Στο βιβλίο αυτό ο μεγάλος Άγγλος ιστορικός και στοχαστής, εκφράζει τους προβληματισμούς του γύρω από τα καυτά προβλήματα της εποχής του και ταυτόχρονα διερευνά τις προοπτικές για το μέλλον της ανθρωπότητας. Το βιβλίο είναι γραμμένο το 1965 στη σκιά του ψυχρού πολέμου και της πυρηνικής απειλής και συνεπώς διαπνέεται από την αγωνία μπροστά στον [τότε μεγάλο] κίνδυνο ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος.
Ο Τόϋνμπη θεωρεί ότι η μόνη εναλλακτική έναντι ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος είναι η προσέγγιση μεταξύ των λαών, κάτι που μπορεί να συμβεί μόνο στα πλαίσια ενός παγκόσμιου κράτους, το οποίο θα λειτουργήσει ενωτικά και σταθεροποιητικά στην ανθρωπότητα.
Πολλά ήσαν τα επίδοξα παγκόσμια κράτη στο παρελθόν. Ο Τόϋνμπη εξετάζει τα κυριότερα από αυτά, αρχίζοντας από την αυτοκρατορία των Σουμερίων και το βασίλειο της Αιγύπτου μέχρι τη ρωμαϊκή και την κινεζική αυτοκρατορία. Μολονότι κανένα δεν κατάφερε να συμπεριλάβει ολόκληρη την ανθρωπότητα στην επικράτειά του, εν τούτοις όλα τους διήρκεσαν για μακρόχρονες περιόδους, εξασφαλίζοντας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την ειρήνη και την ασφάλεια στους υπηκόους τους. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται η έντονη αντίδραση των κρατών της Δύσης, από τον Μεσαίωνα και μετά, σε οποιαδήποτε ενοποιητική απόπειρα.
Ποιοι όμως είναι οι παράγοντες εκείνοι που λειτουργούν διασπαστικά και ποιοι εκείνοι που λειτουργούν ενωτικά στους ανθρώπους;
Διασπαστικά λειτουργούν ο εθνικισμός και ο ρατσισμός. Τα δύο μεγάλα αυτά κακά κρατούν διασπασμένους τους ανθρώπους και ευθύνονται για τους καταστροφικούς πολέμους. Ο Τόϋνμπη εκφράζει την ελπίδα ότι στο μέλλον θα θα επικρατήσει ο κοσμοπολιτισμός. Το μέλλον της ανθρωπότητας βασίζεται στον αλληλοσεβασμό, στην ανεκτικότητα και στην προσέγγιση μεταξύ των διαφορετικών ομάδων. Πρέπει να μάθουμε να ανεχόμσατε, να υποχωρούμε-ακόμα και να υπομένουμε - είτε μας αρέσει είτε όχι, δηλώνει κατηγορηματικά. Και σαρκάζοντας τον αντικομουνισμό της εποχής του, παροτρύνει όποιον δηλώνει πως προτιμά να πεθάνει παρά να γίνει κομμουνιστής [το γνωστό σύνθημα “better dead than red”], να το κάνει-αλλά να το κάνει μόνος του: μπορεί κάλλιστα να αυτοκτονήσει και μάλιστα με στυλ, κόβοντας τις φλέβες του στο λουτρό του, όπως οι Ρωμαίοι ευγενείς, αρκεί να μην πάρει και άλλους ανθρώπους στο λαιμό του...
Κατά τον Τόϋνμπη ο εθνικισμός και κατ’ επέκταση ο ρατσισμός είναι κατάλοιπα του μακρινού παρελθόντος, όταν οι άνθρωποι, περιπλανιόνταν στη φύση χωρισμένοι σε ομάδες προς αναζήτηση τροφής. Κάτω από αυτό το πρίσμα ερμηνεύονται και οι πολεμικές συγκρούσεις, οι οποίες ανάγονται στην αρχέγονη διαμάχη ανθρώπινων ομάδων για την επιβίωση. Η τάση δηλαδή της προσκόλλησης στη φυλή και αργότερα στην κοινότητα, η τάση διαχωρισμού των ανθρώπινων κοινοτήτων και η μεταξύ τους εχθρότητα, είναι συνήθειες επίκτητες και κρατούν από την εποχή του αιματηρού ανταγωνισμού στη διεκδίκηση του περιβάλλοντος όπου υπήρχε η τροφή. Αν όμως οι τάσεις αυτές δεν είναι εγγενείς αλλά επίκτητες, τότε είναι δυνατόν να εξαλειφθούν. Αυτό είναι και το μεγάλο ερώτημα στο οποίο επιχειρεί να απαντήσει το βιβλίο: πώς είναι δυνατό να απαλλαγούμε από τις «κακές» μας συνήθειες, που διατηρούμε για χιλιετηρίδες, ώστε να αποτραπεί η επικείμενη εξαφάνιση του Ανθρώπου.
Στο σημείο αυτό ο Τόϋνμπη εξετάζει τα στοιχεία εκείνα που λειτουργούν ενωτικά στο ανθρώπινο γένος. Το πρώτο και βασικότερο είναι οι έξι ανώτερες θρησκείες. Το κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ότι αναλαμβάνουν να μεσολαβήσουν ανάμεσα στο άτομο και στο επέκεινα. Στόχος τους είναι να φέρουν το άτομο σε επαφή με την υπέρτατη πνευματική πραγματικότητα. Προσφέρουν έναν οδηγό ζωής, μια μεγάλη παρηγοριά από τα βάσανα της ζωής. Επί πλέον εξυψώνουν το άτομο θέτοντάς το στο επίκεντρο της διδασκαλίας τους σε αντίθεση με τις ολοκληρωτικές ιδεολογίες [κομμουνισμός, εθνικισμός κ.λπ.] οι οποίες το περιθωριοποιούν και το εκμηδενίζουν. Είναι γνωστή εξ άλλου η ιδιαίτερη ευαισθησία του Τόϋνμπη προς την θρησκεία και η βασική θέση του ότι ο άνθρωπος είναι αδύνατο να ζήσει χωρίς αυτήν. Τις απόψεις του επ αυτού τις έχει αναπτύξει και σε ξεχωριστό βιβλίο. Εδώ υπογραμμίζει τα ενωτικά χαρακτηριστικά των μεγάλων παγκόσμιων θρησκειών και τη δυνατότητά τους να αποτελέσουν τον συνδετικό ιστό ενός οικουμενικού κράτους. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η ιστορία είναι γεμάτη άγριους και εξοντωτικούς θρησκευτικούς πολέμους, που προκλήθηκαν ακριβώς από τις ανώτερες θρησκείες. Σε μια προσπάθεια να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα ο Τόϋνμπη φθάνει στο σημείο να προτείνει την απαλλαγή των θρησκειών από το «κοντόφθαλμο» δόγμα τους, τα οποίο ευθύνεται για τον τυφλό φανατισμό και τις θρησκευτικές συγκρούσεις. Κάτι τέτοιο φυσικά είναι αδύνατο διότι αντίκειται στην ίδια τη φύση της θρησκείας, η οποία βασίζεται στο εξωλογικό και μεταφυσικό δόγμα. Απογυμνωμένη από αυτό η θρησκεία χάνει το νόημά της και μετατρέπεται σε ηθικοπλαστική δοξασία. Και ως τέτοια είναι αδύνατο να διαδραματίσει τον ρόλο που θέλει να της προσδώσει ο Τόϋνμπη. Δυστυχώς στο σημείο αυτό βρίσκεται η μεγαλύτερη αδυναμία του βιβλίου. Και είναι εντυπωσιακό πώς ένα τόσο οξύ πνεύμα της εμβέλειας του Τόϋνμπη εξέφρασε έναν τόσο αφελή συλλογισμό. Ας προχωρήσουμε όμως στους άλλους δύο ενοποιητικούς παράγοντες. Πρόκειται για την τεχνολογία [της οποίας η τεράστια ενοποιητική δύναμη είναι προφανής] και για την διασπορά. Με τον όρο αυτό ο Τόϋνμπη χαρακτηρίζει ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπινων ομάδων διεσπαρμένων σε διάφορα σημεία της υφηλίου, οι οποίες έχουν αναπτύξει δεσμούς μεταξύ τους. Οι ομάδες αυτές προέκυψαν είτε από μαζικές μεταναστεύσεις [π.χ. εκτοπισμένοι πληθυσμοί λόγω πολέμων ή θρησκευτικών διώξεων], είτε εξ αιτίας της μετανάστευσης προς εξεύρεση καλύτερων συνθηκών ζωής κ.λπ. Δεν τις συνδέουν φυλετικά ή εθνικά χαρακτηριστικά, αλλά κοινές αντιλήψεις και ιδέες. Σε αυτές τις «διασπορές» στηρίζει πολλές ελπίδες: “…concomitantly we may expect to see the hold of Worlds decrease as the hold of the diasporas increases.”
Έτσι λοιπόν ο «θαυμαστός καινούργιος κόσμος» του Τόϋνμπη θα χαρακτηρίζεται από ένα παγκόσμιο κράτος όπου οι άνθρωποι θα ζουν σε γενικές γραμμές αρμονικά. Αναφέρει χαρακτηριστικά:
We can foresee a world knit ever more closely together by the continuing advance of technology, in which human beings local state will have, not the first claim on his loyalty but the third. The first will be allegiance to the world state [and mankind as a whole] the second will be given to the diasporas. His allegiance to his local community will be subordinate.
Σε ένα τέτοιου τύπου κράτος ο ρατσισμός και ο εθνικισμός θα αποτελούν περισσότερο προσωπική εκκεντρικότητα, παρά ιδεολογία.
Αυτές είναι σε γενικές γραμμές οι απόψεις του. Όλα τα παραπάνω τα περιγράφει δυστυχώς με το χαρακτηριστικό ακαδημαϊκό του ύφος το οποίο πολλές φορές γίνεται φλύαρο και κουραστικό. Τα επιχειρήματά του τα διανθίζει συχνά με αποσπάσματα από την Αγία Γραφή και με σωρεία ιστορικών παραδειγμάτων, πολλά από τα οποία επαναλαμβάνονται. Αναφέρεται επανειλημμένα στην κοινωνία των Σουμερίων και στο κατακερματισμένο κράτος τους το οποίο αντιδιαστέλλει με το ενοποιημένο κράτος των Αιγυπτίων. Προκειμένου να στηρίξει τις θέσεις του ταλαιπωρεί τον αναγνώστη με μακροσκελείς περιγραφές και εξαντλητικές αναλύσεις. Περιγράφει την εξέλιξη της χριστιανικής θρησκείας από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου μέχρι το τέλος των Θρησκευτικών Πολέμων της Μεταρρύθμισης, με μόνο σκοπό να καταδείξει ότι το ανθρώπινο πνεύμα έστω και μετά από χίλια τριακόσια χρόνια πέτυχε επιτέλους να σπάσει τα πνευματικά δεσμά που του επέβαλε ο χριστιανισμός και να αναδυθεί ελεύθερο ξανά, στο τέλος του τριακονταετούς πολέμου. Τι θα είχε συμβεί, διερωτάται, αν στη μεγάλη σύγκρουση μεταξύ εθνικών και χριστιανών οι αντίπαλοι είχαν χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα; Προφανώς ένα ολοκαύτωμα απαντά-και είναι ευτύχημα που οι αντίπαλοι δεν τα διέθεταν. Αντίθετα, παρά το βαρύ τίμημα της χιλιόχρονης υποταγής του σε μια θρησκευτική δικτατορία, το ανθρώπινο πνεύμα τελικά απελευθερώθηκε. Χρειαζόμαστε επομένως υπομονετικά χέρια προκειμένου να λύνουμε τους γόρδιους δεσμούς αντί να τους κόβουμε, συμπεραίνει ο Τόϋνμπη. Στ’ αλήθεια μόνον ένας Τόϋνμπη θα μπορούσε να διατυπώσει το αυτονόητο μέσα από μια τόσο σύνθετη και εξεζητημένη συλλογιστική!
Το πάθος του για παραλληλισμούς και αναλογίες αγγίζει τα όρια της υπερβολής. Η θεοποίηση των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων παραλληλίζεται με τον θεσμό των Φαραώ. Το ύστερο Αββασιδικό Χαλιφάτο, χρησιμοποιείται ως παράδειγμα επιτυχημένου οικουμενικού κράτους, ενώ ο σύγχρονος Δυτικός κόσμος συγκρίνεται με την Ελλάδα στις παραμονές του Πελοποννησιακού πολέμου. Η κατάρα της αρχαίας Ελλάδας ήταν ο κατακερματισμός της σε πολλές ανταγωνιστικές πόλεις-κράτη καθώς και η νοοτροπία των Ελλήνων να διαχωρίζουν τους εαυτούς τους από τους «άλλους».
Ορισμένες απόψεις του παρουσιάζουν ενδιαφέρον, όπως η σύγκριση της Κίνας με τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η χώρα αυτή, με την πλούσια ιστορία και την μακρόχρονη ενοποιητική παράδοση θα διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στο μέλλον. Γενικά η Κίνα μοιάζει να προκαλεί δέος στον Τόϋνμπη. Ο εθνικισμός της τον απωθεί και τον τρομάζει, αλλά η ιστορία της, τα ενοποιητικά χαρακτηριστικά του κράτους της, φαίνεται πως τον γοητεύουν. Την βλέπει σαν ένα επίδοξο παγκόσμιο κράτος-κάτι που μέχρι στιγμής δεν έχει επιβεβαιωθεί...
Το βιβλίο τελειώνει επαναλαμβάνοντας τις προτροπές για προσέγγιση, κατανόηση και ανεκτικότητα. Όπως υπογραμμίζει χαρακτηριστικά, οι ηθικοπλαστικές συστάσεις του απευθύνονται προς τον Δυτικό άνθρωπο, αφού αυτός διατρέχει τον μεγαλύτερο κίνδυνο να εκτραπεί και να προκαλέσει την μεγάλη καταστροφή.
Παρά το γεγονός ότι ο Τόϋνμπη θεωρείται σήμερα μάλλον ξεπερασμένος, φαίνεται ότι, κατά παράδοξο τρόπο, οι περισσότερες από τις προτροπές του έχουν εισακουσθεί.
Όταν ο Τόϋνμπη έγραφε το βιβλίο αυτό, ο εθνικισμός και ο ρατσισμός ήσαν κυρίαρχοι στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Στη Νότια και Νοτιοδυτική Αφρική ίσχυε το καθεστώς του Απαρτχάϊντ. Ο νόμος περί φυλετικών διακρίσεων είχε καταργηθεί μόλις το 1964 στις Η.Π.Α. και οι φυλετικές διακρίσεις εξακολουθούσαν να ισχύουν άτυπα για τουλάχιστον μία δεκαετία ακόμη. Σήμερα όλα αυτά έχουν αλλάξει. Στ’ αλήθεια ο Δυτικός Άνθρωπος στον οποίο απευθυνόταν το «Change and Habit» ακολουθεί κατά γράμμα τις παραινέσεις του: οι Δυτικές κοινωνίες επιδιώκουν να είναι ανοικτές προς όλες τις εθνικές, φυλετικές και κοινωνικές ομάδες. Η αποδοχή της ετερότητας και η διαλλακτικότητα κερδίζουν συνεχώς έδαφος έναντι της μισαλλοδοξίας. Ο εθνικισμός αντιμετωπίζεται με καχυποψία και ο ρατσισμός με εχθρότητα. Και αν, παρά τις προσδοκίες ορισμένων σύγχρονων στοχαστών, το παγκόσμιο κράτος του Τόϋνμπη δεν έχει δημιουργηθεί, έχει ωστόσο αποτραπεί ο άμεσος κίνδυνος ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος, ενώ για πρώτη φορά στην ιστορία της η Ευρώπη βαδίζει αποφασιστικά στην ολοκλήρωση της ενοποίησής της. Και μάλιστα μιας ενοποίησης όπως σχεδόν θα την επιθυμούσε ο Τόϋνμπη: όχι μόνον οικονομικής, μα και πολιτικής και πολιτισμικής, με έμφαση στις Αρχές του Διαφωτισμού, ανοιχτής στις «έξωθεν» επιδράσεις και προσμίξεις, απολύτως αντίθετης προς το διχαστικό πνεύμα της ελληνικής πόλης–κράτους που τόσο είχε στηλιτεύσει ο Τόϋνμπη.
Κλείνοντας, δεν μπορώ παρά να επισημάνω την αντίφαση που παρατηρείται ανάμεσα στο συγκεκριμένο βιβλίο και στο magnum opus του Τόϋνμπη, την περίφημη «Σπουδή της Ιστορίας» του. Στο έργο αυτό, όπου εξετάζεται η γέννηση, η εξέλιξη και η παρακμή των πολιτισμών, το παγκόσμιο κράτος θεωρείται ως το τελευταίο στάδιο ενός πολιτισμού πριν από την τελική του κατάρρευση. Το να προτείνεται τώρα ως η μοναδική λύση επιβίωσης της ανθρωπότητας είναι τουλάχιστον αντιφατικό και δικαιώνει σε ένα βαθμό όσους τον κατηγορούν ότι χρησιμοποιεί αυθαίρετα τα ιστορικά περιγράμματα που ο ίδιος δημιούργησε.