Το κυριότερο πλεονέκτημα της Καρυωτάκη σε αυτό το βιβλίο είναι αναμφίβολα η γραφή της. Κινείται με ελευθερία, έχει πλούτο, έχει ρυθμό που σε παρασέρνει, θα μπορούσε να γράφει ακόμη και εντελώς ακατανόητα πράγματα η Ισμήνη και πάλι να κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη με το ρυθμό της.
Η αφήγηση είναι εξίσου ελεύθερη, δεν με βρίσκει όμως εξίσου σύμφωνη με τις επιλογές της. Σαν ένα ρεύμα όπου όλα παρασύρονται και τίποτα δεν στέκεται, το βάρος δεν πέφτει πουθενά. Το δεύτερο μέρος ακυρώνει το πρώτο και νομίζεις ότι διαβάζεις άλλο βιβλίο.
Ωραία η αρχική σκηνή με τους δύο φυγάδες, με τη φύση και τα στοιχεία να πρωταγωνιστούν. Ωραία και η αντίστιξη στη συνέχεια με το σπίτι της Φλώρας. Ενδιαφέρουσα συνθήκη η συνάντηση των αντιθέτων πεποιθήσεων όχι σε κάποια αντιπαράθεση αλλά σε πλαίσιο φιλοξενίας και συνεστίασης.
Τον θάνατο του Σπήλιου μάς τον παρουσιάζει ξαφνικά και μας αιφνιδιάζει, καθώς το βιβλίο δεν έχει κάποιο άλλο δείγμα μεταφυσικού στοιχείου. Από εκείνο το σημείο και πέρα εμφανίζονται διαρκώς νέα στοιχεία και ανατροπές σκηνικών -η Εριφύλη αρρωσταίνει, ξαφνικά μαθαίνουμε ότι έχει και παιδί μαζί του, η Εριφύλη σε μοναστήρι και πάει λέγοντας.
Στο δεύτερο μέρος η Φλώρα με την Εριφύλη βρίσκονται σε ένα σκηνικό οικειότητας και εξομολόγησης και η αφήγηση αλλάζει εντελώς. Δεν μιλάμε πλέον για πολιτική, κρατούμενους, πολέμους, πρωταγωνιστές βασιλόφρονες και μη αλλά για την αντίθεση της σεμνότητας και της θρησκευτικής προσκόλλησης στην ιδέα της αγνότητας με τη λαγνεία και τα ένοχα “αμαρτωλά” μυστικά των γυναικών. Αυτό το κομμάτι δεν με έπεισε γιατί μέσα μου δεν είναι ισχυρός αυτός ο διαχωρισμός. Βλέπω την σαρκική επιθυμία σαν κάτι το φυσιολογικό και την ιδέα της αγνότητας σαν μία μάταιη προσπάθεια κατάπνιξής της που το μόνο που μπορεί να καταφέρει είναι να γεμίσει με ενοχές, κυρίως στις γυναίκες. Επίσης κρίνω αρνητικά το ότι μας απομακρύνει από το θέμα του πρώτου μέρους του βιβλίου, ο μόνος συνδετικός κρίκος με το οποίο είναι ίσως η αντικατάσταση του αγάλματος της Φρειδερίκης (ωραίο το Φρίκη!) από την σκανδαλιστική εικόνα της Λάσκαρη.
Συνολικά επικροτώ την προσπάθεια της συγγραφέως, ήταν ένα βιβλίο γραμμένο με ελευθερία που αγνόησε αφοπλιστικά πολλά στεγανά της γραφής και της αφήγησης αναλαμβάνοντας το όποιο ρίσκο. Με άφησε ομολογουμένως προβληματισμένη να ψάχνω σημεία συνοχής. Θα ήθελα πολύ να ακούσω την ίδια τη συγγραφέα να μιλάει για αυτό.
Σημείωση: Από τις κριτικές που διάβασα μετά την ανάγνωση του βιβλίου συγκράτησα τη λέξη “φυγόκεντρος”. Έτσι ακριβώς κινείται η συγγραφέας, αντι να προσανατολίζεται συνεχώς προς ένα κεντρικό θέμα, αφήνεται ελεύθερη να κινηθεί προς όποια κατεύθυνση την οδηγήσει ο συνειρμός της και οι προβληματισμοί της.
Δεν παλεύει για να καταρρίψει τα στεγανά και τα διάφορα πρέπει, κινείται σαν να αγνοεί παντελώς την ύπαρξή τους.