Μια ζωή θυμάμαι τον εαυτό μου να φτιάχνει στέκια και καταφύγια για την ψυχή μου. Κι εκεί που είναι όλα έτοιμα κι έχω αρχίσει να βολεύομαι, εκεί που είναι τα πάντα τακτοποιημένα και κάθομαι λίγο να ξεκουραστώ και να κάμω τσιγαράκι, μπαίνει ο διάολος μέσα μου και μου την ανάβει. -Τι ναι τούτα δω τα σκιάχτρα; μου λέει. Δεν είναι για σένα η λούφα, κορίτσι μου. Πάλι πλαστογραφίες κάνεις; Και βροντάω τότε ένα ασιχτίρ και τα κάνω όλα κεραμιδαριό. Ύστερα κάθομαι σταυροπόδι και γλείφω τις πληγές μου σαν το σκυλί. Δεν πειράζει, λέω. Πάμε γι άλλα. Όπως και να χει το πράμα, η Ρόζυ γεννήθηκε με το βλέμμα καρφωμένο στο ξημέρωμα. Όρτζα τα πανιά λοιπόν.
Γεννήθηκα στο Νιο Χωριό, πολύ κοντά στα Χανιά. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος. Η μάνα μου, ονειροπόλα... Όσο ήμουνα παιδί, η οικογένειά μου περνούσε δύσκολες έως τραγικές καταστάσεις. Έτσι, αναγκάστηκα να ψάχνω από τότε τα μονοπάτια της φυγής. Εκείνη την εποχή μιλούσα με τα δέντρα, τις κάργιες που φώλιαζαν στα κυπαρίσσια του κήπου μας, τους θάμνους και τις πέτρες. Μου άρεσε, ακόμη, να φέρνω στο μυαλό μου διάφορες λέξεις και ν` ανακαλύπτω το χρώμα και τη μυρουδιά τους.
Τελείωσα τη Γαλλική Σχολή κι ύστερα ήρθα στην Αθήνα με τ` όνειρο ν` αλλάξω τον κόσμο. Άρχισα τις επαναστάσεις και τις ανατροπές και το μόνο που κατάφερα ήταν να σπάω συνεχώς τα μούτρα μου. Ευτυχώς που όλα έγιναν έτσι ακριβώς όπως έγιναν. Χαλάλι. Είδα, έμαθα κι ένιωσα τόσα πολλά!
Όταν κατάλαβα πως δεν μπορούσα ν` αλλάξω τον κόσμο, είπα: εντάξει, θ` αλλάξω τον εαυτό μου. Πολύ το διασκέδασα που την πάτησα κι εκεί. Τελικά σκέφτομαι, προς το παρόν δηλαδή γιατί πάντα το ψάχνω, πως επανάσταση είναι να `χεις τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά· να επιμένεις, ν` αγαπάς τη ζωή και να φροντίζεις να μην τη μολύνεις με το πέρασμά σου.
Όσο για το γράψιμο, έγραφα από παιδί. Το πρώτο μου γραφτό ήταν ένα ραβασάκι στο Θεό. Η αλήθεια είναι πως, όταν μεγάλωσα αρκετά, έκανα φιλότιμες προσπάθειες να μην μπλεχτώ στα γρανάζια της λογοτεχνίας. Φοβόμουνα μήπως κάποια μέρα αυτή η ιστορία με καπελώσει. Μάταιος κόπος! Φαίνεται πως μερικοί γεννιούνται με τούτη την περίεργη διαστροφή στο κεφαλάκι τους. Τουλάχιστον με παρηγορεί το γεγονός, πως το καπέλο μου δε μου `κρυψε ποτέ τα μάτια και τ` αφτιά μου.
Η ιστορία μιας οικογένειας, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί το λιγότερο ως δυσλειτουργική, γραμμένη με μια υπερβολικά ωμή, αλλά απλή και ειλικρινή γλώσσα, που δεν είναι παρά η φωνή του απλού, καθημερινού Έλληνα, με όλα τα ελαττώματα, τις προκαταλήψεις, τις μικροπρέπειες και τις φοβίες που τον κατατρέχουν. Συγκινεί με την αμεσότητα και την γνησιότητα της, αλλά ενοχλεί σε κάποια σημεία η υπερβολική ωμότητα της περιγραφής.
Όλα τα πιθανά στερεότυπα και ταμπού μιας παλαιών αρχών ελληνικής οικογένειας μπορείς να τα βρεις σε αυτό το μυθιστόρημα. Μια πολυμελής οικογένεια, από την δημιουργία της μέχρι και το "τέλος" της, με κάθε λογής χαρακτήρες, με πληθώρα προκαταλήψεων και διαφορετικών αντιλήψεων, ήταν μάλλον ένας ιδανικός τρόπος για την Αλκυόνη Παπαδάκη, να σκιαγραφίσει αλλά και να σατιρίσει την ελληνική κοινωνία μερικές δεκαετίες πριν. Το πετυχαίνει διάνα.
Μια πολύ ωραία ιστορία που μας δείχνει ότι η αγάπη της οικογένειας είναι ένα θεμέλιο της ζωής, το πώς θ συμπεριφέρθουμε στους υπόλοιπους ανθρώπους αλλά ακόμα κ στον ίδιο μας τον εαυτό. Επίσης, υπάρχουν κάποιες προτάσεις πολύ δυνατές που σε βάζουν σε σκέψη... Η κακία, η ζήλια κ το μίσος δεν οδηγούν πουθενά..
ενταξη τι να πεις για την Αλκυονη...χαρακτηρες ολοζωντανοι ..νομιζεις πως θα βγουν απο το βιβλιο και θα σου μιλησουν...η μια και μοναδικη αλκυονη που και το χειροτερο χαρακτηρα στο βιβλιο της δεν θα τον κατακρινει ποτε θα τον συμπονεσει και θα τον κανει φιλο της παρολη τη σαπιλα της ψυχης του...στεναχωρω βιβλιο μεν λυτρωτικο δε!45 αστερακια να ειχε θα του τα εβαζα!
Ευκολοδιάβαστο, κυλάει εύκολα, γρήγορα με γλώσσα απλή καθημερινή. Με πολλές αλήθειες που πονάνε. Πραγματικό, δεν ωραιοποιεί καταστάσεις και με μικρές δόσεις χιούμορ παρουσιάζει το δύσκολο και το σκληρό πρόσωπο της ζωής. Το "ρούφηξα" το συγκεκριμένο βιβλίο σε ένα βράδυ.
Γενικά λατρεύω Αλκυωνη ,αλλά το συγκεκριμένο δεν είναι από τα καλύτερα της .Μου θύμισε κακέκτυπο του " Σαν χειμωνιάτικη λιακάδα ". Πρόχειροι χαρακτήρες και μονοδιάστατοι στη πλειοψηφία τους. Παρόλαυτα η γραφή, τους προσδίδει μια ζωντάνια που σε εντάσσει γρήγορα στο σκηνικό και διαβάζεται νεράκι.
Με αφορμή την κηδεία της γιαγιάς Ροζαλίας Βαρβέρη, γνωρίζουμε την οικογένεια της συνονόματής της εγγονής, μιας κοπέλας αντιδραστικής, επαναστατικής, ασυμβίβαστης. Τι την ανάγκασε να γυρίσει την πλάτη της σε όλους; Πώς γνωρίστηκαν οι γονείς της; Πώς μεγάλωσε ο πατέρας της; Πόσο δύσκολες ήταν οι συνθήκες στην οικογένεια της γιαγιάς Ρόζυ; Πόσο εύκολο είναι να ράψεις το σκισμένο ψαθάκι της ψυχής σου όταν βρίσκεις μόνο ρετάλια;
Την κυρία Αλκυόνη Παπαδάκη τη διαβάζω από το πρώτο της μυθιστόρημα και τώρα, με αφορμή τις επανεκδόσεις των έργων της από τη Διόπτρα, ήρθε η ώρα να το κάνω πιο συστηματικά. Ξεκίνησα λοιπόν με το συγκεκριμένο βιβλίο που με είχε συγκλονίσει όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1993 και «δυστυχώς» ακόμη με πονάει η ιστορία που αφηγείται. Δεν είναι εύκολο το σύμπαν της αγαπημένης μου συγγραφέως, έχει ανήφορο, ταλαιπωρίες, αρνητικούς χαρακτήρες, δυσκολίες κι όλα αυτά αντιπαλεύουν με την αισιοδοξία, τη δύναμη, την αυτοπεποίθηση. Μαγικό και λεξιπλαστικό το σύμπαν της συγγραφέως, όπου κλείνω τα μάτια κι αφήνομαι να ταξιδέψω, να κλάψω, να παρασυρθώ, να γνωρίσω ανθρώπους που πνίγουν τα βλαστάρια και τους διψασμένους βολβούς εν τη γενέσει τους. Συντροφιά με λυρικότατο λόγο, άρτιες παρομοιώσεις, αναπάντεχες μεταφορές, κάθε της βιβλίο είναι κι ένα διαφορετικό ταξίδι γεμάτο ολοκληρωμένους χαρακτήρες, συγκρούσεις, διαχρονικά μηνύματα. Έτσι κι εδώ, με την οικογένεια Βαρβέρη.
Το μυθιστόρημα, παρ’ όλο που ξεκινάει φωτίζοντας πλήρως την εγγονή Ροζαλία, ουσιαστικά περιστρέφεται γύρω από την οικογένεια που δημιούργησαν η γιαγιά και ο παππούς της. Δεν πρόκειται για αγίους αλλά για δαίμονες που, νομίζοντας πως κάνουν καλό με την εκάστοτε συμπεριφορά τους, καταστρέφουν τον εαυτό τους και τους γύρω τους. Καταγράφονται επαρκώς οι κακές σχέσεις μεταξύ των μελών, τις οποίες η αντιπαροχή ενός οικοπέδου έκανε χειρότερες. Πάνω από το νεκροκρέβατο της Ροζαλίας τσακώνονται παιδιά κυρίως μα κι εγγόνια για το ποιος την περιποιήθηκε περισσότερο κι αμφισβητεί ο ένας την ανιδιοτέλεια του άλλου, κατηγορώντας τον ότι είχε στόχο να πείσει τον παππού για την αληθινή του αγάπη και να καρπωθεί ακίνητα, χρήματα, κοσμήματα, τιμαλφή. Η γιαγιά Ροζαλία λοιπόν έφυγε από τη Μήλο για να γίνει υπηρέτρια στην Αθήνα. Είναι μια γυναίκα μεγαλομανής, που παγιδεύτηκε στην ανατροφή των παιδιών της μ’ έναν σύζυγο μπεκρή και γυναικά και καταγράφονται ανάγλυφα οι δύσκολες στιγμές των παιδιών που θα τα στιγματίσουν για πάντα όταν μεγαλώσουν. Ένα ασταθές, τοξικότατο περιβάλλον γεμάτο φωνές και βία θα τους σημαδέψει για πάντα. Κι η Ροζαλία να γεμίζει μίσος και μένος με όσα της τυχαίνουν, να μεταμορφώνεται σε τέρας απόλυτα χειριστικό, να γίνεται άξεστη, γκρινιάρα: «Ώσπου κατάφερε σιγά σιγά να γεμίσει την ψυχή των παιδιών της με χοντρά σπυριά. Κάτι σαν ευλογιά. Και ξύνονταν και γδέρνονταν σ’ όλη τους τη ζωή κι άκρη δεν έβρισκαν ποτέ» (σελ. 57-58). Η συγγραφέας σκορπάει τις βρισιές και τις κατάρες αβέρτα, με αποτέλεσμα η ψυχή να μαυρίζει σε κάθε σελίδα και να μη βρίσκω πουθενά διέξοδο για κανέναν τους. Οι φωνές, η υστεροβουλία, οι υπολογισμοί της Ροζαλίας να κόβουν την ανάσα και να συναγωνίζονται σε ένταση αυτές της Εκάβης από το «Τρίτο στεφάνι».
Η Ροζαλία λοιπόν, παντρεμένη με τον Θόδωρο, απέκτησε τον Ζώη, ή Γκρανκάσα όπως τον αποκαλεί η κόρη του, Ρόζυ, τον Φωκίωνα ή Φούκο, την Κλειώ ή Κλοκλό και τα στίγματα της οικογένειας: τον Λεωνίδα που στράφηκε στα ναρκωτικά και τον παραπληγικό Κρίνο. Απιστίες, εκβιασμοί, λεκτική, ψυχική και σωματική κακοποίηση δημιουργούν ένα περιβάλλον από το οποίο κανείς δεν μπορεί να δραπετεύσει, γι’ αυτό δεν είναι τυχαίες οι επιλογές των αγοριών στη μετέπειτα πορεία τους. Νύφες που πέρασαν από οικονομικό και ηθικό έλεγχο και φυσικά δεν εγκρίθηκαν αλλά είναι γυναίκες που αλλιώς εμφανίστηκαν κι αλλιώς εξελίχθηκαν, με αποτέλεσμα η οικογένεια να εμπλουτίζεται με νέα μέλη αλλά και με νέες μηχανορραφίες, προσβολές, φαγωμάρες. Η Γιασεμή, η Ελπίδα αλλά και ο Παύλος δεν είναι και τα καλύτερα μπουμπούκια κι έτσι προσθέτουν τους δικούς τους κόκκους στο κομποσκοίνι του οικογενειακού αναθέματος. Με αφορμή την κηδεία της Ροζαλίας και με συνεχή πρωθύστερα γνωρίζουμε όλο και περισσότερο αυτούς τους ανθρώπους, την εξέλιξή τους, τα σχέδιά τους, τις αναποδιές τους. Κι ανάμεσα στα δικά τους βιώματα παρεισφρέει το ημερολόγιο της Ρόζυ «που γεννήθηκε με το βλέμμα καρφωμένο στο ξημέρωμα». Η κοπέλα δεν έχει καλό λόγο για κανένα, τους θεωρεί όλους παραδόπιστους, παρτάκηδες, εγωιστές, την ίδια την κηδεία τη χαρακτηρίζει «παρτούζα σπαραγμού»! «Είναι από σέρτικο χαρμάνι. Δεν φουμάρεται εύκολα» (σελ. 21). Αξίζει άραγε σαν άνθρωπος, όπως μας αφήνει να κρυφοκοιτάξουμε κάτω από τις χιλιάδες στρώσεις αποστασιοποίησης και ψυχρότητας με τις οποίες περιτυλίγεται; Θέλει χρόνο και κόπο μια τέτοια έρευνα. «Μπορεί να είμαι μια δειλή, μια φευγάτη, μια επικίνδυνη Ρόζυ. Αλλά χαίρομαι αφάνταστα που κάποιος μ’ έσπειρε σ’ αυτή τη γη» (σελ. 51). «Ευτυχώς δηλαδή που ξέχασα την πόρτα της ψυχής μου ανοιχτή. Κι ύστερα από τόσους αέρηδες και τόσες βροχές, σκούριασε πια. Πρήστηκε. Και να θέλω; Δεν μπορώ τώρα να την κλείσω» (σελ. 140).
Με απαράμιλλη τέχνη, με το οικείο λογοτεχνικό της ύφος, η κυρία Αλκυόνη Παπαδάκη φέρνει έτσι την πλοκή που τελικά βγαίνουν στο φως ο ναρκομανής Λεωνίδας, με το σκισμένο ψαθάκι που κουβαλούσε πάντα μαζί του («Μια ψηλή, αέρινη φιγούρα, με την πλάτη ελαφρά γερτή, σαν να κουβαλούσε στον ώμο του ένα πανέρι πίκρα», σελ. 153) και ο παραπληγικός Κρίνος, με το σκισμένο ψαθάκι της ψυχής του. Γύρω τους συμβαίνουν σημεία και τέρατα κι εκείνοι, ο μεν Λεωνίδας αγωνίζεται με λάθος τρόπο να φύγει μακριά τους ή / και να τραβήξει την προσοχή τους, ο δε Κρίνος, μια σκιά στον τοίχο, μια αδιάφορη για την οικογένειά του παρένθεση, ένα βάρος, προσπαθεί με νύχια και με δόντια να καταλάβει ποιος και πώς θα επιζήσει από όλο αυτό το τσίρκο, γιατί αν πεθάνουν οι γονείς του δε θα τον φροντίσει κανείς. Και οι δύο είναι άνθρωποι που φορτώθηκαν τα κρίματα των γονιών τους και τους ακολουθούμε σε μια πορεία, της οποίας το τέρμα ίσως το φανταζόμαστε αλλά η πλοκή ξεπερνάει κάθε φαντασία και το δάκρυ έρχεται ακάλεστο να με συντροφέψει όσο ο Λεωνίδας γίνεται σκιά του εαυτού του κι όσο ο Κρίνος βλέπει να μένει μόνος. Ρεαλιστικές περιγραφές που με ανατρίχιασαν φωτογραφίζουν δύο διαφορετικές μορφές μοναξιάς από την οποία κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει.
Το «Σκισμένο ψαθάκι» είναι ένα δυνατό και σκληρό μα και τρυφερό συνάμα μυθιστόρημα, αφιερωμένο στις συνέπειες της λεκτικής και της σωματικής βίας στους στενούς κύκλους μιας οικογένειας. Σκληροί και κακοί αντιήρωες δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο από τον οποίο κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει, με την εγγονή Ρόζυ να ακροβατεί ανάμεσα στην αδιαφορία και τη φροντίδα των ανήμπορων. Λυρικές προτάσεις με ψαγμένες παρομοιώσεις και μεταφορές («Τα μάτια του μύριζαν βροχή», σελ. 115), αμεσότητα, λόγος που ρέει, κείμενο που κυλάει γάργαρο και δεν καταλαβαίνεις πότε φτάνεις στο τέλος του και ξαναρχίζεις από την αρχή, σχεδόν προφορικός λόγος, με λαϊκές εκφράσεις και ιδιωματισμούς που χρωματίζουν τους διαλόγους, διαχρονικά νοήματα («Οι πλείστοι των ανθρώπων δεν έχουν στην ψυχή τους κατιτί το ωραίο. Σκατόλακκους κουβαλούν», σελ. 105) και μια υφέρπουσα αισιοδοξία που δίνεται με πρωτότυπο και ξεχωριστό τρόπο είναι μερικά μόνο από τα θετικά χαρακτηριστικά ενός μυθιστορήματος που με συγκλόνισε, με ταρακούνησε και μου σύστησε ανθρώπους που πραγματικά δε θα ήθελα με τίποτα να γνωρίσω. Αξέχαστοι θα μου μείνουν οι ομηρικοί καβγάδες, οι εκβιασμοί, ο παρατημένος και φοβισμένος και λερωμένος Κρίνος, ο ευτελής πλέον Λεωνίδας με το βρώμικο ψαθάκι μα και η Ρόζυ που αγωνίζεται να κρατήσει τις ισορροπίες, να βρει το λάθος και να το διορθώσει, χωρίς όμως να προσπαθήσει πολύ γιατί θέλει πάνω απ’ όλα να προστατέψει τον εαυτό της, έχοντας ήδη βιώσει δύσκολες καταστάσεις. «Άλλο πράμα ο άνθρωπός σου…Αυτό, ρε, το τρίψε ξύσε της ζωής. Ασήκωτη είναι η ρουφιάνα η μαγκουφιά» (σελ. 219). Πάω να το ξαναδιαβάσω…
Σε καθημερινή γλώσσα, με απλή και ευχάριστη γραφή η συγγραφέας μας παρουσιάζει την ιστορία μιας ελληνικής οικογένειας από την αρχή μέχρι το τραγικό τέλος της. Η έλλειψη αγάπης είναι τη χαρακτηρίζει από τη δημιουργία της, γεγονός που άφησε ανεξίτηλα τραύματα στα μέλη της, τα οποία οδήγησαν σε δυσλειτουργια κ των δικό τους οικογενειών. Κάθε πλευρά αυτής τη οικογένειας αντικατοπτριζει την σαθρωτητα της ελληνικής κοινωνίας που θεμελειωνεται στον ατομικισμο και το συμφέρον. Εντύπωση μου έκανε ο χαρακτήρας του Λεωνίδα που πέθανε από υπερβολική δόση ναρκωτικών. Το άτομο αυτό χρειαζόταν απελπισμενα αγάπη, καθώς ήταν συναισθηματικά κενός και αυτό ακριβώς τον οδήγησε στα ναρκωτικά. Πως αντιμετωπίζει η κοινωνία τους εξαρτημένους; πως τους αντιμετωπίζει ο κοινωνικός τους κύκλος; ερωτήματα στα οποία πρέπει να δοθούν απαντήσεις που θα οδηγήσουν σε νέα μονοπάτια την απεξάρτηση, που σύσσωμη η ελληνική κοινωνία θα παλεύει να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της εξάρτησης, καθώς, εκτός των άλλων, πρωτίστως πρόκειται για πρόβλημα κοινωνικό.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Αυτή είναι η πρώτη μου επαφή με τη συγγραφέα. Για να πω την αλήθεια, ξαφνιάστηκα με το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί στους διαλόγους του συγκεκριμένου βιβλίου. Παρόλα αυτά, κατάφερε να δώσει ζωντάνια σε αυτούς και να μάς δώσει την αίσθηση του άμεσου και του αληθινού. Προφανώς, αυτό ήταν και το ζητούμενο άλλωστε! Επίσης, αν και οι ήρωες παρουσιάζονται κάπως μονοδιάστατοι, κατάφερε να αποδώσει όλο αυτό το αρνητικό - και σχεδόν παρανοϊκό κλίμα - που επικρατούσε στην οικογένεια, στους κόλπους της οποίας διαδραματίζονται και τα γεγονότα τα οποία παρακολουθούμε. Δυστυχώς, αν και κάπως ακραίες οι καταστάσεις, δεν παύουν να μάς είναι γνώριμες έστω και από ακούσματα αν όχι από προσωπικά βιώματα, σε σχέση με τη βία που υπάρχει στο ενδοοικογενειακό περιβάλλον, κι αυτή μάλιστα σε όλες της τις μορφές. Εν ολίγοις, μού άρεσε πολύ το βιβλίο για αυτό και το διάβασα μονορούφι εξάλλου!...
Το είχα διαβάσει πριν χρόνια και το αγόρασα ξανά στην νέα του έκδοση.! Τα συναισθήματα ήταν ακριβώς τα ίδια. Η Αλκυόνη Παπαδάκη έχει έναν μοναδικό τρόπο να μιλάει απευθείας στην καρδιά, να ξύνει τις πληγές και ύστερα με έναν τρόπο να να απαλύνει τον πόνο με καθαρό που είναι βάλσαμο για τις ψυχές. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας, άνθρωποι καθημερινοί με τα προβλήματα και τις αδυναμίες τους, που ζουν και ονειρεύονται. Τα λόγια από το ημερολόγιο της Ρόζυ χτυπούν αλύπητα την ψυχή και σε βάζουν σε σκέψη. Λόγια ζωής, λόγια γεμάτα αλήθεια που σε φτύνουν στο πρόσωπο και σε κάνουν να αναρωτηθείς τι είναι η ζωή;
One of my all time favorite books. I read it when I was a teenager and it mapped my soul's landscape from the first chapter. I am not exaggerating. The lyricism, which I usually find tedious, flows through each page and gives the story a near-ethereal aura of metaphysical transcendence. A few pages later, vicious sarcasm and fast-paced dialogue examine the ways and inner-circle mini-culture of the modern Greek family. All of that combined took me on a trip around my own self, my thoughts, my reactions, and my behavior. Rosy became my icon. Unforgettable read.
Πολύ βαρύ βιβλίο για εμενα προσωπικά. Όλη η σαπίλα της ελληνικής κοινωνίας (και της ελληνικής γλώσσας)ήταν κρυμμένη στις σελίδες ενός βιβλίου με πανεμορφο,σχεδόν γαλήνιο εξώφυλλο. Διαβάζοντας την περίληψη είχα εντελώς διαφορετικές προσδοκίες για το βιβλίο που μόνο οι σημειώσεις από το ημερολόγιο της Ρόζυ κατάφεραν κάπως να τις φτάσουν.
Όλοι οι χαρακτήρες είναι γραμμένοι τόσο ωμά και ρεαλιστικά,δεν μπορείς παρά να σιχαθείς τον καθένα από αυτούς και ας γνωρίζεις τα βάσανα που περασαν. Ο μόνος που άξιζε ήταν ο Λεωνίδας,η μεγαλυτερη και πιο αθώα ψυχή που εγκατέλειψε αυτόν τον βούρκο για να ηρεμήσει και εν τέλη πέρασε ακόμα πιο δύσκολα εκεί εξω μόνος του. Αλλα τουλά��ιστον ήταν αυτό,μόνος του. Χωρίς τις απαίσιες φωνές της οικογένειας του πάνω από το κεφαλι του,χωρίς να του πίνουν το αίμα αυτοι που υποτιθεται ότι σαν γονείς έπρεπε να τον στηρίζουν και να τον αγαπούν. Αγαπησα επίσης την φιλία του με τον Κουλη καθώς και τον ίδιο τον Κουλη,αγνή ψυχή και παρότι δεν είχε σχεδόν τίποτα δικό του τα έδινε όλα για τον Λεό. Στάθηκε δίπλα του σαν αδερφός,οση αγάπη δεν έλαβε ποτέ από την ίδια του την οικογένεια ο Λεωνίδας την έλαβε από εκείνον.
Τέλος,κρατάω τις όμορφες λέξεις από το ημερολόγιο της Ροζυ καθώς επίσης και την ίδια σαν χαρακτήρα. Δυναμική,απελευθερωμένη,χωρίς κόμπλεξ και φόβους. Απλά ζούσε την ζωή της,αποκτούσε εμπειριες,ήταν ελεύθερη. Δεν άφησε ποτέ το άρρωστο σοι της να την πάρει κάτω μαζί τους.Πάντα ήταν μόνη της,στεκόταν στα πόδια της και φρόντιζε τα άτομα που όντως το άξιζαν. Είχε υπερβολικά μεγάλη και καθαρή ψυχή για μια οικογένεια σαν την δικιά της.
Το βιβλίο περιγράφει την ιστορία μιας "προβληματικής" οικογένειας. Κάποια στοιχεία σε μεγάλο ή μικρό βαθμό τα έχουμε όλοι ακούσει ή και βιώσει. Εύκολη γραφή και ειλικρινής γλώσσα, που κάνει το διάβασμα να κυλάει χωρίς να το καταλάβεις. Το μόνο αρνητικό που θα μπορούσα να πω ήταν το ότι οι χαρακτήρες στους διαλόγους έμοιαζαν το ίδιο, χωρίς κάποια διαφοροποίηση στους χαρακτήρες. Πέραν αυτού το απόλαυσα και το προτείνω.
Το πρωτο βιβλιο που διαβασα της κυριας Παπαδακη και ανυπομονω να τα διαβασω ολα!υπεροχα νοηματα,βαθια γραφη παραλληλα ομως κατανοητη!Λατρεψα τοσο τον περιθωριακο Λεωνιδα που ειχε μια καρδια γεματη αγαπη!