Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη μου παρ’ όλο που δεν γεννήθηκα και δεν μεγάλωσα σ’ αυτήν, και μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να τριγυρνάω στους δρόμους της και στην ιστορία της. Παράλληλα, παλεύω να έχω μία όσο το δυνατόν καλύτερη εποπτεία των αλλαγών που συντελούνται καθημερινά, αν και οι αλλαγές είναι τόσο γρήγορες πλέον που λίγους μήνες λείπει κανείς από μία γειτονιά και όταν επιστρέφει τη βρίσκει αρκετά διαφορετική (αυτό συμβαίνει κάθε φορά που πηγαίνω στην παλιά μου γειτονιά και στα πέριξ –στην Ευαγγελίστρια και στην Αγίου Δημητρίου– και φεύγω με έναν κόμπο στο στομάχι). Από την άλλη, ανέκαθεν ένιωθα μία ιδιαίτερη τρυφερότητα για τους ανθρώπους του «ερωτικού περιθωρίου»: τις πόρνες, τις τραβεστί, τις καμπαρετζούδες, τους εκδιδόμενους ομοφυλόφιλους κοκ. Βάσει των παραπάνω, ήταν αναμενόμενο να ρουφήξω μονομιάς το αφήγημα αυτό και να συγκινηθώ σε τέτοιο βαθμό.
Ο Κοροβίνης κατάφερε μέσα σε λίγες σελίδες και με τη βοήθεια λίγων φωτογραφιών να ανασυστήσει τον χαμένο ερωτικό παράδεισο της δεκαετίας του ’80 (άλλωστε πάντα οτιδήποτε οριστικά χαμένο σαν παράδεισος δεν φαντάζει;). Μάλιστα, καθώς το βιβλίο γράφτηκε πριν από περίπου 20 χρόνια και, γνωρίζοντας αρκετά καλά την περιοχή των Λαδάδικων όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα (δυστυχώς όχι και τις παραβαρδάριες συνοικίες), ήμουν σε θέση να προεκτείνω την αφήγηση στο παρόν και να συγκρίνω τρεις διαδοχικές εποχές.
Τελειώνοντας το βιβλίο, ένιωθα αυτήν την αλλόκοτη νοσταλγία που νιώθει κανείς για πράγματα που δεν έζησε (story of my life) και σκεφτόμουν πόσο πολύ θα ήθελα να μπορούσα να σεργιανίσω έστω για ένα βράδυ στα τότε Λαδάδικα, τα Λαδάδικα του Φίλιππου Γράψα, και στην τότε Πλατεία Βαρδαρίου, την Πλατεία του Αγίου Βαρδαρίου του Γιώργου Ιωάννου και του Κώστα Λαχά και ας ήμουν από εκείνους τους «ακάπνιστους» και «άβγαλτους κουλτουρολάγνους», όπως τους αποκαλεί ο Κοροβίνης.