Ο Σοπενάουερ έλεγε πως αυτό που ξεχωρίζει τη μεγαλοφυϊα απ’ τον μεγάλο καλλιτέχνη είναι η ικανότητα να βγαίνεις απ’ τον εαυτό σου, απ’ το ιδιαίτερο θέλω σου και να αντιλαμβάνεσαι - ατενίζεις τον κόσμο εποπτικά, να αναλύεις, να σκέφτεσαι, να εκφράζεις την Ιδέα, διαπερνώντας με εργαλείο τη φαντασία, το ειδικό και να πορεύεσαι στο γενικό, στο συνδυασμένο ακόμη, αλλά στο μη αφηρημένο και χρειάζεται η φαντασία ώστε να βλέπουμε αυτό που ήταν προορισμένο να γίνει κι όχι εκείνο που εντέλει έγινε. Είναι εκείνη η ιδιαίτερη ικανότητα να βλέπεις τις δυο υποστάσεις του κόσμου, αυτό που παριστά κι εκείνο που θέλει, η παράσταση κι η βούληση. Με συγγραφείς σαν το Στεντάλ, σαν το Τουργκένιεφ, όπως θα χαρακτήριζε κι έχει τουλάχιστον χαρακτηρίσει για τον ένα απ’ τους δύο, ο Καμύ, συγγραφείς – φιλόσοφοι από θέση που ωστόσο προτιμούν τις αχνές γραμμές, την υπαινικτική γραφή, που αρνούνται το ξαπόστεμα στα αποστάγματα νου και συναισθημάτων, την οικονομία του λόγου που όμως ξεδιπλώνεται σαν τις σιδερένιες σκάλες κινδύνου, σαν τις μπαμπούσκες, με τρανταχτότερο παράδειγμα τον Τσβάϊχ, είναι δύσκολο για τους περισσότερους ανθρώπους να αντιληφθούν το μεγαλείο τους και την πολυπρισματικότητα με την οποία αντιλαμβάνονται την εικόνα και την ουσία. Αυτό δε σημαίνει πως ένας Μπαλζάκ, ή ένας Ντοστογιέφσκι είναι υποδεέστεροι, απλώς διαφορετικοί. Ωστόσο, στην ίδια γραμμή βρίσκονται κι εκείνοι, από άλλα άκρα.
Ο Μονομάχος είναι ένα σπάνιο έργο, η διαχρονικότητα του είναι αδιαμφισβήτητη. Ο Ξενόπουλος στα περισσότερα μυθιστορήματα του ακόμη και παράπλευρα ασχολείται με το λανθάνοντα έρωτα, με κέφι και χαλαρότητα, κρύβοντας το πόσο άσκημα μπορούν να εξελιχθούν τα πράγματα και τον πόνο που κρύβουν πίσω τους. Τον Τουργκένιεφ απ’ την άλλη δεν τον απασχολεί αν θα στενοχωρηθείς, αυτή είναι η πρόθεση του, να προβληματιστείς, όσο προβληματιζόταν κι ο ίδιος, όσο μπερδευόταν. Δε μπορούμε να ξέρουμε για τους άλλους τίποτα περισσότερο απ’ εκείνο που μας επιτρέπουν να μάθουμε, τα υπόλοιπα είναι ερμηνείες και πόθοι δικοί μας, βασιζόμενοι στις εμπειρίες και τις αξίες μας κι αυτό δε σημαίνει πως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Πιστεύω με όλη μου την καρδιά πως δεν έχει υπάρξει άνθρωπος, που να μην έχει εμπλακεί σε τρίγωνο και εννοώ, είτε απ’ τη θέση του φίλου – μεσάζοντα, είτε απ’ τη θέση του φίλου που δέχεται την ‘’ευεργετική’’ επίδραση του μεσάζοντα. Κανένας απ’ τους ρόλους αυτούς, δεν απαλλάσσει απ’ τις ευθύνες, ούτε απ’ τον πόνο. Κι είναι ένας λόγος να διαβαστεί αυτό το βιβλίο, γιατί μερικές φορές αυτό οδηγεί να θυμηθούμε, να αναθεωρήσουμε, να κρίνουμε καλύτερα τον εαυτό μας.
Στην περίληψη, διαβάζουμε πως υπάρχουν δυο χαρακτήρες στο έργο, ο ένας ανώτερο πνεύμα κι ο άλλος τραμπούκος. Θα περιμέναμε ίσως ο αγαπημένος του συγγραφέα να είναι ο εκλεπτυσμένος Κίστερ και όχι ο τραχύς, ‘’αβαθής’’, άνθρωπος της δράσης και άξεστος Λουτσκόφ, όμως ο συγγραφέας θα μας εκπλήξει, γιατί τα φαινόμενα απατούν πάντοτε. Σα να τον βλέπεις να κουνάει με απαξίωση την πένα του, αφήνοντας τον Κίστερ στην άκρη του, σαν το καλόγουστο, μορφωμένο, παπαγαλάκι που είναι. Οι σκέψεις του πάντοτε ξεκινούν από γνώσεις αβάφτιστες σε εμπειρίες και πριν το επιστέγασμα, πάντα απουσιάζει η τελική φράση, εκείνη που θα τον κάνει να δει τον εαυτό του, όπως πραγματικά είναι και τα κίνητρα του που τον φέρνουν κοντά στον Λουτσκόφ. Εκλεπτυσμένος, καταλαβαίνει την υψηλή γλώσσα, αυτή που αρέσει, συγκινείται απ’ το ωραίο, μα παραδίδεται στη συμβατικότητα όπως κάθε άλλος, απλώς τα γούστα του διαφέρουν απ’ τους υπόλοιπους που βρίσκονται γύρω του, γι’ αυτό περνάει σαν ανώτερος, τόσο που να βαυκαλίζεται κι ο ίδιος. Μα ο Λούτσκοφ είναι κάτι άλλο, είναι αυτός που αγαπά ο συγγραφέας, εκείνος που εξελίσσεται στην πορεία, ώστε να φτάσει στο τέλος να ξεδιπλώσει όλο το σκεπτόμενο άνθρωπο μέσα του κι αυτό όμως δεν τον γλιτώνει απ’ τις συνέπειες του να μη συζητά ως τις αβύσσους με τον εαυτό του. Είναι εκείνος που απ’ αγάπη για το ωραίο που δεν του αναγνωρίζει κανείς, ανταλλάσσει τα αρώματα του πρώτου φίλου, με τη μόρφωση του δεύτερου, είναι εκείνος που δρα γιατί δεν έμαθε να εκφράζεται με το λόγο. Είναι το είδος του αδέξιου ανθρώπου, που η αμηχανία του βγαίνει σε θυμό, ειρωνεία, εριστικότητα και πρόκληση. Είναι εκείνος που θα σε χτυπήσει πρώτος με μπουκέτο χωρίς να αποδεχτεί τα προκαταρκτικά, μα είναι ο ίδιος που δε θα καταδεχτεί να πει ψέματα για γεγονότα, μόνο για τα συναισθήματα του κι είναι ο ίδιος που σαν οι άλλοι περιμένουν το χειρότερο απ’ αυτόν θα τους το δώσει. Κι όμως αυτή η φιλία θα μπορούσε να υπάρξει, να βρει το χώρο της, ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που κανένας δε μπορεί να αγγίξει το βάθος του, μπορεί να αναπτυχθεί μια πολύ εποικοδομητική φιλία. Όχι όμως όταν ανάμεσα τους παρεμβάλλεται ένας τρίτος άνθρωπος, που δεν ξέρει τι θέλει κι εκεί παραπέμπει η τελευταία φράση του βιβλίου. Εδώ που τα λέμε, σε περισσότερους υπαινιγμούς οδηγεί, αλλά είναι κι αυτός ένας απ’ τους βασικούς.
Ο φίλος και το φιλαράκι. Δε θυμάμαι άλλος συγγραφέας, να έχει υπαινιχθεί ποτέ τη διαφορά ανάμεσα στις δυο λέξεις και που παραπέμπει η μια και που η άλλη.
Ο συγγραφέας επιχειρεί τη δική του απάντηση απέναντι σε ένα απ’ τα μεγαλύτερα προβλήματα, που έχουν δημιουργήσει τεράστια δράματα: τη φιλία ανάμεσα στα φύλα. Ο καθένας μπορεί διαβάζοντας το να αναστοχαστεί πάνω στις δικές του εμπειρίες και σκέψεις.
Είναι ένα σπουδαίο βιβλίο που για άλλη μια φορά τυγχάνει της μεταχείρισης ενός ανεκδιήγητου μεταφραστή που λες και μπαίνει ο διάολος μέσα του ξαφνικά και πετάει λέξεις κι εκφράσεις που δεν έχουν καμιά θέση εδώ. Η μεγαλύτερη ακύρωση ήταν σε μια υποβλητική σκηνή για την οξύνοια με την οποία χαράζονται τα συναισθήματα, στη Μαρία και τον Λουτσκόφ στο λιβάδι, μια φράση του τύπου ‘’μήπως να την κάνουμε’’, πραγματικά ήθελα να πετάξω το βιβλίο. Έχει διαφορά η μετάφραση κειμένου, απ’ τη μετάφραση ύφους και απαιτεί την ίδια λεπτότητα. Δεν είναι πως δεν αναγνωρίζω τι προσπαθεί να συμβιβάσει ο μεταφραστής, αλλά διαφωνώ με το αποτέλεσμα.
Και πάλι όμως είναι ένα σπουδαίο βιβλίο που αποδίδονται εξαιρετικά και βαθειά οι χαρακτήρες, όσο και οι ρόλοι τους. Δε λείπουν τα κοινωνικά σχόλια, δοσμένα με ελλειπτικό χιούμορ και ο συνετός λόγος με τις κοφτές προτάσεις, δελεάζει τη σκέψη, αλλά δεν της επιτρέπει να γίνει ένας Κίστερ, παρά μόνο να τη μεταλάβει, να την απλώσει στον εαυτό του, να τη δοκιμάσει σα ρούχο, με όλες τις εμπειρίες και τη γνώση που απορρέει απ’ αυτές.