- Να σου πω, είπε ο Γιάννης. - Να μη μου πεις, είπε η Ράνια. - Ακούς; είπε ο Γιάννης. -Όχι, είπε η Ράνια. - Είπες ότι τελειώσαμε, εντάξει; - Ναι, είπε η Ράνια. - Και θέλω το πουλόβερ μου να φύγω, είπε ο Γιάννης. - Ωραία, είπε η Ράνια. Ψάξε στο πατάρι ή στο μπαούλο. - Έψαξα, είπε ο Γιάννης. - Κι αυτό τι είναι; είπε η Ράνια. - Μάλιστα, είπε ο Γιάννης. - Αυτό τι είναι; ξαναείπε η Ράνια. - Κοίταξε, είπε ο Γιάννης. - Να κοιτάξω τι; - Είναι κομμάτια, είπε ο Γιάννης. Το 'χει φάει ο σκόρος. - Χα, είπε η Ράνια. Λες να καβγαδίζουν κι αυτοί; - Θα μπορούσες να του έχεις βάλει λίγη ναφθαλίνη, είπε ο Γιάννης. Άφησε το πουλόβερ να πέσει, άνοιξε την πόρτα και έφυγε. - Στο διάβολο, είπε η Ράνια. Κι άρχισε να κλαίει με λύσσα.
Thanassis Valtinos (Greek: Θανάσης Βαλτινός) was born in an Arcadian village in the Peloponnesus in 1932. He first achieved national recognition with the publication of his widely read novellas The Descent of the Nine (1963) and The Book of Andreas Kordopatis (1964). In addition to his novels, novellas and short stories, he has translated classical Greek drama for the Art Theater of the late Karolos Koun, and written film scripts in collaboration with film director Theodoros Angelopoulos, most notably the award-winning Voyage to Kythira (Cannes Film Festival, 1984) His novel Data from the Decade of the Sixties won the National Book Award for Best Novel in 1990 and was short-listed for the Aristeion European Literature Prize in 1991. He was awarded the Cavafy Prize (2001), the Petros Haris Prize, conferred by the Academy of Athens for lifetime achievement (2002), and the Gold Cross of Honour of the President of the Greek Republic (2003). He served as president of the Society of Greek writers from 1990–1994, and again from 2005–2009. In 2008 he was elected a member of the Greek Academy.
Πολύ ρεαλιστικά γραμμένος διάλογος ανάμεσα σ’ ένα ζευγάρι στα πρόθυρα του διαζυγίου, με έντονη την προφορικότητα, τα μονολεκτικά και τις επαναλήψεις. Κάνει κύκλους ο καυγάς, πράγματα μένουν μετέωρα, ο καθένας θυμάται ό,τι τον συμφέρει, όπως τον συμφέρει, αναφέρουν ανθρώπους που δεν ξέρεις και δεν εξηγείται τι είναι, ο ένας διαψεύδει τα λεγόμενα του άλλου δίχως να δίνει τη δική του εκδοχή.
Όμως ξεκινάει in medias res, είναι γραμμένο με παύλες, η στίξη που χρησιμοποιείται δε βοηθάει όταν ο ένας διακόπτει τον άλλο, μία στο τόσο υπάρχει ένα «είπε η Ράνια» ή «είπε ο Γιάννης», ίσα για να μη χάνεται ο αναγνώστης. Κι έτσι, κάτι που θα ήταν κόσμημα κι επίδειξη δεξιοτεχνία σαν μέρος μεγαλύτερου κειμένου, εδώ τραβάει για 95 σελίδες, και κουράζει αφόρητα.
Ειρήσθω εν παρόδω, κάποιες λεπτομέρειες με κάνουν να υποπτεύομαι ότι το βιβλίο λαμβάνει χώρα το ’80 και όχι το ’90: όπως η έλλειψη τηλεφώνου στο σπίτι και η αναφορά σε κάποιον κομματικής έμπνευσης σύλλογο που έκανε τη Ράνια να συνειδητοποιήσει την καταπίεσή της, ο οποίος είναι πιθανώς η Ένωση Γυναικών Ελλάδος.
Τα "Φτερά μπεκάτσας" είναι ένα βιβλίο το οποίο έχει μεταφερθεί στο θέατρο. Αναμενόμενο, εφόσον ο τρόπος γραφής θυμίζει περισσότερο θεατρικό έργο, παρά μυθιστόρημα. Πρωταγωνιστές είναι ο Γιάννης και η Ράνια, ένα παντρεμένο ζευγάρι και όλο το κείμενο είναι ένας διάλογος ανάμεσά τους. Εντάξει όχι ακριβώς διάλογος γιατί καθ' όλη τη διάρκεια του βιβλίου οι δυο τους καβγαδίζουν. Στην κουζίνα του μικροαστικού σπιτιού τους, στην Αθήνα των αρχών της δεκαετίας του '90 μιας περιόδου κατά την οποία κυριαρχεί η υποτιθέμενη ευημερία, ο Γιάννης και η Ράνια έρχονται σε σφοδρή αντιπαράθεση, αλληλοκατηγορούνται και κατασπαράζουν ο ένας τον άλλο λίγη ώρα πριν χωρίσουν. Μέσα από τη διαμάχη τους σκιαγραφείται μια ολόκληρη εποχή, η εποχή των παιδικών μου χρόνων, ο λόγος όμως που αρθρώνουν οι δυο πρωταγωνιστές ακούγεται απόλυτα οικείος και τόσο συνηθισμένος σε κάθε εποχή.
Ένα έργο δοσμένο αμιγώς σε στιχομυθία, σε διάλογο ανάμεσα σε ένα ζευγάρι που χωρίζει και που φέρνει στο προσκήνιο τα κακώς κείμενα της σχέσης του. Καθηλωτικό και πρωτότυπο.