Ανέκαθεν μου άρεσαν τα θεατρικά έργα. Δεν είχα διαβάσει ποτέ μου, αλλά στα πεζά πάντα με έλκυαν οι διάλογοι, αν γράφω μου είναι πολύ εύκολο να αναπαραστήσω διαλόγους, ενώ από την θεατρική αίθουσα βγαίνω με μια γλυκιά ανάταση, ακόμα και αν πρόκειται για ένα μέτριο έργο. Τελευταία γυρόφερνα την ιδέα να δοκιμάσω να διαβάσω ένα θεατρικό. Σε ένα ταξίδι μου στην Ανδαλουσία, έπεσα πάνω σε τούτο το βιβλίο και το πήρα δίχως δεύτερη σκέψη.
Η εισαγωγή είναι πολύ κατατοπιστική για το βάρος του Ισπανού δημιουργού. Λέγεται πως διακρίνει τα έργα του μια σπάνια ποιητικότητα - όχι μόνο οι εικόνες που μεταφέρει, αλλά η ρίμα του συχνά στους διαλόγους. Αλλά και το όραμά του για μια μουσικότητα στις παραστάσεις. Πολλές φορές συνθέτει τους διαλόγους με μια ρυθμική πολυφωνία -φωνές να μπαίνουν και να βγαίνουν, με μια αυστηρά ρυθμική διαδοχή. Ο τόμος περιλαμβάνει τρία έργα, που μάλλον αποτελούν και τα πιο γνωστά του.
Υπάρχει ένα κοινός θεματικός άξονας: η γυναίκα και η θέση της στην ανδροκρατούμενη κοινωνία της υπαίθρου. Πλάσματα εσώκλειστα, που κοιτάνε την ζωή μέσα από τα παράθυρα, κυκλοφορούν με περιορισμούς και κουβαλάνε τους καημούς των αντρών και των παιδιών τους. Άλλες υποτάσσονται δίχως δεύτερη σκέψη, μα μερικές έχουν άλλες βλέψεις για την ζωή τους, ιδέες που οι άντρες τις θεωρούν μάλλον επικίνδυνες και αφελείς. Αν οι κοπέλες τολμήσουν να τις εκφράσουν, συναντούν την οργή των αντρών, ενώ ο γυναικείος περίγυρο που πάντα δρα συναινετικά, προσπαθεί να τους βάλει μυαλό. Όπως η Γέρμα που το όνειρό της να αποκτήσει παιδί τής γίνεται μια εμμονή πάνω στην οποία εναποθέτει τις ελπίδες της να ξεφύγει από την ανιαρή, σαν φυλακή ζωή της. Στον Ματωμένο Γάμο, τα πάθη ενός παράνομου ζευγαριού που καταπιέζονται, θα οδηγήσουν σε αιματοχυσία την ημέρα του γάμου της νύφης. Δεν κατανομάζεται ούτε η ίδια, ούτε κανείς άλλο σε αυτό το έργο, παρά μόνο ο ρόλος τους (γαμπρός, νύφη, μητέρα κτλ), εντείνοντας έτσι την αίσθηση πως παρακολουθούμε μια τραγωδία που διαιωνίζεται. Μεταξύ των τριών έργων ξεχώρισα το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα, όπου το δράμα είναι πιο συνεκτικό, οι διάλογοι και τα δρώμενα πατούν πιο σταθερά στην γη. Δεν έχουν την ποιητικότητα του Ματωμένου Γάμου, ούτε τα απόκοσμα τραγούδια της Γιάρμα, αλλά διαθέτει μια αγχωτική ατμόσφαιρα που φτάνει στα όρια του θρίλερ, καθώς σταδιακά ξεδιπλώνεται η αρρώστια του σπιτιού: η απολυταρχία της μητέρας έχει οδηγήσει τις κόρες της να αντιμάχονται μεταξύ τους, να δολοπλοκούν και να φθονούν ή μια την άλλη.
Η μόνη που καταφέρνει να ξεφύγει από το κλουβί είναι η μεγαλύτερη, η Ανγκουστίας. Ασχημότερη αλλά με πλούσια προίκα έχει δεχτεί την πρόταση του ομορφονιού Πέπε ελ Ρομάνο. Μα δεν έχει υπολογίσει στην απόγνωση των νεαρότερων αδερφών της. Όταν μια υπηρέτρια εμβρόντητη αναθεματίζει αυτό το δηλητήριο μεταξύ των αδερφών, η γηραιότερη βάζει τα πράματα στην θέση τους λέγοντας πως "είναι γυναίκες χωρίς άντρες, αυτό είναι όλο. Ξεχνάς τότε και το ίδιο σου το αίμα" (σε δική μου απόδοση). Πάνω από όλα βρίσκεται η τιμή της οικογένειας. Η ευτυχία θυσιάζεται και πατάσσεται, στο βωμό της χρηστοήθειας. Χαρακτηριστικό είναι το σημείο όπου η μάνα δασκαλεύει την κόρη της να μην ψαχουλεύει τα μυστικά του μέλλοντα άντρα της και προπάντων να φροντίζει να κλαίει μόνο στα κρυφά. Η κατάληξη φυσικά είναι τραγική. Και σκληρή, καθώς την ύστατη ώρα το μόνο που φαίνεται να έχει σημασία είναι η καθαρή εικόνα του σπιτιού.
Αυτή η τριλογία μιλάει για πράγματα που απασχολούν ακόμα. Και τα λέει όμορφα, ποιητικά μας καυστικά μαζί. Ο ίδιος ο Λόρκα έλεγε πως το έργο ζει μόνο μέσα στην παράσταση. Το κείμενο ζει και πεθαίνει πάνω στο σανίδι και πέρα από αυτό δεν έχει τίποτα άλλο νόημα. Ακόμα κι έτσι να είναι, μέσα από το κείμενο κάποιος μπορεί να θυμηθεί την παράσταση ή να ζήσει λίγη από την μαγεία της και να παρακινηθεί να δει μια παράσταση. Εγώ, πάντως, μετά το βιβλίο θέλω να δω οπωσδήποτε ένα από τα έργα του Ισπανού.