Το βρόμικο κόλπο, να ξεχάσεις μόνον τα άσχημα αλλά να θυμάσαι τα ωραία, δεν πετυχαίνει, η μνήμη διεκδικεί τα νόμιμα, δηλαδή όλα ή τίποτε, δηλαδή ας μείνει κάποιος να θυμάται, να θυμάται και τα ψιλά γράμματα. Υπάρχουν κάμποσα που αλίμονο αν τα θάψει κι αυτά ο νους, δεν πρόκειται για φανταχτερά ενσταντανέ και σκατοπασαλειμμένες αναμνήσεις, πρόκειται για άυλα τιμαλφή. Ευτυχώς ο εγκέφαλος του Μιχάλη Τσιούλη τα είχε κλειδώσει και ασφαλίσει.
Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, είπε, ούτε ντε και καλά να αισιοδοξώ και να ευτυχώ, αφού όλα πιο ρηχά, ούτε μύχια της ύπαρξης, ούτε γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, ούτε πού έδυ σου το κάλλος.
Δοκίμασα, συνέχισε, να αρκεστώ στο μικρομεσαίο μου μερτικό καθημερινότητας, να μοιάσω με την πλειοψηφία των πιο νορμάλ, να γίνω και λίγο ζαμανφουτίστας, όμως δεν μου είπε πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερα πώς να κινηθώ άνετα σ’ αυτήν.
Η νύχτα στο θρόνο της, με το αεράκι να περιοδεύει σε όλο το λεκανοπέδιο, σε όλο τον κόλπο του Σαρωνικού και τα άστρα ψηλά να σπιθίζουν ακατάστατα, να κάνουν του κεφαλιού τους.
Τύχη αγαθή, ο Τσιούλης είχε ιδεί το φεγγάρι σε πενήντα, μπορεί και παραπάνω, παραλλαγές. Ολόχρυσο. Ασημένιο. Άσπρο, πελώριο και οριζοντιωμένο σαν αιώρα. Χορτάτο μωρό να αποκοιμιέται στην αγκαλιά ενός κοκκινωπού σύννεφου. Αγέρωχο και ανοξείδωτο να κοντρολάρει την έξαρση της νύχτας. Απόψε δε, μπλαβογκριζοκίτρινο σαν τα μάτια σου, χαζομηχανικέ, κατά τη Σαλονικιά νοσηλεύτρια, κάποτε.
Ioanna Karystiani (Greek: Ιωάννα Καρυστιάνη) is a Greek screenwriter and winner of the Greek National Book Award.
After studying Law, she initially made a name for herself as a cartoonist and screenplay writer. It was not until the 90s that she decided to publish prose. She has also worked as a scriptwriter and made a name for herself among the Greek film industry.
She lives in Athens and in the Greek island of Andros and is married to the Greek film director Pantelis Voulgaris. They have two children. They have worked together in films such as Nyfes and Psyhi Vathia.
Ioanna Karystiani has had success with her short stories book "I kyria Kataki" (Mrs Kataki) and her novel "Mikra Anglia" (Little England, published in English as "The Jasmine Island") in which she describes the romances, lives and work of a family in the sailor community of the island of Andros in the first half of the twentieth century. The novel achieved the Greek National Award for Literature.
Σαν λογικά όντα, εμείς οι άνθρωποι, συχνά από την «συλλογή» των αναμνήσεων, επιλέγουμε, άλλες φορές συνειδητά και άλλες όχι, να κρατάμε μόνο τις φωτεινές και τρυφερές. Τις υπόλοιπες, προσπαθούμε, σχεδόν βίαια, να τις στοιβάξουμε κάτω από το χαλί, νομίζοντας πως έτσι θα σβηστούν δια παντός από τον σκληρό δίσκο. Τι συμβαίνει όμως όταν όλα αυτά που δεν θέλουμε να θυμόμαστε, όλα αυτά που μας πονούν, εν πάση περίπτωση, όλα αυτά που μας κάνουν trigger ρε παιδί μου, βγουν στην επιφάνεια; Οι επιπτώσεις καταστροφικές, το λιγότερο. Η Ιωάννα Καρυστιάνη, για μια ακόμη φορά, σκιαγραφεί έναν χαρακτήρα που βρίσκεται πίσω από τα φώτα, τον Μιχάλη Τσιούλη, και με τη βοήθεια του, διασχίζει ένα πέρασμα χρόνων, με ιστορικόπολιτικό φόντο, και αποκαλύπτει με περίσσεια ειλικρίνεια, τη φύση του «εγώ». Τα όνειρα, τις φιλοδοξίες, τις κοινωνικές επιταγές που καλούμαστε καθημερινά να φέρουμε εις πέρας. Τη σκοτεινή, λιγότερο δημοφιλής, πλευρά των ανθρώπων. Τα τραύματα και τις αδυναμίες. Μέσα από ένα παιχνίδι τριτοπρόσωπης αφήγησης του παντογνώστη εναλλάσσεται στο εξομολογητικό πρώτο πρόσωπο, χωρίς καμία χρονική σύνδεση και αλληλουχία των γεγονότων, αποδεικνύοντας πόσο σπουδαία είναι! Εντέλει, δίνει σημασία στα «ψιλά γράμματα», γιατί στο τέλος της ημέρας, αυτά είναι που έχουν και τη μεγαλύτερη σημασία.
Ο Μιχάλης Τσιούλης ζει στον ύπνο του, φυτοζωεί στον ξύπνιο του, ψέλνει ό,τι έχει ακούσει να ψέλνουν, χωρίς να έχει ψυχικό σθένος να τα ψάλει σε κάποιον. Δεν κάνω για πρωταγωνιστής, λέει μόνος του, μένοντας κομπάρσος της ζωής του, ενώ ακολουθεί τον Επιτάφιο σαν να είναι η Μεγάλη Παρασκευή η μέρα της μαρμότας του, μάταια αναμένοντας μια κάποια Ανάσταση. Δεν κινείται, δεν ανατρέπεται, δεν εξελίσσεται με τον τρόπο που περιμένει η αφηγηματική μας πείνα.
Σ' ένα κείμενο στο οποίο μπορείς να διακρίνεις την εγκυμοσύνη των Κορνιζωμένων που ακολούθησαν τα Ψιλά Γράμματα, με τη γνωστή της πρόζα κερδίζει ό,τι χάνεις κοιτώντας επιφανειακά ένα κάπως πιο αδιάφορο, χωρίς ιδιαίτερη πλοκή έργο. Αλλά, αν σκύψεις και κοιτάξεις, υπάρχει βάθος. Οι εποχές αλλάζουν, το βιβλίο διατρέχει δεκαετίες, όμως τίποτα δεν αλλάζει πραγματικά. Το στοίχημα εδώ δεν είναι να δούμε αν ο Μιχάλης θα μεταμορφωθεί, αλλά αν εμείς θα αντέξουμε να μείνουμε στην επιφάνεια ενός κόσμου όπου η σιωπή έχει την ίδια πυκνότητα με τον λόγο.
Δεν θα το πρότεινα σε κάποιον/α που δεν έχει γνωρίσει την πένα της Καρυστιάνη από κάποιο άλλο έργο της. Είναι ένα αντι-μυθιστόρημα ενηλικίωσης για έναν άνθρωπο που δεν πρόλαβε να εφηβεύσει. Που ζει στο περιθώριο, επειδή ο ίδιος δεν διεκδίκησε ποτέ την είσοδο. Εξού κι η στατικότητα. Και μπορεί να προσπερνάμε την ιστορία του σαν τα μικρά, ασήμαντα γράμματα ενός παλιού συμβολαίου, αλλά ας μην ξεχνάμε πως συχνά εκεί κρύβονται οι πιο δεσμευτικές ρήτρες.
Η βαθμολογία μου είναι 3,5 αστέρια. Πρόκειται για ένα αντισυμβατικό, γκρίζο μυθιστόρημα για έναν αντιήρωα ο οποίος εκ πεποιθήσεως περνά απαρατήρητος. Ζει μέσα στις αναμνήσεις του, μπλέκει τα όνειρα του με την πραγματικότητα. Μοναχικός, αφανής, κολλημένος στα ψιλά γράμματα της ζωής. Χάνει ανθρώπους, χάνει προσδοκίες, χάνει χαρές και ψευδαισθήσεις ώσπου καταρρίπτονται όλα γύρω του και καταλήγει :"Δοκίμασα να αρκεστώ στο μικρομεσαίο μου μερτικό καθημερινότητας, να μοιάσω με την πλειοψηφία των πιο νορμάλ, να γίνω και λίγο ζαμανφουτίστας, όμως δεν μου είπε πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερα πώς να κινηθώ άνετα σ' αυτήν." Καθηλωτική η γραφή της Καρυστιάνη και σε αυτό το βιβλίο ,όμως δεν το θεωρώ από τα καλύτερα της. Όταν έχεις διαβάσει προηγούμενα βιβλία της και όταν η Μικρά Αγγλία είναι για σένα ένα από τα δέκα καλύτερα όλων των συγγραφέων, ασυναίσθητα γίνεσαι αυστηρός κριτής.
Παρακολουθώ την Καρυστιάνη εδώ και πολλά χρόνια, είμαι λάτρης της γραφής της, του τρόπου με τον οποίο χειρίζεται τον λόγο και τις λέξεις. Όμως, στο βιβλίο αυτό, η αγαπημένη συγγραφέας φαίνεται να ακροβατεί ανάμεσα στην εμπειρία που της επιτρέπει να γράφει όμορφα ακόμη και χωρίς πολλή έμπνευση και σε μια εμφανή δυστοκία να φέρει το παρόν πόνημα σε πέρας. Μοιάζει σαν να εκβίασε σε έναν βαθμό αυτήν την ιστορία, η οποία δεν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε πραγματικό επίπεδο, ούτε αληθινή πλοκή, αλλά βασίζει την προσέλκυση του αναγνώστη στο ψυχογράφημα, κυρίως του κεντρικού ήρωα. Οι χαρακτήρες που συνηθίζει να πλάθει η συγγραφέας είναι πάντα άνθρωποι που αν ήταν χρώμα, θα ήταν σίγουρα γκρι. Άχθος αρούρης ή απελπισμένοι ή χτυπημένοι από τη μοίρα ή εν προκειμένω, απλώς φορτωμένοι με τις αμαρτίες του κόσμου, άντρες ή γυναίκες, οι πρωταγωνιστές των βιβλίων της Καρυστιάνη αποζητούν, κραυγάζοντας άηχα μέσα από τις σελίδες, συμπόνοια, αγάπη, συμπάθεια, οίκτο. Τέτοιος είναι και ο πρωταγωνιστής του βιβλίου αυτού, Μιχάλης Τσιούλης, μηχανικός πυροσβεστικών αεροσκαφών, εργένης. Ωστόσο, ίσως επειδή αυτή η επαναλαμβανόμενη στα βιβλία της βασική φιγούρα είναι πια αναγνωρίσιμη, δυσκολεύτηκα αρκετά να τη βρω ενδιαφέρουσα. Οπωσδήποτε, η γλώσσα εξακολουθεί να παραμένει πηλός στα χέρια της Καρυστιάνη, η οποία της δίνει το σχήμα ακριβώς που εκείνη θέλει. Σίγουρα καλογραμμένο, σίγουρα όμως δεν προκαλεί τον θαυμασμό που απέρρεε αβίαστα από προηγούμενα πονήματά της (είναι χαρακτηριστικό ότι δεν σημείωσα παρά ελάχιστα σημεία). Και σίγουρα όχι το καλύτερό της σε κανένα επίπεδο. Με έκανε, όμως, να εύχομαι το επόμενό της να είναι πολύ καλύτερο!
Ήρωας ένας μηχανικού αεροσκαφών, ο οποίος ζει στη μετριότητα και την αφάνεια. Νομίζω είναι μια μέτρια στιγμή της Καρυστιάνη. Ο κεντρικός χαρακτήρας είναι συμπαθής, ειδικά στα κεφάλαια που εστιάζουν στην ανάμνηση μιας κοπέλας, που πρακτικά δεν γνώρισε καν. Το γνώριμο δαιδαλώδες ύφος δεν λείπει, παρόλα αυτά η πλοκή σε πολλά σημεία γίνεται μπερδεμένη, και αδυνατεί να αναδείξει δεύτερο επίπεδο (π.χ. σκιαγράφηση της μεταπολίτευσης), σε αντίθεση με άλλα βιβλία της. Σημαντικό μείον ότ πολλοί από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες έχουν την ίδια - εξεζητημένη - φωνή, που δεν είναι ταιριαστή στις περισσότερες περιπτώσεις
Πολύ ωραία γραφή. Κατά τα άλλα για μένα δεν ήταν ένα βιβλίο που με συγκίνησε ιδιαίτερα. Είχε και λίγο αυτή τη μιζέρια που έχουν αρκετά ελληνικά μυθιστορήματα που την έχω βαρεθεί. Την καταλαβαίνω μεν, θέλω κάτι παραπάνω δε.
Απρίλης του 2005, βράδυ Μεγάλης Παρασκευής και ο Μιχάλης Τσιούλης, 53 ετών μηχανικός αεροσκαφών, άγαμος, οδηγά στους άδειους δρόμους της Αθήνα και της Αττικής χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, παρέα με τον ηλικιωμένο πατέρα του. Σαν την ένταση που υπάρχει στην ατμόσφαιρα πριν να ξεσπάσει η καταιγίδα, έτσι και μεταξύ των δύο ανδρών, μια ανομολόγητη και χρόνια ένταση ετοιμάζεται να εκραγεί. Θα πουν λόγια που ίσως μετανιώσουν και η στιχομυθία τους θα δώσει το έναυσμα για μια ανασκόπηση στην ζωή του Τσιούλη του υιού.
Η ζωή μου δεν έχει ενδιαφέρουσα ροή, με εκπλήξεις και ανατροπές, μας λέει ο ��διος ο Μιχάλης, σε ένα από τα κεφάλαια του νέου βιβλίου Ψιλά Γράμματα, της Ιωάννας Καρυστιάνης, πολυγραφότατη συγγραφέα, ίσως πιο γνωστή στο ευρύ κοινό από την υπογραφή της στα σενάρια ταινιών του Παντελή Βούλγαρη (Ψυχή βαθιά, Μικρά Αγγλία). Και όντως, είναι μια ζωή κάπως χλιαρή και γκρίζα για τρίτους εξωτερικούς παρατηρητές· μπορεί και για τον ίδιο.
Γεννημένος το 1953 στο Αγρίνιο, ο Μιχάλης Τσιούλης είναι μελαγχολικός, άτολμος και χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες. Περνά σχεδόν απαρατήρητος, ακόμη και στα πλαίσια της οικογένειας του, όπου επισκιάζεται από τον δραστήριο και φιλόδοξο αδερφό του Κίμωνα, αλλά και από την σκιά του αντάρτη θείου του που σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Επαγγελματικά δεν είχε φιλοδοξίες, “μπήκε” στο βιομηχανία της αεροπορίας και δεν επιδίωξε να εξελιχθεί στην καριέρα του, ενώ στα αισθηματικά, με εξαίρεση εκείνον τον έναν ανεκπλήρωτο έρωτα πριν από τόσα χρόνια, οι γυναίκες που πέρασαν από την ζωή του, στην καλύτερη ήταν υποσημειώσεις στην βιβλιογραφία της εθελούσιας μοναξιάς του.
Ο βίος του Μιχάλη Τσιούλη, διατρέχει σχεδόν μισό αιώνα και τέμνεται με σημαντικά γεγονότα, τα οποία περνάνε ξυστά από την τροχιά του πρωταγωνιστή, όπως η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 73’, όπου ο Μιχάλης μην τολμόντας να πλησιάσει το κτήριο και να ενωθεί με τους άλλους εξεγερμένους φοιτητές, στέκεται παράμερα παρακολουθώντας τα γεγονότα από απόσταση. Η συγγραφέας, γεννημένη το 53 όπως και ο ήρωας, ή ίσως αντιήρωας του βιβλίου της, χρησιμοποιεί τη ζωή του για να ρίξει μια ματιά και να σκιαγραφήσει την πορεία μιας ολόκληρης γενιάς, της γενιάς της, της γενιάς του Πολυτεχνείου. Χούντα, Μεταπολίτευση, Πασοκ, δικομματισμός και τέλος τα εύφορα πρώτα χρόνια του Ευρώ, μείζονα και ελάσσονα γεγονότα που παρέα με τους έντεχνα ανεπτυγμένους δευτεραγωνιστές του έργου, τους συγγενείς, φίλους και γνωστούς του Τσιούλη δηλαδή, φωτογραφίζουν την μικροαστική πραγματικότητα της ελληνικής κοινωνίας.
Ήσυχη ίσως καταθλιπτική η ζωή του Μιχάλη Τσιούλη. Ίσως και ο ίδιος ο πρωταγωνιστής να είναι καταθλιπτικός, κάτι που κάνει, μερικές φορές, την ανάγνωση του όμορφου και καλογραμένου βιβλίου της Καρυστιάνης, δύσκολη. Μα ίσως, η ουσία να κρύβεται στα Ψιλά Γράμματα του βίου του, όπως μας λέει ο ίδιος προς το τέλος του βιβλίου. “Κάτι το κωμικοτραγικό υπάρχει στον Τσιούλη” μας λέει η συγγραφέας, και ίσως να ναι το ίδιο κωμικοτραγικό εκείνο στοιχείο που υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους που πασχίζουν με όλες τις δυνάμεις τους να είναι καθημερινή και κανονικοί. Εκείνους που γεννιούνται κανονικά, ερωτεύονται κανονικά και πεθαίνουν κανονικά, όπως λένε και οι Τρύπες.
Το βιβλίο εγώ το εξέλαβα σαν το ψυχογράφημα ενός ανθρώπου "αμυδρού" όπως περιγράφει ο ίδιος τον εαυτό του. Δεν μπορεί όλοι να είναι χαρισματικοί ή να έχουν όλοι μία περιπετειώδη ζωή ή να είναι η ψυχή της παρέας ή να αισθάνονται συνεχώς άνετα με τον εαυτό τους.
Ωστόσο εδώ (αντί-)ήρωας είναι ένας άνθρωπος που από μόνος του δεν συνδέεται εύκολα με άλλους ανθρώπους ακόμα και με τους θεωρητικά πιο κοντινούς, αντικρούει προσπάθειες προσέγγισης, έχει κάποιο υπαρξιακό άγχος ίσως, έχει τις νευρώσεις του έως και τις παράνοιες και τις μονομανίες του ειδικά προς το τέλος του βιβλίου, ενόσω δεν υπάρχει προσπάθεια εξήγησης για αυτόν τον χαρακτήρα που έχει αναπτύξει κι ενώ η συγγραφέας κάπως προσπάθησε να μιλήσει για τον συμβολισμό ενός τυχαίου προσώπου στην προσωπική μυθολογία αυτού του ανθρώπου, αλλά πέρασε και δεν ακούμπησε.
Πλοκή δεν υπάρχει και το τέλος είναι άνευρο και δεν κατάλαβα "τι θέλει να πει ο ποιητής" με αυτό το βιβλίο. Η όμορφη ποιητική γλώσσα της Καρυστιάνη δεν αρκεί από μόνη της ενώ ακούγεται παράταιρη στα χείλη του κεντρικού χαρακτήρα και όλων των υπολοίπων. Περίμενα μία κάποια έξαρση, κάποια εξέλιξη στην ιστορία, κάποιο νόημα, αλλά αυτό ποτέ δεν ήρθε.
Δεν είναι το χειρότερο βιβλίο που έχω διαβάσει, το τελείωσα, αλλά έμεινα με την αίσθηση του ανολοκλήρωτου τελικά...
I can only describe this book as the psychograph of a random, dull, "dim" man as he describes himself. Not everyone can be a talented person or have an adventurous life or be the soul of the party or feel comfortable and content with one's self all the time.
However, here the (anti-)hero is a person who by himself does not connect or bond easily with other people even with the theoretically closest ones, he resists attempts to reach him out, he maybe struggles with existential angst, he features neuroses or even paranoia and monomania especially towards the end of the book, while there is no real effort by the author to explain this character he has developed and while the author sort of tried to touch on the symbolism of a random person who possessed this man's personal mythology, but she didn't managed to create a cohesive narration here.
There is no plot really and the ending is weak and I did not understand what the author tried to do with this book. Karystiani's beautiful poetic language is a given, but it's not enough by itself, while it sounds weird on the voice of the central character and everyone else. I was waiting for some climax, some development in the story, some meaning, but those never came.
It's not the worst book I've read, I finished it, but I was left with a feeling of something missing in the end...
“πόσα χαζά σκαλώνουν στο μυαλό και στο τέλος φρακάρουν οι ιδέες, δεν βρίσκουν χώρο να ψηλώσουν, να πάρουν τα πάνω τους…”
Ο Μιχάλης Τσιούλης είναι ο βασικός ήρωας. Γεννημένος το 1952 στο Αγρίνιο μεγαλώνει με βασικό όνειρο να πετάξει. Δε θα τα καταφέρει αλλά θα γίνει μηχανικός αεροσκαφών και με ψυχαναγκασμό θα γίνει σούπερ ειδικός στο να θυμάται κάθε τύπου ρουλεμάν και άλλων εξαρτημάτων. Η ζωή του μοιάζει γκρίζα και μακριά από τα φώτα μιας καριέρας όπως αυτή του αδερφού του που έγινε διπλωμάτης, ένας αδερφός που τόλμησε και πέτυχε στα μάτια του πατέρα τους ενώ ο Μιχάλης ήταν πάντα άτολμος και λίγος. Ζει μοναχικά και “…παρά το 1,88 του o Μιχάλης Τσιούλης ήταν ένας μικροσκοπικός άνθρωπος”, με τις γυναίκες της ζωής του να μοιάζουν απλές παρενθέσεις ενώ παραδέχεται πως “...δεν μου είπε πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερα πώς να κινηθώ άνετα σ’ αυτήν”. Από την άλλη στις φαντασιώσεις ο Μιχάλης είναι αλλιώς... “στα όνειρα και τι δεν βλέπω, και τι δεν μου συμβαίνει”,
“το δυνατό μνημονικό είναι το μεγαλύτερο ατού μου. Και βάσανο, βέβαια, αφού υπάρχουν και αυτά που το μόνο που τους αξίζει είναι να τα ξεχάσεις, να τα ξεχάσεις με σθένος” Η Ιωάννα Καρυστιάνη εστιάζει σ΄αυτό που λέει ο τίτλος, στα ψιλά γράμματα, στις λεπτομέρειες τις ζωής που μοιάζουν ασήμαντες αλλά έχουν το δικό τους ειδικό βάρος και πολλές φορές τείνουν να μας πιέζουν περισσότερο από άλλα, υποτίθεται πιο σημαντικά. Η πλοκή του βιβλίου διατρέχει πολλές δεκαετίες, από τη δεκαετία του 50 μέχρι τις μέρες μας και ο μόνος οδηγός είναι οι μνήμες του “αντιήρωα” πρωταγωνιστή, μνήμες γεμάτες αβεβαιότητα και διαψεύσεις βλέποντας την ιστορία (προσωπική και συλλογική) να καταρρέει... “…την ένιωθε σαν τσιτιές στο στήθος, ανεπιθύμητη επισκέπτρια στην πόρτα του αντί να κάτσει στα χωράφια της και στην εποχή της”
Όχι, αν βάζετε σε συγκρίσεις ακόμα και τα βιβλία δε φτάνει σε ποιότητα άλλα έργα της Καρυστιάνη αλλά η γραφή της συνεχίζει να είναι αληθινή και δίνει φωνή σε χαμηλόφωνους ανθρώπους, φωτίζει μικρές σκοτεινές γωνιές και πλαισιώνει τη μυθοπλασία διακριτικά με ιστορικά γεγονότα ώστε να μη χαθείς στα συνεχόμενα χρονικά μπρος πίσω, αλλά η ουσία είναι για μία ακόμη φορά αλλού, σε αυτά που κουβαλάμε μέσα μας. Και μπορεί να αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση αλλά τελικά μια φράση μου έμεινε, “η ζωή μια δροσιά είναι, ένα κύμα...”
Αφιερώνω αυτό το κείμενο σε όλους τους κριτικούς που δεν τόλμησαν να αφιερώσουν την κριτική τους στον εαυτό τους.
Διακρίνετε πιθανώς το πρόβλημα: συνιστά αφιέρωση και σε μένα το κείμενο που θα διαβάσετε ή όχι; Το βιβλίο της Ιωάννας Καρυστιάνη (Χανιά, 1952), που δεν φέρει αφιέρωση, κάλλιστα θα μπορούσε να λειτουργεί κάπως έτσι. Ο παντεπόπτης αφηγητής του συγκεκριμένου μυθιστορήματος ουκ ολίγες φορές ένιωσα, ειδικά προς το τέλος, ότι πλησίαζε εξαιρετικά κοντά στη συγγραφέα. Γράφει η Καρυστιάνη για κάτι βαθιά βιωματικό, κάτι βαθιά προσωπικό καθώς σκιαγραφεί αυτό τον ήρωα και τη ζωή του; Την κάνει η θεματική της να χάνει τη συγγραφική αμεροληψία της;
«Στην πραγματικότητα, παρά το 1,88 του ο Μιχάλης Τσιούλης ήταν ένας μικροσκοπικός άνθρωπος [...]» (σ. 304), γράφει στις τελευταίες σελίδες τού μυθιστορήματός της η συγγραφέας. Η ζωή του μικροσκοπικού αυτού ανθρώπου εξιστορείται άλλοτε από τον παντεπόπτη αφηγητή και άλλοτε πρωτοπρόσωπα· μια ζωή που αναφέρεται σε αυτά τα «ψιλά γράμματα» του τίτλου. «Ψιλά γράμματα» που υποτίθεται κανείς δεν προσέχει και δεν διαβάζει. Η Καρυστιάνη θα κατασκευάσει μια ιστορία και θα αποπειραθεί όχι μόνο να πραγματευτεί τι ακριβώς σημαίνει «ψιλά γράμματα», αλλά και να μας τα διαβάσει. Θα στήσει τη ζωή ενός ήρωα που υποτίθεται ότι χαρακτηρίζεται από μια βαθιά –σχεδόν εγγενή– σοφία στην πιο δύσκολη απ’ όλες τις δεξιότητες: να είναι κανείς άνθρωπος. Και αυτό προφανώς, ή ίσως όχι και τόσο, είναι κάτι σχεδόν άπιαστο ακριβώς επειδή η ανθρωπινότητα (sic) απαιτεί και μια αέναη επανεπινόηση των στοιχείων που της προσδίδουν την ταυτότητά της. Άπιαστο ή όχι πάντως, είναι κατ’ εξοχήν δουλειά της λογοτεχνίας να καταπιάνεται με τέτοιες θεματικές. Ο ήρωας, που φαινομενικά αρκείται στα λίγα «[...] επειδή δεν χρειάζομαι πολλά λεφτά, ούτε πολλή χαρά, ούτε πολλή αγάπη [...]» (σ. 238) μετουσιώνει μια χρυσή μεσότητα. Το γιατί τελικά η Καρυστιάνη αφήνει αυτή τη μεσότητα να υποπέσει στη μετριότητα θα το δούμε στην πορεία.
Η γραφή της, δυσκολη, πολλές φορές παραληρηματική, σε αυτό το βιβλίο με κερδισε. Ο ήρωάς, ενας μοναχικός προβληματικος στις ανθρωπινες σχεσεις, αντισυμβατικός, μονοχνωτος θα έλεγα, δενει ιδανικά με αυτόν τον τροπο γραφής, που δεν ρέει αλλα στριφογυριζει δεξιά αριστερά, μπρος πισω, αναμεσα σε οραματα, όνειρα, φαντασιες και την στεγνή καθημερινή πραγματικοτητα. Ενα συγνωμη και ένα ευχαριστώ στην γεννιά του Πολυτεχνείου που η συγγραφέας γνωριζει καλά αφού είναι μελος της, και μια διαδρομή στην κοινωνικη πραγματικοτητα από την κατοχή ακομα, του θειου Φώντα, μεχρι και το προσφατο παρελθον, τις αρχές του νεου αιωνα. Μια ευχαριστη εκπληξη μετά την απογοητευτική Μικρά Αγγλία. Επιβεβαινωντας την θεωρία της δευτερης ευκαιρίας για καθε πρωτη.
Mέτριο. Η χαρακτηριστική πρόζα της Καρυστιάνη είναι εδώ. Το ίδιο και ο τόσο λεπτεπίλεπτος τρόπος της να εισάγει στην αφήγηση τα πραγματολογικά στοιχεία που έχει αφομοιώσει άψογα από την έρευνά της.
Όμως στα "Ψιλά Γράμματα" δεν υπάρχει -φοβάμαι- κάτι άλλο. Ο στόχος να δωθεί το πορτρέτο ενός everyman, ενός καθημερινού ανθρώπου χωρίς σημαντικές ικανότητες, ταλέντα ή έστω μια προσωπική τραγωδία, είναι ευγενής αλλά δεν δουλεύει.
Στο τέλος δεν μας μένει τίποτα ούτε για τον ήρωα Μιχάλη Τσιούλη, ούτε και για το supporting cast του. Βιβλίο που θα ξεχαστεί γρήγορα, αλλά όλοι έχουν δικαίωμα σε μια αστοχία, πόσο μάλλον η Καρυστιάνη.
Αν αυτό το βιβλίο δεν ήταν την Καρυστιανη δεν θα είχε εκδοθεί ποτέ. Ασυνάρτητο, βαρετό, με τις μισές σελίδες να καλύπτονται απο όνειρα και φανταστικά τηλεφωνήματα σε διάφορους. Ειδικά στις πρώτες σελίδες ήταν τόσο χαοτικό συντακτικά που διάβαζα δυο και τρεις φορές την καθε πρόταση/παράγραφο για να καταλάβω τι γράφει. Χάσιμο χρόνου ολόκληρο τελικά!
Το καλύτερο μυθιστόρημα της Καρυστιάνη που έχω διαβάσει έως τώρα. Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη: η υπέροχη γραφή της με το αφαιρετικό ύφος και η ιστορία ενός συνηθισμένου ανθρώπου που αναπολεί τη ζωή του. Ένα παιχνίδι με τις αναμνήσεις μας: από τα εφηβικά χρόνια έως τη σύνταξη. Ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος, με τις φοβίες του, τις ανάγκες του, τους δεσμούς του, τις αναζητήσεις του.