καταφέρνουν να περάσουν μπροστά, να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους και προσπαθούν να βρουν τη θέση που τους αξίζει. Με έναν λυρικό, συγκινητικό και τρυφερό τρόπο γραφής ο Πασχάλης Πράντζιος ξεδιπλώνει συναρπαστικές ιστορίες από μια περίοδο κι ένα κομμάτι της θεατρικής ιστορίας που έχουν επιδεικτικά αγνοηθεί και παραπεταχτεί από σημαντικό ποσοστό της ακαδημαϊκής κοινότητας και ζωντανεύει με ρεαλισμό, ποικιλία σκηνών και ενάργεια ενδιαφέροντες χαρακτήρες που βιώνουν αγάπη, απογοήτευση, προδοσίες, εμπόδια και πολλά άλλα που τους ατσαλώνουν και τους ωριμάζουν. Ένα συναρπαστικό ταξίδι που δεν ήθελα να τελειώσει!

Πρώτη δημοσίευση στο site μου: www.vivliokritikes.com/%ce%b2%ce%b1%c...
Profile Image for Giouli Tsakalou.
121 reviews29 followers
October 31, 2022
Είχα τη χαρά να διαβάσω το καινούριο μυθιστόρημα του Πασχάλη Πράντζιου, «Βαγόνι τρίτης θέσης», πριν από την επίσημη μέρα κυκλοφορίας του βιβλίου από τις εκδόσεις «Πηγή», την Τρίτη 1η Νοεμβρίου. Ακολουθώ αναγνωστικά τον συγγραφέα από τα πρώτα του βήματα, από το πρωτόλειό του ακόμη «Και πάντα με χείλη κόκκινα» που εκδόθηκε το 2006. Ο πρωτοεμφανιζόμενος τότε Πράντζιος με εξέπληξε με τη συγγραφική του πένα κι έχω ακόμη στο μυαλό μου την αρχική μου σκέψη πως ο συγγραφέας αυτός θα έχει μέλλον. Το μέλλον αυτό έρχεται για άλλη μία φορά να μας το επιβεβαιώσει ο συγγραφέας με το έβδομο κατά σειρά μυθιστόρημά του, «Βαγόνι τρίτης θέσης». Η γραφή του Πράντζιου είναι σαν το παλιό καλό κρασί· όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο μεστή γίνεται. Οι θεματικές των βιβλίων του δεν είναι επαναλαμβανόμενες, ο συγγραφέας σκέφτεται και ερευνά πριν ξεκινήσει κάθε φορά το καινούριο του πόνημα, γι’ αυτό και η εκδοτική του παρουσία ανά τριετία.
Το «Βαγόνι τρίτης θέσης» είναι αποτέλεσμα πολύμηνης έρευνας πάνω στα θεατρικά μπουλού��ια του περασμένου αιώνα, γεγονός που πιστοποιείται εξάλλου και από την παράθεση της βιβλιογραφικής μελέτης στο τέλος του βιβλίου. Ο συγγραφέας συνέθεσε την πλοκή του μυθιστορήματός του βασισμένος σε πραγματικά γεγονότα που λάβαιναν χώρα κατά την περιδιάβαση των θεατρικών μπουλουκιών ανά την Ελλάδα και μας παρουσιάζει ένα μυθιστόρημα άρτιο μορφικά, χτίζοντας τη μυθοπλασία του μέσα από τη ζωή τριών γενιών καλλιτεχνών. Επί της ουσίας πρόκειται για μια σπονδυλωτή αφήγηση, η οποία ξεκινά στα χρόνια του Μεσοπολέμου, με το Λενάκι να το σκάει από την επαρχία, όπου μεγαλώνει, μ’ έναν μπουλουκτσή που ερωτεύεται και τον ακολουθεί ως τραγουδίστρια στους περιπλανώμενους θιάσους των μπουλουκιών. Εκεί γνωρίζει τη Ρόζα, χαρακτηριστική μορφή των θεατρικών μπουλουκιών της εποχής, και ο σύνδεσμος μαζί της δημιουργεί μία φιλία που κρατά σε όλη τη διάρκεια του βίου τους. Παράλληλα, ο αναγνώστης παρακολουθεί στα μεταγενέστερα χρόνια την κόρη της πρωταγωνίστριας, Κάλλι, που διαπρέπει στον χώρο του θεάτρου, και την εγγονή της, Ελένη, αντιπροσωπευτικό δείγμα της νέας γενιάς των ηθοποιών που αγωνίζονται να σταδιοδρομήσουν στον καλλιτεχνικό χώρο. Μέσα από τα μπουλούκια και το θέατρο, ευρύτερα, παρακολουθούμε την κοινή ζωή της Ρόζας με το Λενάκι, καθώς ζυμώνεται ταυτόχρονα με τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, του Εμφύλιου σπαραγμού, των γεγονότων που οδήγησαν στη Δικτατορία του ’67 και τη Μεταπολίτευση. Οι σελίδες του βιβλίου αποτελούν ένα πέρασμα από τις αγνές εποχές της τέχνης που υπηρέτησαν τα θεατρικά μπουλούκια, στις χρυσές εποχές του κινηματογράφου και των εμπορικών θεατρικών παραστάσεων, μέχρι τη σκληρή καλλιτεχνική πραγματικότητα των ημερών μας.
Ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από τα ξύλινα βαγόνια τρίτης θέσης, στα οποία στοιβάζονταν οι μπουλουκτσήδες, για να ταξιδέψουν στις περιοδείες τους. Αποτελεί όμως κι ένα σημείο-κλειδί στο μυθιστόρημα, εξάπτοντας την περιέργεια του αναγνώστη, ένα εύρημα βάσει του οποίου εκτυλίσσεται και ολοκληρώνεται η μυθιστορηματική πλοκή.
Με δεδομένο ότι το θέατρο δεν είναι αποκομμένο από τη ζωή και τα προβλήματά της, στο «Βαγόνι τρίτης θέσης» πρωταγωνιστούν τα ανθρώπινα συναισθήματα, έρμαια των πολιτικών συγκυριών και των κοινωνικών συνθηκών που ταλανίζουν την ανθρώπινη φύση σε κάθε ιστορική εποχή: Η πίκρα, η αγωνία και ο σπαραγμός μέσα από τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων, ο προβληματισμός γύρω από το θέμα της οικονομικής ανέχειας, της ανθρώπινης εξαθλίωσης και της ματαιοδοξίας, η βαθιά συνειδητοποίηση του ευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μέσα σε καταστάσεις πολέμου και καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προκαλούν οι βιαστές της δημοκρατίας. Όλα αυτά διανθισμένα με την αξιέραστη γλώσσα του συγγραφέα και με εργαλείο το χιούμορ που χαρακτηρίζει τη γραφή του εν γένει, δημιουργούν ένα μυθιστόρημα με ήρωες πλασμένους «κατά το εικός και το αναγκαίον», με μία αφηγηματική ταχύτητα που σε ταξιδεύει, μ’ ένα τέλος γεμάτο συγκίνηση και την επιθυμία να ξαναγυρίσεις στην πρώτη σελίδα και να διαβάσεις το βιβλίο από την αρχή.
Δεν μένει παρά να επιβιβαστούμε κι εμείς ως αναγνώστες σ’ αυτό το «Βαγόνι τρίτης θέσης» και να ταξιδέψουμε παρέα με τη συναρπαστική αφήγηση του βιβλίου.
Κλείνοντας, θα ήθελα να παραθέσω μία από τις πολλές μαρτυρίες που έβγαλε στο φως η έρευνα του συγγραφέα για τον άγνωστο, για τους περισσότερους, κόσμο των θεατρικών μπουλουκιών.
«Καλημέρα σας, κύριε αστυνόμε. Έχω έρθει εδώ με τον θίασο, έχουμε ένα τσαντίρι και παίζουμε. Να, εδώ έχω την άδεια για τα έργα που ανεβάζουμε».
Ο αστυνόμος πήρε την άδεια κι άρχισε να διαβάζει.
«Εδώ γράφει Θίασος Πρόζας».
«Μάλιστα».
«Και γιατί δεν ήρθε η κυρία αυτοπροσώπως και ήρθατε εσείς;»
«Ποια κυρία;»
«Αυτή που γράφει εδώ, η κυρία Πρόζα. Αν δεν έρθει εδώ αυτοπροσώπως η κυρία Πρόζα, παράσταση δεν γίνεται!»
1 review
February 4, 2023
Διάβασα ένα εξαιρετικό βιβλίο με άκρως ενδιαφέρουσα πλοκή, με πρωτότυπο θέμα, με χαρακτήρες ολοκληρωμένους. Με συνεπήρε η αφήγηση, ενώ οι διάλογοι ήταν τόσο ζωντανοί που αισθανόμουν πως έβλεπα τους ήρωες να μιλούν, άκουγα τις φωνές τους και έβλεπα την ψυχή τους. Η αναφορά στην ιστορία του θεάτρου μέσα από τα μπουλούκια, τα ιστορικά στοιχεία των εποχών που περιγράφονται, εξαίσια όλα. Γέμισα σκέψεις και συναισθήματα. Γέλασα, έκλαψα, ταξίδεψα μέσα από αγαπημένα τραγούδια. Ένα υπέροχο βιβλίο. Μπράβο στον συγγραφέα και στον εκδοτικό οίκο που ξέρει να ξεχωρίζει τα καλά βιβλία. Γιατί το «βαγόνι τρίτης θέσης» είναι ένα ξεχωριστό, ιδιαίτερο βιβλίο.
Profile Image for Vassiliadi.
695 reviews14 followers
January 18, 2026
Χρειάστηκα πολλές μέρες να το τελειώσω και διάβασα πολλά άλλα βιβλία στο ενδιάμεσο. Ο λόγος που το άφηνα ήταν ότι μου αποκαλύφθηκε το τέλος του βιβλίου στη σελίδα 37 κι έτσι έχασα όλη τη χαρά της ανάγνωσης. Γνωρίζοντας την πορεία των ηρώων, μου φάνηκε ανούσιο να διαβάσω τη συνέχεια.
Επίσης, επικρατεί ένα μπρος πίσω στην αφήγηση, που με κουρασε, όμως από τη σελ.350 μέχρι το τέλος ο συγγραφέας δίνει τον καλύτερό του εαυτό.
Ένα βιβλίο γραμμενο με έντονες πολιτικές αποχρώσεις για την Ελλάδα του 1937 μέχρι του 1980. Το βάρος της διηγησης πέφτει στην πορεία της γιαγιάς, αλλά το μεταφέρει η εγγονή το 2008.
Θα προτιμούσα ο επίλογος να είναι η βραδιά στο Ηρώδειο.
37 reviews2 followers
February 22, 2023
Άτεχνο, με επαναλαμβανόμενες προτάσεις. Ανολοκλήρωτοι χαρακτήρες σε μια υπόθεση που θα μπορούσε να δομηθεί διαφορετικά. Δεν το συνιστώ.
Displaying 1 - 7 of 7 reviews

Can't find what you're looking for?

Get help and learn more about the design.