Πάντα ήθελα να διαβάσω Σολζενίτσιν.
Θυμάμαι αμυδρά τον πατέρα μου να τον αμφισβητεί, τότε με το νόμπελ ή ίσως αργότερα, υιοθετώντας τις αμφισβητήσεις του κόμματος. Δεν μου έρχονται στο μυαλό λεπτομέρειες αλλά πραγματικά θα ήθελα να ξέρω αν διάβασε ποτέ τη Μία Μέρα στη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς ή απλά αναπαρήγαγε ό,τι άκουγε ή διάβαζε στο Ριζοσπάστη.
Τέλος πάντων, αποτέλεσμα τούτων όλων, ήταν η προκατάληψη που έσερνα για χρόνια, ώστε να μην θελήσω να ακουμπήσω ποτέ τη Μία Μέρα και τον αντιφρονούντα ...
Με αφορμή τα ακουστικά βιβλία, διάλεξα κάτι από Σολζενίτσιν, κάτι ανώδυνο και απολιτικό. Για να γνωριστώ επιτέλους.
Ήταν το Σπίτι της Ματριόνα.
Ένας καθηγητής μαθηματικών, εκτίει δεκαετή ποινή σε γκουλάγκ και αποφυλακίζεται. Αντί να πάει στην πόλη του, διαλέγει να χαθεί σε ένα απομονωμένο χωριό, μέσα στη φύση μεν αλλά και το σκληρό χειμώνα της ρωσικής επαρχίας. Ταλαιπωρείται να βρει στέγη, όμως τελικά το σπίτι της Ματριόνα γίνεται το κατάλυμα του. Εκεί, συμβιώνει ειρηνικά μαζί της και την μελετά. Αρχικά με σχετική αδιαφορία, στη συνέχεια όμως με αληθινή έγνοια. Φτώχεια, τυραννία, αδικία, ένα κράτος - βασανιστής, άνθρωποι όμως καλοί και η Ματριόνα μια ακούραστη συντρέχτρα.
Στην αρχή ο καθηγητής προσπαθεί να διατηρήσει μια απόσταση από πρόσωπα και γεγονότα, σταδιακά όμως διολισθαίνει προς την τρυφερότητα.
Μου άρεσε το ύφος της γραφής, οι περιγραφές του, τα αισθήματα που προσπαθούσαν να κρυφτούν αλλά ξεπρόβαλαν από τις γραμμές του. Χωρίς να είναι ένα αριστούργημα της ρωσικής λογοτεχνίας, προϊδεάζει τον αναγνώστη ότι βρίσκεται μπροστά σε έναν σημαντικό συγγραφέα. Εκείνο δε που γίνεται εμφανές είναι το πόσο πολύ αγαπά τον τόπο του, παρά τα όσα συμβαίνουν γύρω του.
Κρίνοντας εκ των υστέρων (και αφού η σκόνη της ιστορίας έχει κάπως κατακάτσει) και μόνο ότι θέλησε να υψώσει το ανάστημα του ενάντια στο καθεστώς μιας ολόκληρης τυραννικής αυτοκρατορίας, τον κατατάσσει στα ελεύθερα πνεύματα.
Δεν ξέρω αν θα μπορέσω κάποτε να καταπιαστώ με τη Μία Μέρα, αλλά τουλάχιστον κατάφερα να απαλλαγώ από την προκατάληψη μου (in memoriam του μπαμπά μου) έστω και αργά...