Ο Γεώργιος Θεοτοκάς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Οι γονείς του, Ανδρονίκη και Μιχάλης, κατάγονταν από τη Χίο. Φοίτησε στο Ελληνογαλλικό Λύκειο της Κωνσταντινούπολης. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή το 1922, η οικογένεια Θεοτοκά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα ο Θεοτοκάς φοίτησε στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από την οποία αποφοίτησε το 1927. Στην συνέχεια μετέβη στο Παρίσι και στο Λονδίνο για να ικανοποιήσει τις πνευματικές και επαγγελματικές του αναζητήσεις. Επέστρεψε λίγο αργότερα στην Αθήνα και εργάστηκε σαν δικηγόρος. Παράλληλα δραστηριοποιήθηκε έντονα στον πνευματικό χώρο: το 1929 εξέδωσε το δοκίμιό του Ελεύθερο πνεύμα, που εκ των υστέρων χαρακτηρίστηκε ως "μανιφέστο" της Γενιάς του '30, και συνεργαζόταν με λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ το 1933 κυκλοφόρησε το πρώτο λογοτεχνικό του έργο, το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος Αργώ.
Η Ακαδημία Αθηνών τον βράβευσε με το Bραβείο πεζογραφίας το 1939 για το μυθιστόρημά του Το Δαιμόνιο. Το έργο του διακόπηκε όμως προσωρινά λόγω του Ιταλο-ελληνικού πολέμου του 1940: κατατάχθηκε ως εθελοντής στον ελληνικό στρατό. Όμως δεν πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο παρά τις πολλές προσπάθειές του να σταλεί στην πρώτη γραμμή. Ασχολήθηκε ξανά με τη λογοτεχνία μετά τον πόλεμο. Για την προσφορά του βραβεύτηκε με το κρατικό λογοτεχνικό Bραβείο για το δοκίμιο το 1957 για το έργο του Τα Προβλήματα του καιρού μας.
Διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου τις περιόδους 1945-1947 και 1952-1953. Ακόμη, υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος από το 1961, έτος ίδρυσης του. Εξάλλου ο Γεώργιος Θεοτοκάς ασχολήθηκε και με την πολιτική. Υπήρξε υποψήφιος βουλευτής του Νομού Χίου το 1955 αλλά απέτυχε να εξασφαλίσει την εκλογή του.
Μετά από δεκαετή συζυγικό βίο με τη Ναυσικά Στεργίου, χήρεψε το 1959. Το 1965 ξαναπαντρεύτηκε, αυτή τη φορά τη Κοραλία Ανδρειάδη. Πέθανε το 1966 στην Αθήνα.
Μόλις τελείωσα ένα καταπληκτικό βιβλίο και είμαι ενθουσιασμένη!Λάτρεψα την υπέροχη γραφή του Θεοτοκά,αγάπησα τους ήρωες του με ολα τα ελαττώματά τους,διάβασα με ενδιαφέρον τα πολιτικά του σχόλια και χάθηκα μέσα στις όμορφες περιγραφές της Αθήνας και των άλλων πόλεων στις οποίες περιπλανήθηκαν οι Αργοναύτες του. Το βιβλίο μιλάει για την Ελλάδα της εποχής του Μεσοπολέμου,για τις επιπτώσεις της Μικρασιατικής καταστροφής και των χαμένων ονείρων στις ζωές των ανθρώπων.Οι ήρωες του κυνηγούν άλλοι τη δόξα,άλλοι τον έρωτα,τις φιλοδοξίες τους ,τα όνειρα τους ,κι άλλοι δεν ξέρουν καν τι κυνηγούν,ίσως τον ίδιο τους τον εαυτό.
Ένα αρκετά καλό μυθιστόρημα, με πολλές πλοκές και πολλούς αφηγηματικούς ήρωες. Εκτυλίσσεται σε πολλά μέρη, όπως η Αθήνα, η Κωνσταντινούπολη, το Παρίσι. Το μυθιστόρημα δεν μένει αδιάφορο στην πολιτική ζωή της Ελλάδας, αφού πολλά κεφάλαια επεξηγούν της ιστορία της δεκαετίας του 30. Εστιάζει κυρίως πάνω στην οικογένεια του καθηγητή Νοταρά και τα τρία παιδιά του, τον Νικηφόρο, τον Αλέξη και τον Λίνο, όμως υπάρχουν και άλλα κεντρικά πρόσωπα όπως ο Δαμιανός Φραντζής, το ζεύγος Σκινά, ο Μανόλης Σκυριανός, η Μόρφω…
Η γραφή του Θεοτοκά ρέει εύκολα, υπάρχει συνοχή αλλά η αλήθεια είναι ότι -με εξαίρεση ίσως την αυτοκτονία του λοχία Πικιού και τη νυχτερινή καταστροφική περιπέτεια του Λίνου- δεν καταφέρνει να αγγίξει και να συγκινήσει έντονα τον αναγνώστη. Κάποιοι χαρακτήρες μοιάζουν μονόπλευροι, το ειδύλλιο Αλέξη και Μόρφως μοιάζει πολύ γλυκανάλατο σε ορισμένες στιγμές, Ένα άλλο στοιχείο που δεν μου άρεσε ήταν η συνεχής παρεμβολή φράσεων, ακόμα και ολόκληρων παραγράφων στα γαλλικά και σε άλλες ξένες γλώσσες.
Παρά αυτά τα αρνητικά το μυθιστόρημα έχει αρκετά θετικά στοιχεία. Το γενεαλογικό δέντρο των Νοταράδων περιγράφεται με λογοτεχνική μαεστρία, ο χαρακτήρας του Νικηφόρου έχει ένα ενδιαφέρον, όπως και κάποιοι άλλοι δευτερεύοντες χαρακτήρες, όπως ο Μάριος Σφακοστάθης, ο Παπασίδερος και ο λοχίας Πικιός. Οι περιγραφές του Θεοτοκά είναι πετυχημένες, ιδιαίτερα αυτή της Κωνσταντινούπολης αφού καταφέρνει να μεταφέρει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και την ατμόσφαιρα της πόλης.
Σχόλιο μιας εποχής σε ένα μυθιστόρημα ιδεών που όμως πλατειάζει με την πολυπρόσωπη αφήγηση του: ανύπαρκτη και αποσπασματική πλοκή, ξύλινοι ανδρικοί χαρακτήρες, που είναι πιο ενδιαφέροντες μόνο σε σύγκριση με τους πάντα δευτερεύοντες εντελώς σχηματικούς γυναικείους.
Η ιστορία περιστρέφεται κυρίως γύρω από τους τρεις γιους του Θεόφιλου Νοταρά, και τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους στη ζωή. Τώρα το γιατί ακριβώς ο καθένας τους παίρνει τον τάδε δρόμο και τη δείνα επιλογή και γιατί έχει ο καθένας την κατάληξη που έχει, δεν γίνεται ακριβώς αντιληπτό. Διάφοροι άλλοι χαρακτήρες, είτε από την επινοημένη πολιτική σκηνή της Ελλάδας των 20s είτε από το φοιτητικό σωματείο «Αργώ» εμφανίζονται κυρίως ως φορείς των ιδεολογικών τάσεων της εποχής, και αρκετοί μάλλον πιάνουν χώρο παρά προσθέτουν κάτι στο μωσαϊκό.
Ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχεται στα ημερολόγια του ότι η συγγραφή του μυθιστορήματος τον κούρασε αρκετά, οπότε δεν μοιάζει και τόσο απίθανο να συμβεί το ίδιο και στον σημερινό αναγνώστη.
Η φράση «Οι Έλληνες είμαστε ταπεινοί μιμητές των προγόνων μας και καθυστερημένοι μαθητές των ξένων» δεν δίνει μόνο μια εικόνα για το βιβλίο αλλά παραμένει ακόμα και σήμερα αλήθεια. Γεγονός που με βρίσκει σύμφωνη, λυπηρώς και με απογοήτευση βέβαια, αλλά σύμφωνη.