Πριν διαβάσω το βιβλίο απορούσα γιατί δεν έχει καθόλου κριτικές. Αφού το διάβασα, κατάλαβα. Διότι είναι ένα δύσκολο βιβλίο που σου αφήνει μεικτές εντυπώσεις. Έχω μάλιστα την αίσθηση ότι πολλοί αγοραστές του πιθανότητα δεν ολοκλήρωσαν καν την ανάγνωσή του, μάλλον δικαιολογημένα.
Η Εστέρ Βιλάρ διαθέτει πολύ κοφτερή γλώσσα και αυτό είναι στα συν του βιβλίου, όταν διατυπώνει μερικές από τις εξαιρετικές εμπνεύσεις της, θυμίζοντας ακόμα και Νίτσε, χωρίς υπερβολή. Όταν όμως παρασύρεται από τις σκέψεις της σε έναν φανατισμό ενάντια π.χ. στον πλούτο, τους πλούσιους ή τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η υψηλή τέχνη, τότε η ίδια γλώσσα γίνεται κουραστική, πέρα από τις ίδιες τις τραβηγμένες ιδέες της (διότι δεν είναι ο Νίτσε).
Το βιβλίο περιέχει διαμαντάκια που σε κάνουν να χαμογελάσεις, να κουνήσεις συγκαταβατικά το κεφάλι, ακόμα και να αναγνωρίσεις πιθανώς τον εαυτό σου σε κάποια από τις κατηγορίες της βλακείας (αν φυσικά έχεις τα κότσια). Νομίζω ότι η Βιλάρ είχε όλη την ικανότητα να γράψει ένα βιβλίο "εκθαμβωτικό", αλλά δυστυχώς την έχασε και σου αφήνει μία πικρή γεύση και ένα "γιατί".
θεωρώ από τα πολύ δυνατά στοιχεία του βιβλίου τις πάμπολλες ερωτήσεις που προβληματίζουν και σε αναγκάζουν να σκεφτείς πιο βαθιά από την επιφάνεια στην οποία οι περισσότεροι ζούμε υπνωτικά. Πολύ δυνατό και το τελείωμα το βιβλίου, όπου λίγο πολύ η Βιλάρ ισχυρίζεται ότι τελικά, παρόλο που κυβερνιόμαστε από κρετίνους, ακριβώς το ότι είναι τόσο κρετίνεοι μας σώζει, διότι ακυρώνονται από την ίδια τη βλακεία τους ή τη βλακεία άλλων σε συνδυασμό με την τυχαιότητα των πραγμάτων.
Νομίζω ότι με καλή επιμέλεια, που φαίνεται ότι ΔΕΝ είχε, αυτό το βιβλίο θα μπορούσε άνετα να βαθμολογηθεί πέντε στα πέντε και να έχουμε στα χέρια μας ένα αριστούργημα φιλοσοφίας και κοινωνικής ψυχολογίας. Η ευκαιρία προς το παρόν χάθηκε, αλλά θέλω να ελπίζω ότι κάποια στιγμή στο μέλλον θα επανεκδοθεί με την πρέπουσα επεξεργασία και θα βρει την υψηλή θέση που θα του αξίζει.