Γυρίζοντας απο το πρώτο ταξίδι του στην Αμερική, ο Κολόμβος παρέδωσε το ημερολόγιό του στην βασίλισσα Ισαβέλα. Εκείνη το κράτησε και φρόντισε να αντιγραφεί, παραδίδοντας το αντίγραφο πίσω στον Κολόμβο. Το αυθεντικό ημερολόγιο δεν ξαναεμφανιστηκε μετά το θάνατο της βασίλισσας και αργότερα, μετά το θάνατο του Κολόμβου, χάθηκε και το αντίγραφο. Αυτό που έχει μείνει ως τις μέρες μας είναι ένα αντίγραφο του αντιγράφου, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό.
Το ημερολόγιο καλύπτει την περίοδο απο την αρχή του ταξιδιού στις 3 Αυγούστου 1492 μέχρι τις 15 Μαρτιου 1493 οπότε και γύρισε στην Ισπανία.
Περιγράφει τις δυσκολίες του ταξιδιού, τα προβλήματα που είχε με το πλήρωμα όταν άρχισαν να δυσανασχετούν και να φοβούνται επειδή αργούσαν να βρουν στεριά.
Πιάνοντας επιτέλους στεριά στις Μπαχάμες και μετά στην Κούβα και την Ισπανιόλα, αρχίζει να περιγράφει την ομορφιά του τόπου. Κάθε δάσος, κάθε ποταμι, είναι το πιο όμορφο που έχει δει ποτέ. Κάθε λιμάνι χωράει 1000 πλοία, όλα τα πλοία της Ισπανίας, όλα τα πλοία του κόσμου, όλα τα πλοία του σύμπαντος και λίγα ακόμα.
Όταν συναντάει ιθαγενείς περιγράφει τους ανθρώπους που αργότερα θα υποδουλώσει, θα βασανίσει και θα αφανίσει ως πολύ καλούς, ευγενικούς, όμορφους και σκέφτεται πόσο καλοί σκλάβοι θα γίνουν. Πόσο ευκολα μπορεί και μια μικρή δύναμη Ισπανών να τους επιβληθεί αφού εκείνοι είναι ειρηνικός λαός που δεν ξέρει τα όπλα.
Ψάχνει σαν τρελός για χρυσάφι, σε κάθε χωριό ρωτάει συνέχεια που θα βρει χρυσό και όλοι του απαντάνε οτι παρακάτω θα βρει πολύ χρυσό. Ανταλλάσσει χαντρούλες και κουδουνάκια με όσο χρυσό βρίσκει στα χωριά των ιθαγενών. Αιχμαλωτίζει ιθαγενείς, άντρες, γυναίκες και παιδιά για να του πάρει μαζί του στην Ισπανία. Συνεχίζει να αναφέρει συνέχεια πόσο καλοί άνθρωποι είναι.
Τέλος, μετά απο ένα δυσκολο ταξίδι, καταφέρνει να γυρίσει πίσω καμαρωτός για να δρεψει τις δάφνες του.
Ενδιαφέρον και εκνευριστικό ανάγνωσμα.