Αφήγημα για το ερωτικό περιθώριο της Θεσσαλονίκης του '80.
Το «Κανάλ Ντ' Αμούρ» είναι ένα ζωηρό αφήγημα, ένα τραγούδι για τους έρωτες και τις λαχτάρες των περιθωριακών τύπων της Θεσσαλονίκης της δεκαετία του '80. Ο συγγραφέας, που έζησε άμεσα και έμμεσα τα επιθανάτια σπαρταρίσματα μιας πληθωρικής ερωτικής εποχής, ανακαλώντας στη μνήμη του ιστορίες και θρύλους της περασμένης δεκαετίας ξαναζωντανεύει το θέατρο ενός λαϊκού κόσμου που ενταφιάστηκε σκόπιμα για να μεταμορφωθεί σε γραφικό σκηνικό της αβασάνιστης νεοαστικής ψυχαγωγίας των Θεσσαλονικιών.
Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη μου παρ’ όλο που δεν γεννήθηκα και δεν μεγάλωσα σ’ αυτήν, και μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να τριγυρνάω στους δρόμους της και στην ιστορία της. Παράλληλα, παλεύω να έχω μία όσο το δυνατόν καλύτερη εποπτεία των αλλαγών που συντελούνται καθημερινά, αν και οι αλλαγές είναι τόσο γρήγορες πλέον που λίγους μήνες λείπει κανείς από μία γειτονιά και όταν επιστρέφει τη βρίσκει αρκετά διαφορετική (αυτό συμβαίνει κάθε φορά που πηγαίνω στην παλιά μου γειτονιά και στα πέριξ –στην Ευαγγελίστρια και στην Αγίου Δημητρίου– και φεύγω με έναν κόμπο στο στομάχι). Από την άλλη, ανέκαθεν ένιωθα μία ιδιαίτερη τρυφερότητα για τους ανθρώπους του «ερωτικού περιθωρίου»: τις πόρνες, τις τραβεστί, τις καμπαρετζούδες, τους εκδιδόμενους ομοφυλόφιλους κοκ. Βάσει των παραπάνω, ήταν αναμενόμενο να ρουφήξω μονομιάς το αφήγημα αυτό και να συγκινηθώ σε τέτοιο βαθμό.
Ο Κοροβίνης κατάφερε μέσα σε λίγες σελίδες και με τη βοήθεια λίγων φωτογραφιών να ανασυστήσει τον χαμένο ερωτικό παράδεισο της δεκαετίας του ’80 (άλλωστε πάντα οτιδήποτε οριστικά χαμένο σαν παράδεισος δεν φαντάζει;). Μάλιστα, καθώς το βιβλίο γράφτηκε πριν από περίπου 20 χρόνια και, γνωρίζοντας αρκετά καλά την περιοχή των Λαδάδικων όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα (δυστυχώς όχι και τις παραβαρδάριες συνοικίες), ήμουν σε θέση να προεκτείνω την αφήγηση στο παρόν και να συγκρίνω τρεις διαδοχικές εποχές.
Τελειώνοντας το βιβλίο, ένιωθα αυτήν την αλλόκοτη νοσταλγία που νιώθει κανείς για πράγματα που δεν έζησε (story of my life) και σκεφτόμουν πόσο πολύ θα ήθελα να μπορούσα να σεργιανίσω έστω για ένα βράδυ στα τότε Λαδάδικα, τα Λαδάδικα του Φίλιππου Γράψα, και στην τότε Πλατεία Βαρδαρίου, την Πλατεία του Αγίου Βαρδαρίου του Γιώργου Ιωάννου και του Κώστα Λαχά και ας ήμουν από εκείνους τους «ακάπνιστους» και «άβγαλτους κουλτουρολάγνους», όπως τους αποκαλεί ο Κοροβίνης.
Μια περιδιάβαση στη Θεσσαλονίκη της εποχής του '80 με κεντρικό άξονα το ερωτικό περιθώριο των περιοχών του Βαρδαρίου και των Λαδάδικων.
Αμιγώς νοσταλγικός ο πυρήνας του συγκεκριμένου έργου, ενώ ο παλμός της περιόδου εκείνης είναι έντονα αποτυπωμένος, ένεκα της γλαφυρής γραφής του Κοροβίνη. Η ίδια η πλοκή έχει τη μορφή εσωτερικού μονολόγου, είναι μια ροή συνείδησης - πολλές φορές ο αφηγητής οδηγούνταν αναδρομικά από μία ιστορία σε μια άλλη και ξαναπιάνοντας το νήμα συνέχιζε - γεγονός που έδωσε στο κείμενο έναν μοναδικά προσωπικό τόνο και μια εξομολογητική διάσταση.
Ένα μικρό βιβλιαράκι που διαβάζεται σε μια ώρα,πολύ νοσταλγικό,μιλάει για μια εποχή που πέρασε.Μιλάει για μπουρδέλα και περιθωριακες ταβέρνες,εκεί που σύχναζαν πουτάνες,τραβεστί και ξέσπαγαν καυγάδες με μαχαίρια.Ο Κοροβίνης μιλάει με αγάπη γι'αυτούς τους ανθρώπους ,αναπολεί αυτήν την εποχή και μας κάνει να την αναπολήσουμε κι εμείς παρόλο που δεν τη ζήσαμε.
Όπως και τα προηγούμενα βιβλία και γραπτά του συγγραφέα που είχα διαβάσει, είναι και αυτό μικρό σε μέγεθος αλλά μεγάλο σε νόημα. Η ιστορία των Λαδάδικων, της περιοχής πλησίον του Βαρδάρη αλλά και της αντίστοιχης περιοχής της Κωνσταντινούπολης, όλα μαζεμένα σε ένα εξαιρετικό και καλογραμμένο κείμενο το οποίο πιστεύω θα κερδίσει την θέση του ως τεκμήριο λαογραφίας.
Η ερωτική παρα-ζωή της Θεσσαλονίκης. Αφορμή για άλλη μια γλυκοπικρη ανάμνηση αυτό το αφηγηματάκι. Το ρούφηξα κι έμεινα με την πίκρα μιας αθωότητας που χάνεται, έστω κι αν βρωμοκοπά υπόκοσμο. Πάνε τα παλιά καλά....Αξιόλογο ταξίδι στο χτες και μακάρι να ζούσα στη Θεσσαλονίκη για να δακρύσω και λίγο με αυτές τις ιστορίες, τις αγνές, τις αληθινές...
Οι γιορτές είναι συνήθως μια κατάλληλη περίοδος για να ακούμε ιστορίες και μάλιστα, να ακούμε τους παλιούς να μας διηγούνται για το πως ήταν τα πράγματα πριν μερικές δεκαετίες.
Εκεί πιάνουμε τους εαυτούς μας να λέμε 'πωω, ήταν όντως έτσι τότε;', δύσπιστοι απέναντι σε αυτές τις περιγραφές.
Ο Κοροβίνης, παραθέτει μια σύντομη ιστορία του περιθωρίου του Βαρδαρίου και των Λαδάδικων, κατά τη δεκαετία του 1980, Πολύ πριν τα τραγουδήσει ο Μητροπάνος, και σίγουρα πολύ διαφορετικές απο αυτό που είναι σήμερα.
Είναι ωραίο να μαθαίνεις αυτή την ιστορία της πόλης σου, για να μην πω αναγκαίο. Εικόνες ασύλληπτες για κάποιον σαν εμένα που πρόλαβε την διαστρεβλωμένη ανάμνηση αυτών των πραγμάτων που περιγράφει ο Κοροβίνης. Όταν ξεκίνησα να κυκλοφορώ στη Θεσσαλονίκη, τα Λαδάδικα δεν θυμίζαν τίποτα απο αυτό που περιγράφει το βιβλίο και ο Βαρδάρης είχε απλά την φήμη των όσων αναφέρονται.
Εδώ έρχεται και το παράδοξο του να αισθάνεσαι νοσταλγία για πράγματα που δεν έχεις ζήσει (it's a real thing look it up).
4 αστέρια αντί 5 γιατί με έκανε να ταξιδέψω και να νοσταλγήσω σε μια εποχή που δεν έχω ζήσει αλλά παραήταν μικρό γαμώτο και με άφησε "διψασμένο" για κι άλλο και με μια αίσθηση πως θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί περισσότερα. Υπέροχο !
Δεν είχα την τύχη να γνωρίσω την Θεσσαλονίκη εκείνης την εποχής, μπορώ όμως να καταλάβω αυτήν την νοσταλγία για το 'αυθεντικό', όσο παρακμιακό κι αν ήτανε. Μιλάει για πόρνες και για τις γειτονιές τους, κάτι που μοιάζει τώρα σαν ένα γλυκόπικρο όνειρο.
Εκτός από την καθαρά φιλολογική αξία του κειμένου (η φράση "παραβαρδάρια τσάρκα" μου θυμίζει το 'liffeying' του James Joyce), μπορώ να πω ότι το λεξιλόγιο μου στα Ελληνικά είναι πολύ πιο πλούσιο τώρα ;-o
Ένα μικρό βιβλιαράκι, ανασκόπηση των περιοχών του Βαρδαρίου και των Λαδάδικων. Μια αναδρομή στην εποχή του '80 που δείχνει το ερωτικό περιθώριο. Μια περιοχή που δεν πρόλαβα μια και στα μέσα του '90 είχε ήδη αλλάξει το τοπίο. Ο Κοροβίνης με το δικό του στυλ.