Ο Σπύρος, µαθητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, περνά τις διακοπές του φιλοξενούµενος από την οικογένεια ενός ζωγράφου στο νησί. Είναι ένα σηµαδιακό καλοκαίρι, όχι µόνο για τον ίδιο αλλά και για την οικογένεια που τον φιλοξενεί. Λίγο αργότερα, ο Απρίλιος του ’67 αλλάζει τα πάντα στη ζωή του.
Η ιστορία του Σπύρου είναι η ιστορία και πολλών άλλων της γενιάς του. Είναι η ιστορία ενός νεαρού ζωγράφου που αρνήθηκε να προδώσει την παρέα του αλλά πρόδωσε το όνειρό του.
«Τότε, µέσα της δεκαετίας του ’60, ο κόσµος όλος ήταν όπως εµείς – είκοσι χρονών. Μαζί µε εµάς είχε ξαναγεννηθεί η ζωή, όλα είχαν αλλάξει, ακούγαµε τα νέα τραγούδια που έπαιζαν στις µπουάτ της Πλάκας, τον Τιπούκειτο, την Απανεµιά, το Συµπόσιο, τη Ρουλότα και ένα σωρό άλλες. Αντί για τις ντιζέζ µε τα µικρόφωνα, νέοι τραγουδιστές, κορίτσια και αγόρια που θα µπορούσαν να είναι συµµαθητές µας στη Σχολή, παιδιά κι εκείνα σαν εµάς, µε φωνές απλές, χωρίς στόµφο, έλεγαν τα καινούργια τους τραγούδια πάνω σε στίχους που είχαν καθαρή ποίηση. Το φως µιας επανάστασης αχνόφεγγε, ο παλιός κόσµος βούλιαζε και εµείς, αποµακρυσµένοι από το όλο και πιο απρόσωπο κέντρο της πόλης, κρυµµένοι στις παραµεληµένες γειτονιές της, φέρναµε τον καινούργιο.»
Ο Αλέξης Πανσέληνος (English: Alexis Panselinos) είναι συγγραφέας διηγημάτων και μυθιστορημάτων. Επίσης έχει μεταταφράσει ξένη λογοτεχνία στα ελληνικά (από τα αγγλικά και τα γερμανικά).
Κάποτε είχα διαβάσει τον Κωστή Παπαγιώργη να μιλάει για απλότητα στη λογοτεχνία και να την εξυμνεί. Αυτό ακριβώς φανέρωσε μέσα μου το βιβλίο του Αλέξη Πανσέληνου. Πώς με μια απλή, αλλά συνάμα μαγευτική γραφή ο συγγραφέας δημιούργησε ένα λογοτεχνικό έργο υψηλών απαιτήσεων. Πώς με μια καθημερινή ιστορία σχεδίασε έναν πανέμορφο καμβά εικόνων και συναισθημάτων. Πώς έχτισε και εξέλιξε τους χαρακτήρες. Πώς κράτησε τον αναγνώστη από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα σε μια διαρκή αγωνία χωρίς να χρησιμοποιήσει κανένα συγγραφικό κόλπο. Πώς έδωσε μια ολόκληρη εποχή με λίγες αριστοτεχνικές πινελιές. Πώς απέφυγε τις ατέλειωτες προτάσεις, την εξαντλητική παράθεση επιθέτων, τις φιοριτούρες, την επίδειξη. Κι έτσι, πώς ανέδειξε την ελληνική γλώσσα που βι-άζεται καθημερινά. Ε, ναι, γράφουμε και γράφουν πολλοί, αλλά εδώ έχουμε έναν έμπειρο παίχτη, ένα φτασμένο συγγραφέα που δεν σταματά να γράφει όλο και καλύτερα, που στοχεύει όλο και ψηλότερα και τελικά φτάνει ψηλά, πολύ ψηλά, και μας χαρίζει ένα βιβλίο που αντιπροσωπεύει την υψηλή λογοτεχνία. Σε μία φωτογραφία μπορείτε να πάρετε μια γεύση της γραφής που σας έλεγα (για να μην υπάρχει καμία παρανόηση της λέξης «απλή»). Προτάσεις που τις διαβάζεις και δεν προχωράς γιατί θέλεις να τις ξαναδιαβάσεις μία προς μία. Δεν ξέρω πόσα άλλα θα ήθελα να γράψω, αλλά νιώθω ανεπαρκής για να δώσω στο χαρτί αυτά που το βιβλίο έδωσε σε μένα. Σίγουρα όμως πρόκειται για βιβλίο για πάνω από μία αναγνώσεις και σε περίοπτη θέση στη βιβλιοθήκη μου. Ευχαριστούμε κ. Πανσέληνε.
"Τότε,μέσα της δεκαετίας του '60,ο κόσμος όλος ήταν όπως εμείς-είκοσι χρονών.Μαζί μ'εμάς είχε ξαναγεννηθεί η ζωή,όλα είχαν αλλάξει,ακούγαμε τα νέα τραγούδια που έπαιζαν στις μπουάτ της Πλάκας (...)παιδιά κι εκείνα σαν εμάς,με φωνές απλές,χωρίς στόμφο,έλεγαν τα καινούργια τους τραγούδια πάνω σε στίχους που είχαν καθαρή ποίηση.Το φως μιας επανάστασης αχνόφεγγε,ο παλιός κόσμος βούλιαζε κι εμείς,απομακρυσμένοι από το όλο και πιο απρόσωπο κέντρο της πόλης,κρυμμένοι στις παραμελημένες γειτονιές της,φέρναμε τον καινούργιο"
"(...)γιατί κάθε πίνακας,πέρα από το θέμα του,είναι και το σωματικό αποτύπωμα μιας συγκεκριμένης ατομικότητας,που σημαίνει ακόμα και την ανατομία του χεριού,τον ρυθμό της αναπνοής,την πρόσληψη των χρωμάτων και των σχημάτων από την όραση του κάθε ζωγράφου.Τέλεια αντιγράφει μόνο όποιος τίποτα δεν έχει μέσα του."
Άνισο βιβλίο. Στην ουσία πρόκειται για μια νουβέλα που το παρατράβηξε, προσπαθώντας να προαχθεί σε μυθιστόρημα. Πιστεύω ότι όσα (μάλλον περιττά) μας αφηγείται ο συγγραφέας από τη σελίδα 143 έως τη 202, θα έπρεπε να έχουν συμπυκνωθεί το πολύ σε 5-10 σελίδες. Το πρώτο μέρος, έως τη σελίδα 142, οι δύο καλοκαιρινές εβδομάδες, είναι καλό, νοσταλγικό, λυρικό. Αυτή είναι η βασική ιστορία, η σχέση που αναπτύσσει ο κεντρικός χαρακτήρας με τη Γωγω. Η ιστορία των επόμενων 36 (!) ετών είναι αδιάφορη, συμπυκνωμένη σε περίπου 60 σελίδες, εκτός από το όμορφο τελευταίο κεφάλαιο. Θα κάνω μια εκτίμηση. Αφενός, του εκδότη η νουβέλα του φάνηκε μικρή και προέτρεψε τον συγγραφέα να γράψει κάτι περισσότερο, αφετέρου ο Πανσέληνος έχει δικό του (αριστερό) κοινό, το οποίο δεν το ενοχλεί -ίσως να το απολαμβάνει κιόλας- να διαβάσει για πολλοστή φορά για τα δεινά της χούντας και να μιζεριασει για τα χαμένα χρονια, κτλ. Θα μου πει κάποιος, "περί ορέξεως, κολοκυθόπιτα", και δεν θα εχει και άδικο. Το δικαίωμα στη μιρλα είναι αναφαίρετο, κι ας μην κολλάει η μίρλα με το θέμα. Στο πρώτο μέρος 4/5, στο δεύτερο με το ζόρι 2/5. Τουλάχιστον ο λόγος ρέει καλά, ειδικά μετά τις πρώτες 40-50 σελίδες, όταν παύει να είναι επιτηδευμενα λογοτεχνικος.
Η ιστορία εξελίσσεται την δεκαετία του 60’ με φόντο το νησί που θα περάσει ο Σπύρος, 2 εβδομάδες κοντά στον ζωγράφο Φ. Κάραλη -φίλο του πατέρα του- και την οικογένεια του. Στις δύο αυτές βδομάδες θα διασκεδάσει, θα περάσει ανέμελες στιγμές, στιγμές όμως που θα μείνουν ανεξίτηλες στον χρόνο και στη ζωή του.
Μπορεί αρχικά να περίμενα μια ανέμελη καλοκαιρινή ιστορία -έτσι τουλάχιστον ξεκίνησε-, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό, ήταν περισσότερα. Με αναφορές στην περίοδο της Χούντας βλέπουμε σιγά σιγά πως αποσυντίθενται η ζωή. Πως χάνονται τα όνειρα, πως οι συνθήκες σε αναγκάζουν να ωριμάσεις με σκοπό να επιβιώσεις. Πρώτη μου επαφή με την γραφή του συγγραφέα και δηλώνω γοητευμένη. Ενώ είναι απλή και λιτή χωρίς φανφάρες, ταυτόχρονα ήταν πλούσια και γεμάτη, με αποτέλεσμα να με απορροφήσει στην ιστορία του Σπύρου στο νησί.
Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη το βιβλίο και θα ήθελα να διαβάσω κι άλλο βιβλίο από τον συγγραφέα, φυσικά αν έχετε να μου προτείνετε κάποιο γράψτε μου στα σχόλια.
ΥΓ *-πρόταση που αναφέρετε στο οπισθόφυλλο= ‘’Είναι η ιστορία ενός νεαρού ζωγράφου που αρνήθηκε να προδώσει την παρέα του αλλά πρόδωσε το όνειρό του’’.
Το διάβασα καθώς το είχαν προτείνει στη λέσχη ανάγνωσης που είμαι μέλος. Μου φάνηκε σχετικά μέτριο/χλιαρό βιβλίο σε γενικές γραμμές. Το ύφος ήταν κάπως επιτηδευμένο, ειδικά στην αρχή, και το "ρομαντικό" κομμάτι με την Γωγώ που ήταν στη κυριολεξία παιδί με έκανε να νιώσω άβολα.
Το βιβλίο αυτό δεν γράφτηκε απλά να για να διαβάζεται πλάι στο κύμα αλλά έχει να μεταδωσει ενα πολύ σημαντικό και επίκαιρο μήνυμα: «Τα όνειρα τελικά δεν βγαίνουν πάντα αληθινά». Δεν θέλω να σταθείτε στην απαισιοδοξία της ατάκας αλλά στον συμβολισμό πίσω από αυτό.
Το χρονικό πλαίσιο είναι η δεκαετία του ’60, εκεί στα μισά της, τότε που στα μάτια των νέων έμοιαζε να αλλάζει ο κόσμος, ενώ ταυτόχρονα μαύρα σύννεφα έκαναν την εμφάνισή τους στον πολιτικό ορίζοντα προμηνύοντας τη σκοτεινή περίοδο που θα ακολουθούσε.
Προφανώς δεν είναι πρωτόγνωρη στην πεζογραφία η χρήση της θεματικής αυτών των χρόνων, όμως εδώ αποτελεί το βασικό πυρήνα των αντιθέσεων και των αλλαγών στην ζωή και στον χαρακτήρα του πρωταγωνιστή.
Το έργο περιγράφει τον νέο που έζησε έντονα και κάηκε νωρίς.
Ο ήρωας της ιστορίας, ο Σπύρος, με κλίση στη ζωγραφική από μικρός, είναι σπουδαστής στη Σχολή Καλών Τεχνών. Ζει το απόλυτο καλοκαίρι μέσα στην ελευθερία, την ανεμελιά, τον έρωτα και την περιπέτεια, κάτω απο τον καυτό ελληνικό ηλιο και την αλμυρά να κατατρώει το κορμί. Είναι σε μια ηλικία γεμάτος όνειρα για το μελλον, γεματος εφόδια για μια γεμάτη ζωή όλο φιλοδοξία και αυτοπεποίθηση.
Κάποια αναπάντεχα γεγονότα στις διαπροσωπικές του σχέσεις σε συνδυασμό με την πολιτική πραγματικότητα που χτυπά επιθετικά την πόρτα, τον απομακρύνουν απο τις μνήμες εκείνου του καλοκαιριού, αλλά και απο τον ίδιο του τον εαυτό. Έτσι αφήνει την ζωγραφική που τοσο αγαπά και προσπαθεί να βοηθήσει την οικογένειά του, καταλήγοντας στην οικογενειακή επιχείρηση να πουλά ηλεκτρικές συσκευές και επιτρέποντας στον εαυτό του, ως μόνη ενασχόληση με την τέχνη, την απόλαυση της μουσικής.
Πολύ σοβαρά οικογενειακά γεγονότα τον κλονίζουν ενώ η ψυχοσύνθεσή είναι ιδιαίτερα εύθραυστη και λόγω της νέας πραγματικότητας που βιώνει ως ενήλικας στην Ελλάδα αλλά και λόγω του εσωτερικού κενού που νιώθει.
Τα χρόνια περνούν και αυτός αλλάζει ολότελα. Τίποτα πάνω του δεν θυμίζουν τον Σπύρο του ‘60, τον ατίθασο νέο όλο σιγουριά και λαχτάρα. Τον επισκιάζει ο φόβος, η ματαίωση και η παραίτηση από την προσπάθεια να συνεχίσει να αναζητά την προσωπική του ταυτότητα, τον Σπύρο του τότε.
Είναι ευχάριστο και εύπεπτο! Μου άρεσε αυτή η σύντομη νουβέλα! Η κατανοητή, απλή μα συνάμα γλαφυρή περιγραφή κρατάει ζωντανή την ιστορία από την αρχή έως το τέλος. Βάφεις στην κυριολεξία τον δικό σου κ��μβά με τα τα χρώματα της ανάγνωσης. Είναι σαν να είσαι στην παραλία και να βλέπεις τα γεγονότα να πραγματοποιούνται στην δίπλα παρέα, στη χώρα του νησιού που είσαι, στο καράβι που επιστρέφεις ή ταξιδεύεις, στην Αθήνα που περπατάς.
Η λύση της ιστορίας ήταν αρκετά προβλέψιμη και οχι τόσο ενδιαφέρουσα. Είχα ονειρευτεί πολύ διαφορετικό φιναλε για τον ήρωα. Δεν υπήρχε κάποιο σημείο που να με κούρασε. Σίγουρα κάποιες πληροφορίες ήταν περριτες, ενώ άλλες θα έπρεπε να φωτιστούν με περισσότερα στοιχεία, ειδικά προς το τέλος που γίνεται προσπάθεια για να ένα χρονικό άλμα από την χούντα και το Πολυτεχνείο στο 2002 που πλέον ο πρωταγωνιστής πλησιάζει τα 70.
Επίσης για εμένα ένα άλλο ζήτημα που θίγεται, Και νομίζω είναι αυτό που εμένα με κέρδισε και με έκανε να αγαπήσω το βιβλίο, ήταν το ζήτημα της ενηλικίωσης. Για εμένα ο Σπύρος είναι ένα παιδί που ακόμα και μετά απ’ όλες τις αλλαγές που έφερε στη ζωή του η επιστροφή στην Αθήνα δεν κατάφερε να ενηλικιωθεί. Προφανώς βίωσε τεράστια ματαίωση εξαιτίας της Χούντας και των οικογενειακών συγκυριών όμως από τον τρόπο που φαίνεται να διαχειρίζεται τις καταστάσεις, ειδικά στις διαπροσωπικές του σχέσεις, μού δίνει την εντύπωση ενός άβουλου και ανασφαλούς ανθρώπου, που άφηνε τα πράγματα να συμβούν και αρνιόταν να επιλέξει και να αναλάβει ευθύνες.
Σε μια προσπάθεια αυτοκριτικής λέει: Οι παλιοί συμμαθητές μου στη Σχολή που γίναν ονόματα, «με ρωτούν, όταν καμιά φορά συναντιόμαστε, αν μετάνιωσα που τα παράτησα και πώς γίνεται κάποιος σαν εμένα, που φαινόταν το ίδιο καλός και καλύτερος από πολλούς, να έχει αφήσει το ταλέντο του να ξεθυμάνει. Η αιτιολογία της οικονομικής ανάγκης, το άγχος της “βιωτής”(όπως τόσο λόγια το θέτει ο Γιάννης), δεν τους πείθει. Σκέφτομαι όμως συχνά ότι κάτι μέσα μου με έκανε να χάσω την πίστη στον εαυτό μου. Δεν θα άντεχα να ζωγραφίζω τις τύψεις μου για τις αποτυχίες και το σκοτάδι μέσα μου. Ο κόσμος που έρχεται να δει τις ζωγραφιές μας θέλει να βγει απ’ τα σκοτάδια και να αντικρίσει φως. Αν δεν έχεις φως να προσφέρεις, τότε κάνεις κακή τέχνη. Άλλοι ίσως αντέχουν να το κάνουν. Εγώ δεν θα άντεχα. Προτίμησα να σβήσω, να υποχωρήσω και να σωπάσω» (σ. 204).
Καταλήγω στο ότι ο Σπυρος είναι ένας νέος ανάμεσα σε όλους εμάς. Αντιμετωπίζει την ματαίωση μαζί με την φιλοδοξία, δίψα για αλλαγή, ζωή και νέες εμπειριες ενώ η δυσκολίες της σύγχρονης πραγματικότητας θέτουν καθημερινά νέα εμπόδια στην εκπλήρωση των ονείρων.
Εσυ ποσο αντέχεις να επιμένεις και να προσπαθείς ώστε να εκπληρώσεις τον σκοπό σου; Μπορείς να μείνεις πιστός στον εαυτό σου;
Δεν θα πρωτοτυπήσω: το μυθιστόρημα έπρεπε να είχε παραμείνει νουβέλα και να τελείωνε μαζί με το τέλος εκείνου του μαγικού Αιγιοπελαγίτικου Ιουλίου του 1966.
Ώς εκεί ήταν το τέλειο αφήγημα. Τα 60ς, οι μουσικές, οι βραδινές βόλτες με τα μοτοσακό, το νησί με την παραλία, τα ατελείωτα μπάνια, η ζωγραφική, τα τσιγάρα, τα ταβερνάκια, τα πρώτα σκιρτήματα (εγώ του βγάζω το καπέλο που τόλμησε εν μέσω των παρανοϊκών Me Too και της δήθεν rape culture να κάνει τη μικρή Γωγώ ξεπεταγμένη δωδεκάχρονη!) Άψογη δημιουργία ατμόσφαιρας, με έκανε να ζήσω την εφηβεία των γονιών μου. Είχα μικρός διαβάσει τον Κουτσό Άγγελο του ιδίου και είχα εντυπωσιαστεί θυμάμαι από τη γραφή του με τη ζοφερή ατμόσφαιρα της Κατοχικής Αθήνας, έκτοτε έχει γίνει ακόμα καλύτερος. Θα ήταν καθαρό πεντάρι αν είχε σταματήσει εκεί, στο νησί, όπως η - σαφώς πολυπλοκότερη και βαθύτερη - Αίθουσα του Θρόνου.
Τι τον έπιασε μετά και έγραψε άλλες 100 σελίδες καταστρέφοντας τον κουλ ήρωά του μέσα στη μιζέρια και τη μοναξιά των επόμενων στείρων δεκαετιών;! Επιμελητής δεν υπήρχε να τον σταματήσει; Και δώστου η γλοιώδης αριστερίλα (δε θα γλιτώσει ποτέ η Ελλάδα απ΄αυτή...), και δώστου η «μυθική» νύχτα του Πολυτεχνείου, και δώστου η πνοή ελευθερίας των 80ς του Πασόκ (ξερνάω). Τι θέλει να μας πει ο ποιητής τελικά; Παράτησε ο Σπύρος τη ζωγραφική κι έμεινε μόνος στη ζωή ως αυτοτιμωρία επειδή στα 20 του δεν είχε την τόλμη να διαλέξει την Κική ή την Κοκό από τις δυο αδερφές («Όλες αδερφές είμαστε εδώωω») που του ρίχνονταν εναλλάξ κάτω απ΄τη στέγη του μπαμπά τους; Σιγά!
ΥΓ: διαβάζω στο οπισθόφυλλο «Είναι η ιστορία ενός νεαρού ζωγράφου που αρνήθηκε να προδώσει την παρέα του αλλά πρόδωσε το όνειρό του.» Ναι; Πώς ακριβώς δεν πρόδωσε την παρέα του; Όλους τους πρόδωσε, από τη μικρή Γωγώ ώς τον νεκρό πατέρα του, πάνω απ΄ όλα τον ίδιο του τον εαυτό.
Πραγματικά δεν μου άρεσε καθόλου. Δεν θέλω να διαβάζω για το πώς ένας εικοσάχρονος ενδιαφέρεται ερωτικά για μια δωδεκάχρονη. Έχω περάσει τα μισά,αλλά δύσκολα θα διορθωθεί η αξιολόγηση μου.
Το μυθιστόρημα του Αλέξη Πανσέληνου (Αθήνα, 1943) το διάβασα σε δυο καθισιές. Μετά το ξαναδιάβασα. Είναι ένα από τα ελάχιστα βιβλία, που έχω διαβάσει πρόσφατα, που στη δεύτερη ανάγνωση αποδείχθηκε καλύτερο.
Tο βιβλίο είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο. Ο ήρωας, ο Σπύρος, μας αφηγείται τη ζωή του. Βρίσκεται χρονικά κάπου κοντά στο ιστορικό παρόν και, στο πρώτο μέρος, μας διηγείται καταστάσεις που έλαβαν χώρα το καλοκαίρι του 1966, ενώ, στο δεύτερο μέρος, καταστάσεις που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της Χούντας των Συνταγματαρχών και στη Μεταπολίτευση. Μια παρατήρηση: η χρήση της πρωτοπρόσωπης αφήγησης ενέχει κάποιες ιδιαιτερότητες: κάνει τον συγγραφέα χαρακτηριστικά απόντα. Ανοίγει παρένθεση. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, τον κάνει πιο απόντα από τις περιπτώσεις της τριτοπρόσωπης όπου είθισται να εμφανίζεται παντεπόπτης αφηγητής, όπου είθισται να συγχέεται με τον συγγραφέα, όπου φυσικά και δεν είναι – ακόμη κι αν ο ίδιος τρέφει τέτοιες αυταπάτες. Κλείνει παρένθεση. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση προσφέρει στον συγγραφέα μια ιδιότυπη ασυλία –ένα άτυπο ακαταλόγιστο–, γιατί τα όποια λάθη του εύκολα μπορούν να μετακυλισθούν στον ήρωά του και ο συγγραφέας να τη βγάλει καθαρή. Επομένως απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή έτσι ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να αντιλαμβάνεται τι ακριβώς συμβαίνει σε αυτή τη λεπτή συνθήκη. Ο συγγραφέας ποιείν την νήσσαν ή πραγματικά επιθυμεί ο αφηγητής του να εμφανίζεται ελλειμματικός, ή έστω ιδιοσυγκρασιακός; Στην περίπτωση του συγκεκριμένου μυθιστορήματος δεν χωράει αμφιβολία· ο Πανσέληνος κατανοεί αυτές τις αποχρώσεις, και έχει τους λόγους του να παρουσιάζει μια ανισορροπία ανάμεσα στα δύο μέρη του. Ποια ακριβώς είναι αυτή η ανισορροπία και τι εξυπηρετεί θα το δούμε παρακάτω.
Ο Πανσέληνος ζωγραφίζει μια ιστορία αφοπλιστικής απλότητας. Ο Σπύρος, πρωτοετής φοιτητής στην Καλών Τεχνών, αφηγείται τις διακοπές του στο νησί, φιλοξενούμενος του Φαίδωνα Καραλή, καταξιωμένου ζωγράφου, συμπατριώτη και παλιού φίλου του πατέρα του. Ο συγγραφέας όμως δεν ζωγραφίζει αυτή την ιστορία μόνο μεταφορικά, με την έννοια του «σκιαγραφώ» ή «αποτυπώνω». Η αθωότητα του καλοκαιριού του 1966 που μας περιγράφει ο Σπύρος κατοπτρίζεται και στη φόρμα της γραφής του Πανσέληνου που λειτουργεί σαν «λάδι σε καμβά». Και μάλιστα, καταφέρνει ο συγγραφέας, κυρίως με αυτά που δεν λέει, να βγάζει στο κείμενο αυτή τη διαστολή του χρόνου, το βραδυφλεγές ίδιον της τεχνοτροπίας καθώς το «λάδι» αργεί να στεγνώσει.
«Ξαναφάνηκε μπροστά μας η θάλασσα, τη διακρίναμε στο βάθος μιας πεδιάδας γεμάτης λόφους απαλούς, είδαμε ξανά έναν μεγάλο ελαιώνα, κυπαρίσσια ψιλόλιγνα εδώ κι εκεί που το σκούρο πράσινο χρώμα τους έκανε την πιο όμορφη αντίθεση πάνω στο σκοτωμένο ασημοπράσινο της ελιάς, ίσαμε το τέλος όπου ξεχώριζαν οι κόκκινες στέγες των σπιτιών, στην αγκαλιά ενός κόλπου πλαισιωμένου από δύο ακρωτήρια. Είχαμε φτάσει στο Λιβάδι» (σ. 24). Πλήρες κείμενο: https://www.istos.gr/literature/revie...
Το πρώτο μισό με ενθουσίασε. Κακά τα ψέματα, σε όλους αρέσει να διαβάζουν μια καλοκαιρινή ιστορία! Η συνέχεια; Μια απλή καταγραφή των δεκαετιών που "χάθηκαν", όπως και ο ενθουσιασμός μου... Και μια μικρή ένσταση: Ποτέ ένα 12χρονο κορίτσι δε θα εκστομίσει τη φράση "Είσαι γελοίος!". Ούτε καν στη δεκαετία του '60.
Γλύκοπικρο υπέροχο μυθιστόρημα Θα το πρότεινα σίγουρα σε όποιον θέλει να έρθει σε επαφή με τη γενιά του 60 αλλά και την εποχή της δικτατορίας. Ροη που κυλάει σαν νεράκι, ωραίος λόγος και ο κεντρικός ήρωας ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας που σίγουρα μπορεί να ταυτιστεί μαζί του ο αναγνώστης.
Με απογοήτευσε πολύ. Περίμενα περισσότερο στοιχεία για το Πολυτεχνείο και την τεχνη. 150 σελίδες αναλώνονται δίχως ουσια σε φλερτ του πρωταγωνιστή. Η δημιουργία πλατωνικού ειδηλείου με ένα 12χρονο με έβγαλε εκτός εαυτού
This entire review has been hidden because of spoilers.
Ο Πανσέληνος χτίζει υπέροχα ένα μοναδικό καλοκαιρινό όνειρο και το αποδομεί όσο εύκολα κατακρημνίζει τα όνειρα των ηρώων του. Ένα βιβλίο που ρέει σα νεράκι, σε ξεγελά με την καλοκαιρινή ανεμελιά της εποχής που περιγράφει και σε φέρνει σιγά σιγά και μαλακά αντιμέτωπο με μια πραγματικότητα που δεν χαρίζεται. Πολύ καλό βιβλίο και το πρώτο του συγγραφέα που διαβάζω.
Το βιβλίο αυτό, στο πρώτο μισό του, προσφέρει αυτό το αίσθημα της καλοκαιρινής νωχελικότητας μιας άλλης εποχής που όλα φαινόντουσαν πιο απλά. Η εποχή αυτή δεν έχει αριθμό έτους· αλλάζει για τον καθένα ανάλογα με το πότε βρίσκεται σε αυτή την ηλικία που τίποτα δεν είναι σπουδαιότερο από τα πρωινά μπάνια, τα μεσημεριανά χουζούρια και τα βραδινά ξενύχτια. Η γραφή του Πανσέληνου είναι πολύ απλή και κατανοητή. Με προτάσεις σύντομες και χωρίς καθόλου φιοριτούρες καταφέρνει να μεταφέρει άμεσα την ατμόσφαιρα που περιγράφει είτε πρόκειται για ένα βράχο μες στην θάλασσα είτε για έναν παράδρομο κοντά στο Πολυτεχνείο.
Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που ενώ ως βιβλίο μου άρεσε, τον πρωταγωνιστή όσο και να διάβαζα για αυτόν, δεν κατάφερα να τον συμπαθήσω, ούτε και να τον δικαιολογήσω. Ο Σπύρος είναι είναι ένας αμφιλεγόμενος χαρακτήρας, ηθικά πολύ γκρίζος και θαμπός. Οι λίγες μέρες διακοπών του καλοκαιριού του '66 αποτέλεσαν την ουσιαστική είσοδό του στην ενηλικίωση. Οι λάθος επιλογές, ακόμα και οι λάθος σκέψεις τον οδηγούν να υποστεί τις συνέπειες αλλά, και πάλι, δεν ήταν αρκετές ούτως ώστε να αλλάξουν τον τρόπο σκέψης του. Ποτέ δεν δείχνει ουσιαστική μεταμέλεια, κυρίως μετανιώνει που έγινε αντιληπτός. Ως ενήλικας είναι, σχεδόν πάντα, ικανοποιημένος με την μέτρια ζωή του. Ή ίσως αρκετά δειλός για να πάρει το ρίσκο να την ταράξει… Είναι ένας χαρακτήρας αυθόρμητα και ασυνείδητα καιροσκόπος· τις παρέες του, τις διακοπές του ακόμα και τις ερωτικές συντρόφους του δεν τις επιλέγει λόγω προτίμησης αλλά λόγω ευνοϊκών συγκυριών, ενώ δίνει με σιγουριά υποσχέσεις που δεν μπορεί ή δεν έχει σκοπό να κρατήσει. Γενικά, τέτοιους τύπους, όσο μπορείτε, να τους αποφεύγετε Η συμβουλή της ημέρας!
‼️Τρίγκερ γουόρνινγκ: Σε κάποιο (μεγάλο) σημείο του βιβλίου αναφέρεται η ερωτική διάθεση ενός ενήλικα προς ένα παιδί. Η αλήθεια είναι ότι δεν μου άρεσε αυτό το σημείο και δεν κατάλαβα και που ακριβώς εξυπηρετούσε δομικά στην πλοκή η ηλικία του παιδιού. Θα μπορούσε κάλλιστα να εξυπηρετηθούν οι ίδιοι σκοποί και εάν ο ανήλικος χαρακτήρας ήταν νεαρός ενήλικος.
Τολμώ να ομολογήσω ότι το μυθιστόρημα «Λάδι σε καμβά» του Αλέξη Πανσέληνου είναι από τα πιο όμορφα αναγνώσματα που είχα τους τελευταίους μήνες. Το γλαφυρό ύφος, η λιτή γλώσσα, η πυκνή έκταση, οι συναισθηματικοί κρότοι, οι κοινωνικές αλλαγές, τα έκπτωτα όνειρα και η υποβλητική ατμόσφαιρα είναι λέξεις και φράσεις που χαρακτήρισαν την αναγνωστική μου πορεία.
Ο συγγραφέας πραγματοποιεί έναν βαθύ αναστοχασμό της ζωής. Οι συνθήκες και το περιβάλλον είναι η αφορμή για να μιλήσει για το αβάσταχτο της ύπαρξης και όλα τα σχέδια που έμειναν στο πιο σκοτεινό πηγάδι του χρόνου. Ο Πανσέληνος φτιάχνει μια διαδρομή ενηλικίωσης. Τοποθετεί τον Σπύρο, έναν φέρελπι νέο με εικαστικές επιδιώξεις, στην εποχή της χούντας, τον περνάει μέσα από τα «φωτεινά» χρόνια της μεταπολίτευσης, για να τον φτάσει στον απολογισμό του παρόντος.
Συγκεκριμένα, ο ήρωας φοιτά στη Σχολή Καλών Τεχνών. Έχει πελώριες φιλοδοξίες, μεγαλόπνοα σχέδια, υποσχόμενα ταλέντα και κυρίως καλλιτεχνική ματιά. Όλα αυτά του δίνουν την ώθηση και το κίνητρο να πιστεύει ότι θα καταφέρει μια μέρα να αφήσει τη δική του σφραγίδα στον εικαστικό θησαυρό της Ελλάδας. Ωστόσο, ένα γεγονός ερωτικής φύσης έρχεται να συνταράξει όλο του το είναι και να του προκαλέσει σκιρτήματα που θα διαρκέσουν μιαν ολόκληρη ζωή.
Ο χαρακτήρας του Πανσέληνου φιλοξενείται ένα καλοκαίρι στο εξοχικό του οικογενειακού φίλου Καραλή, ο οποίος είναι ζωγράφος. Έχοντας προδιάθεση να μάθει όλα τα μυστικά της τέχνης και φυσικά χωρίς να γνωρίζει τι του επιφυλάσσει η μοίρα, ταξιδεύει το μέρος που ανακατέψει τον εσωτερικό του κόσμο. Εκεί, γνωρίζει τις κόρες του Καραλή, την Ειρήνη, μια φοιτήτρια και τη Γωγώ, ένα ανήλικο κορίτσι. Προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει στην ψυχή του, φοβούμενος τις αντιδράσεις του σπιτιού αλλά ταυτόχρονα διατηρώντας τη φλεγόμενη ερωτική επιθυμία που έχει κάθε νέος στην ηλικία του, βιώνει με οξύτητα ένα ερωτικό ντελίριο και με τις δύο κοπέλες. Από τη μία, θεριεύει ο αχαλίνωτος σεξουαλικός πόθος και από την άλλη, καραδοκεί μια πλατωνική κατάσταση που κτίζεται διακριτικά.
Τι σχέση έχουν όμως όλα αυτά με το τώρα, με τον Σπύρο που έχει προδώσει όλους τους στόχους ζωής του και ζει μηχανικά ώστε απλά να βιοπορίζεται; Μπόρεσε ο Σπύρος να ορθώσει ανάστημα σε όλες τις δυσκολίες ή ακολούθησε και αυτός τον δρόμο των γονιών του, που έζησαν μια ζωή μακριά από τις επαγγελματικές και εσωτερικές τους επιδιώξεις; Τι σημασία είχε για τον ήρωα εκείνο το μακρινό, έντονο και αξέχαστο καλοκαίρι; Ήταν εκείνη η μόνη φορά που αντίκρισε τις αδερφές Καραλή; Τι απέγιναν όλοι εκείνοι που δεν ακολούθησαν τη λαμπρή διαδρομή αυτών που πρωταγωνίστησαν στη Μεταπολίτευση; Τι σημαίνει τελικά να φτάνεις στην αυτοπραγμάτωση;
Αυτό το βιβλίο μου δημιούργησε την εντύπωση ότι δεν ξέρει τι θέλει να είναι. Χωρίζεται σε δύο μέρη, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους και άνισα κατανεμημένα στο βιβλίο. Το πρώτο μέρος αφορά την απαράδεκτη, με -όχι και τόσο- πλατωνικό χαρακτήρα σχέση που αποκτά ο 20χρονος πρωταγωνιστής με μια 12χρονη, στις καλοκαιρινές του διακοπές. Αυτό το γεγονός από μόνο του, καθιστά τον πρωταγωνιστή αντιπαθή. Το βιβλίο προσπαθεί να δικαιολογήσει την συμπεριφορά του πρωταγωνιστή, δείχνοντας μας τις επιφυλάξεις που έχει όσον αφορά τα ερωτικά αισθήματα που τρέφει για την 12χρονη. Μας λέει συνεχώς πόσο λάθος είναι αυτό, χωρίς ωστόσο να προσπαθεί να δώσει τέλος στο φλερτ του παιδιού. Τονίζει συνεχώς την ομορφιά της αλλά και το πόσο κολακευμένος νιώθει από την πολιορκία της, προσπαθώντας έτσι να αποδώσει μερίδιο ευθύνης στο παιδί. Ταυτόχρονα όμως του αρέσει και η αδερφή της. Μας δείχνει δηλαδή έναν ηθικά λάθος άνθρωπο, προσπαθώντας παράλληλα να ρομαντικοποιησει τις επιλογές του. Τα μισό βιβλίο λοιπόν, πραγματεύεται τις δύο βδομάδες των διακοπών, οι οποίες θα έπρεπε θεωρητικά να είναι καθοριστικές για το υπόλοιπο βιβλίο. Ωστόσο τα γεγονότα αυτά μοιάζ��υν εξαιρετικά ασήμαντα. Το δεύτερο μισό του βιβλίου εστιάζει στις συνθήκες της χούντας και στην μιζέρια της ζωής του πρωταγωνιστή. Μετά τα πρώτα γεγονότα, εγώ δεν μπορούσα να νιώσω καθόλου άσχημα για την κατάντια της ζωής του. Χάρηκα που στο τέλος δεν συναντιέται ξανά με την μικρή και δεν του δίνεται η ευκαιρία να της πει κούφιες δικαιολογίες. Χάρηκα επίσης με την επιτυχία που γνωρίζει αυτή στη ζωή της.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Διάβασα δύο βιβλία του Πανσέληνου πριν από αυτό, μου άρεσαν χωρίς να με ενθουσιάσουν. Ετούτο είναι αλλιώς. Με συνεπήρε από την αρχή, με κατέκτησε. Όλα μου ήταν τόσο οικεία, τόσο δικά μου. Η εποχή, οι καταστάσεις, τα πρόσωπα. Δεν ξέρω τι είχε στο μυαλό του ο συγγραφέας, εγώ έκανα ασυναίσθητα αναγωγή σε δικές μου οικίες καταστάσεις, τοποθεσίες, πρόσωπα: "Νησί", η Μυτιλήνη. "Λιβάδι-Κάστρο" η Πέτρα και ο Μόλυβος. "Ζωγράφος Καραλής" ο Ελευθεριάδης ή ο Κανέλλης. "Γκαλερί γνωστή για την προώθηση των νέων καλλιτεχνών" η Ώρα του Μπαχαριάν. Δεν με ένοιαζε αν άλλα είχε ο συγγραφέας στο μυαλό του, εγώ διαβάζοντας ταξίδευα σε δικά μου οικεία χωράφια. Η αξιολόγησή μου επομένως καθαρά υποκειμενική, άσχετη από τη λογοτεχνική αξία του έργου, που πιστεύω ότι είναι υψηλή. Λες να έπαιξε ρόλο και το ότι είμαστε συνονόματοι και συνομήλικοι με τον συγγραφέα (αυτός του '43, εγώ του '44) και οι κοινές μας οικογενειακές αριστερές καταβολές;! Λες;
Τα συναισθήματα μου προς το βιβλίο αυτό είναι ανάμεικτα κ θα τα περιγράψω όπως τα βίωσα. Αρχικά, βαρεμάρα για τις λεπτομερείς περιγραφές του νησιού, αφού ήταν κάτι που εύκολα κάνει κανείς εικόνα. Στην συνέχεια το ενδιαφέρον άρχισε να αυξάνει με ένα ερωτικό ειδύλλιο που εκτυλίσσονταν στο νησί, για να σε κάνει να αισθανθείς όμως άβολα, αφού το κορίτσι για το οποίο γινόταν λόγος ήταν μόλις 12 (!) ετών. Η καλοκαιρινή αυτή ιστορία κάποια στιγμή φτάνει σε μια κατά κάποιον τρόπο κορύφωση και ξεκινάει το δεύτερο μισό του βιβλίου, όπου βλέπουμε την ζωή του πρωταγωνιστή μετά τα περιστατικά αυτά κ κατά την διάρκεια της Χούντας. Η δομή αυτή του βιβλίου μου φάνηκε τουλάχιστον μπερδεμένη, καθώς από την μία έχουμε την αφήγηση ενός περιστατικού ελάσσονος, θα έλεγε κανείς, σημασίας κ στην συνέχεια όλη την ζωή του πρωταγωνιστή κ πως αυτή επηρεάστηκε (;) απο εκείνο το καλοκαίρι. Στα αρνητικά θα έβαζα ότι ο πρωταγωνιστής ήταν εκνευριστικά άβουλος σε ό,τι του συνέβαινε, θα δεις κ πραγματικά δεν είχε άποψη. Επίσης είχα την αίσθηση ότι σε όλο το βιβλίο αναφέρονταν λεπτομέρειες οι οποίες θα χρησίμευαν αργότερα στην πλοκή κ για αυτό τους έδινα βάση, όμως κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Στα θετικά ότι παρόλα τα παραπάνω η ανάγνωση κύλησε γρήγορα, σου αφήνει την αίσθηση της εποχής στην οποία συμβαίνουν τα γεγονότα κ το τέλος όντως σου βγάζει ένα γλυκόπικρο συναίσθημα.
Η πρώτη μέρα του 2023 με βρίσκει καθισμένο στον καναπέ που λούζεται απ' τον ήλιο, να τελειώνω το πρόσφατο βιβλίο του Αλέξη Πανσέληνου. Δίπλα μου η σύζυγος, ευτυχώς, είναι κι εκείνη απορροφημένη από κάποια ανάγνωση και δεν δίνει σημασία στο τι κάνω. Με το που διάβασα την τελευταία φράση, κλείνω το βιβλίο, το ακουμπάω στο τραπεζάκι και αποσύρομαι σε διπλανό δωμάτιο να κλάψω με την ησυχία μου. Μακάρι να είναι καλά να μας δώσει κι άλλα τέτοια διαμάντια που ξεχειλίζουν μέσα από τα μάτια μας...
Ανάλαφρη ιστορία, ανάλαφρο ανάγνωσμα, χωρις ιδιαίτερη πλοκή και αγωνία. Με άφησε ασυγκίνητη το βιβλιο, σαν ιστορία. Η γραφή του από την άλλη όμορφη και στρωτή.
Ένα επίκαιρο βιβλίο, λόγω των πρόσφατων εορτασμών για την επέτειο του Πολυτεχνείου, γράφει ο Αλέξης Πανσέληνος, περνώντας ένα ηχηρό αντιφασιστικό μήνυμα μέσα από μια ανάλαφρη καλοκαιρινή περιπέτεια, εν είδει μυθιστορίας. Όπως, όμως, γίνεται φανερό από το τέλος του βιβλίου, πολλές φορές αυτές οι αθώες καλοκαιρινές περιπέτειες των διακοπών μας καταλήγουν να μας σημαδεύουν για μια ολάκερη ζωή.
Κατανοώ πως βλέπουμε κάθε βιβλίο με ξεχωριστά μάτια. Όταν, ωστόσο, σε σκηνές με «ερωτική διάθεση» εμπλέκεται ένα νεαρό κορίτσι, αδυνατώ να αντιληφθώ τη λογοτεχνική αξία του κειμένου. Όσο και αν μου άρεσε το λεξιλόγιο του συγγραφέα, η πλοκή με ενόχλησε και δεν με άφησε να αγαπήσω το βιβλίο.