Στην κεντρική πλατεία μιας πόλης στη Βόρειο Ελλάδα το σμιλευμένο άγαλμα της Αυτής Μεγαλειότητας της Βασίλισσας των Ελλήνων έχει καθαιρεθεί. Στο ίδιο σημείο –στην διαφημιστική πινακίδα του πρώτου κινηματογράφου της πόλης-- ποζάρει γυμνή η Ζωή Λάσκαρη. Το έργο που παίζεται είναι ο ‘’Ο Κατήφορος’’. Αυτή ακριβώς η ιστορική και χρονική συγκυρία τυλίγει σα νήμα τη ζωή και το πεπρωμένο των ηρώων στο Φυγόδικος δεν ήμουν.
Η πόλη βρίσκεται στο Βορρά. Το σπίτι είναι πέτρινο: ριζωμένο στη γη. Οι ένοικοι πολλοί: ριζωμένοι στις εμμονές τους. Η δάφνη τετράψηλη: ριζωμένη στον κήπο. Η νύχτα είναι μία και είναι του Αύγουστου. Οι επισκέπτες είναι δύο: άντρας και γυναίκα. Εραστές. Ο άντρας είναι φυγάς. Η γυναίκα τον έφερε εδώ. Η πόλη, το σπίτι, οι ένοικοι του είναι άγνωστοι. Κανείς δεν τον περιμένει, κανείς δεν τον γνωρίζει, κάθε αγκωνάρι τον καταδιώκει, κάθε ένοικος είναι γι’ αυτόν πυρακτωμένο σίδερο. Η νύχτα είναι μία και είναι του Αύγουστου. Και η γυναίκα είναι κλειδωμένη στο δωμάτιο της. Θα βγει να χτυπήσει την πόρτα του μέσα στη νύχτα; Κάποιος από τους δυο τους πρέπει πάση θυσία να μιλήσει πρώτος στον άλλον. Αν όχι, η μεταξύ τους σχέση θα σκάσει σαν πυριτιδαποθήκη. Ξημερώνει. Ο ήλιος είναι ολοκαίνουργιος, τα σύννεφα τρέχουν και οι δρόμοι ξετυλίγονται. Το αρχοντικό –χάρη στο ανέφικτο της λήθης;-- ξεθάβει μυστικά, αποκαλύπτει λάθη, συγκαλυμμένες ρήξεις, ακλόνητες πεποιθήσεις, βγάζει στο φως μεγάλα λάθη, εύκολα λησμονημένα. Το αρχοντικό κοιτάζει ενοίκους και επισκέπτες στα μάτια, περιμένοντας την αντίδραση τους: Θα συμφιλιωθούν ή θα παραμείνουν ξένοι;
Η Ισμήνη Καρυωτάκη γεννήθηκε στα Ιωάννινα. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Ε.Μ.Π., και σκηνογραφία στην Ecole Nationale des Beaux Arts. Εργάστηκε σαν αρχιτέκτων με την ομάδα του Γ. Κανδύλη (Παρίσι) σε θέματα πολεοδομικού σχεδιασμού και αργότερα (Αθήνα) στην Μελέτη του Πολιτιστικού Κέντρου Αθήνας. Από το 1986 ασχολείται με θέματα περιβαλλοντικού σχεδιασμού και ιδιαίτερα με την προστασία και διαχείριση παρόχθιων και παράκτιων περιοχών. Το 1997 πραγματοποιείται η πρώτη της ατομική έκθεση ζωγραφικής στην γκαλερί "24", και εκδίδεται το βιβλίο της "Στο σκοτάδι και στο φως λάμνει η ψυχή μου" από τις εκδόσεις "Το Ροδακιό".
Σπήλιος και Εριφύλη. Δυο άνθρωποι που τρέχουν να ξεφύγουν, καθένας απ'τους δαίμονες του. Εκείνος φυγάς κι εκείνη μαζί του, στο σπίτι της θείας Φλώρας. Η χρονική περίοδος περίεργη. Ο Σπήλιος παράταιρος απ'όλους, όσο κι αν τον επιβάλει η Εριφύλη. Τα φρονήματα όλων διαφορετικά κι ο Σπήλιος δεν θέλει να μπει σε καλούπι, ούτε καν για εκείνη.
Το πρώτο μέρος το αφηγείται ο Σπήλιος, προσπαθώντας να κρατήσει τις αποστάσεις, αλλά δεν τα καταφέρνει. Η φωνή του μας ταξιδεύει σε εκείνα τα χρόνια τα δύσκολα για κάποιους, όχι για όλους. Μας μιλά για μια χώρα μοιρασμένη, για ανθρώπους που παιδεύτηκαν για λάθος λόγους. Μυστικά, λάθη, πάθη, αντιλήψεις κολλημένες σε ένα παρελθόν που έχει ξεφτίσει.
"Πώς γίνεται, όσο κρατάει ο πόλεμος, εκείνοι που τον κάνουν να αναζητούν με τρέλα την ειρήνη, κι όταν με το καλό τελέψει, με την ίδια τρέλα και στο αψε σβήσε, να ξαναρίχνονται στον πόλεμο;"
Το κυριότερο πλεονέκτημα της Καρυωτάκη σε αυτό το βιβλίο είναι αναμφίβολα η γραφή της. Κινείται με ελευθερία, έχει πλούτο, έχει ρυθμό που σε παρασέρνει, θα μπορούσε να γράφει ακόμη και εντελώς ακατανόητα πράγματα η Ισμήνη και πάλι να κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη με το ρυθμό της. Η αφήγηση είναι εξίσου ελεύθερη, δεν με βρίσκει όμως εξίσου σύμφωνη με τις επιλογές της. Σαν ένα ρεύμα όπου όλα παρασύρονται και τίποτα δεν στέκεται, το βάρος δεν πέφτει πουθενά. Το δεύτερο μέρος ακυρώνει το πρώτο και νομίζεις ότι διαβάζεις άλλο βιβλίο. Ωραία η αρχική σκηνή με τους δύο φυγάδες, με τη φύση και τα στοιχεία να πρωταγωνιστούν. Ωραία και η αντίστιξη στη συνέχεια με το σπίτι της Φλώρας. Ενδιαφέρουσα συνθήκη η συνάντηση των αντιθέτων πεποιθήσεων όχι σε κάποια αντιπαράθεση αλλά σε πλαίσιο φιλοξενίας και συνεστίασης. Τον θάνατο του Σπήλιου μάς τον παρουσιάζει ξαφνικά και μας αιφνιδιάζει, καθώς το βιβλίο δεν έχει κάποιο άλλο δείγμα μεταφυσικού στοιχείου. Από εκείνο το σημείο και πέρα εμφανίζονται διαρκώς νέα στοιχεία και ανατροπές σκηνικών -η Εριφύλη αρρωσταίνει, ξαφνικά μαθαίνουμε ότι έχει και παιδί μαζί του, η Εριφύλη σε μοναστήρι και πάει λέγοντας. Στο δεύτερο μέρος η Φλώρα με την Εριφύλη βρίσκονται σε ένα σκηνικό οικειότητας και εξομολόγησης και η αφήγηση αλλάζει εντελώς. Δεν μιλάμε πλέον για πολιτική, κρατούμενους, πολέμους, πρωταγωνιστές βασιλόφρονες και μη αλλά για την αντίθεση της σεμνότητας και της θρησκευτικής προσκόλλησης στην ιδέα της αγνότητας με τη λαγνεία και τα ένοχα “αμαρτωλά” μυστικά των γυναικών. Αυτό το κομμάτι δεν με έπεισε γιατί μέσα μου δεν είναι ισχυρός αυτός ο διαχωρισμός. Βλέπω την σαρκική επιθυμία σαν κάτι το φυσιολογικό και την ιδέα της αγνότητας σαν μία μάταιη προσπάθεια κατάπνιξής της που το μόνο που μπορεί να καταφέρει είναι να γεμίσει με ενοχές, κυρίως στις γυναίκες. Επίσης κρίνω αρνητικά το ότι μας απομακρύνει από το θέμα του πρώτου μέρους του βιβλίου, ο μόνος συνδετικός κρίκος με το οποίο είναι ίσως η αντικατάσταση του αγάλματος της Φρειδερίκης (ωραίο το Φρίκη!) από την σκανδαλιστική εικόνα της Λάσκαρη. Συνολικά επικροτώ την προσπάθεια της συγγραφέως, ήταν ένα βιβλίο γραμμένο με ελευθερία που αγνόησε αφοπλιστικά πολλά στεγανά της γραφής και της αφήγησης αναλαμβάνοντας το όποιο ρίσκο. Με άφησε ομολογουμένως προβληματισμένη να ψάχνω σημεία συνοχής. Θα ήθελα πολύ να ακούσω την ίδια τη συγγραφέα να μιλάει για αυτό. Σημείωση: Από τις κριτικές που διάβασα μετά την ανάγνωση του βιβλίου συγκράτησα τη λέξη “φυγόκεντρος”. Έτσι ακριβώς κινείται η συγγραφέας, αντι να προσανατολίζεται συνεχώς προς ένα κεντρικό θέμα, αφήνεται ελεύθερη να κινηθεί προς όποια κατεύθυνση την οδηγήσει ο συνειρμός της και οι προβληματισμοί της. Δεν παλεύει για να καταρρίψει τα στεγανά και τα διάφορα πρέπει, κινείται σαν να αγνοεί παντελώς την ύπαρξή τους.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Στις 2 Γενάρη αργά ξεκίνησα τις πρώτες σελίδες του "Φυγοδικου" ήθελα να ξενύχτησω αλλά η δουλειά μου δεν μου το επιτρέπει. Όμως το κείμενο με "εδεσε". Η φωνή του Σπήλιου ήταν μέσα στο σπίτι και με προκαλούσε να τον ακολουθήσω μαζί με την Εριφυλη στα βουνά, σε περάσματα, ΚΤΕΛ, στο σπίτι της θείας Φλωρας και εντός της Ιστορίας της Ελλάδας που ακόμα τρώει τα "παιδιά" της. Ενα ανάγλυφο ταπισερι που σε ρουφα εντός του θησαυρός λέξεων, ροής, ηρώων, γεύσεων, συναισθημάτων, μυρωδιων και Ιστορίας. Ο Σπήλιος και η Εριφυλη τόλμησαν όπως κάνουν δύο άνθρωποι-που αν και διαφορετικοι- να ζήσουν με πάθος και να μπουν στα όνειρα και στις σκέψεις ο ένας του άλλου. Όπως λέγει ο Σπήλιος στην αρχή "...ίσως όσα κρύβουμε από το άλλο μας μισό να του τα μαρτυραει-ξέρω γω-κανενα απ'τα μαγνητικα κύματα". ΥΓ όταν τελείωσα εχθές το βιβλίο έμαθα την τραγική είδηση του θανάτου του Νότη Μαυρουδη. Περίμενα λίγο γιατί το βιβλίο και η είδηση μου έμπλεξαν τα συναισθήματα. Ωστόσο άκουσα ένα μουσικο κομμάτι του Νοτη Μαυρουδη, που πιστεύω ότι Σπήλιος και Εριφυλη θα το άφηναν να ακουστεί από το ραδιοφωνακι.
Η αλήθεια είναι ότι η συγγραφέας γράφει όμορφα, ο τρόπος που κυλά η ιστορία της μέσα από της λέξεις σε κεντρίζει και σε παρασέρνει. Όμως το περιεχόμενο του βιβλίου έμεινε ένα ερωτηματικό για μένα.