Berlin, 1933 Quand Hitler arrive au pouvoir en janvier 1933, ils sont quelque 200 journalistes occidentaux en poste à Berlin. Alors qu’autour d’eux s’abattent bientôt les persécutions sur les Juifs et les opposants, ils se battent pour décrocher une confidence off the record ou une interview du dictateur. Pourquoi n’ont-ils pas alerté le monde sur la folie et la barbarie de l’hitlérisme, pourtant perceptibles dès le début ? L’anticommunisme viscéral de leurs employeurs, un air du temps qui banalise les dictatures, la sidération devant l’énormité sans précédent de ce que voient leurs yeux, et mille autres causes encore : tout se conjugue pour produire un aveuglement médiatique collectif qui ouvrira la voie, à partir de 1941, au déni planétaire de la Shoah. Un récit hanté de bout en bout par cette question : sommes-nous certains d’être mieux armés aujourd’hui pour rendre compte des catastrophes hors normes, pour nommer le Mal ? Daniel Schneidermann Journaliste, créateur et animateur de l’émission, puis du site, « Arrêt sur images ». Il est par ailleurs l’auteur de plusieurs essais, romans et récits.
Daniel Schneidermann is a French journalist who focuses on the analysis of televised media. He is mainly active in weekly columns—in the past in Le Monde and presently in Libération and on a video channel: Arrêt sur images (Freeze-frame), formerly broadcast by the public TV channel France 5, but currently financed by subscription. The television show was canceled in 2007 by France 5 direction, an incident that led to the creation of the Arret Sur Images web site.
Το Βερολίνο, 1933 μπήκε στις 7 Οκτώβρη στη λίστα των βιβλίων που ήθελα να πιάσω πριν φύγει το έτος. Εκείνη την -ιστορική- μέρα που μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι όταν έπεσε το μάτι μου σε δηλώσεις ενός πολύ συγκεκριμένου ατόμου από ένα πολύ συγκεκριμένο κανάλι για τη δίκη της Χ.Α.
Η αλήθεια είναι ότι όταν το διαβάζεις δεν γίνεται να μην αναρωτηθείς γιατί. Γιατί οι ξένοι δημοσιογράφοι που βρίσκονταν στο Βερολίνο την περίοδο 1933-1941 δεν έγραψαν για τα γεγονότα που έβλεπαν υπό το ναζιστικό καθεστώς (ο Χίτλερ ήταν νόμιμα εκλεγμένος, να μην το ξεχνάμε αυτό); Γιατί δεν προειδοποίησαν για τη βαρβαρότητα και την παραφροσύνη που ζούσαν οι Εβραίοι (και όχι μόνο) ήδη από το 1933; Γιατί επέλεγαν να αποσιωπήσουν καταστάσεις; Μήπως η ιστορία ήταν διαφορετική αν είχαν τολμήσει να γράψουν την αλήθεια; Μήπως η έκβαση της ιστορίας ήταν πολύ διαφορετική; Όμως, η αλήθεια είναι ότι η ιστορία δεν γράφεται από τα γιατί. Και αν δεν μάθεις απ' αυτή, επαναλαμβάνεται (κάτι τέτοιο είπε ένας θείος).
Γιατί διαβάζοντας την τόσο διεξοδική και ζωντανή (σε σημείο που πολλές φορές νομίζεις ότι είναι μυθιστόρημα) βλέπεις ότι η ιστορία επαναλήφθηκε. Στην Αμερική με τον Τραμπ. Στην Ελλάδα με τη Χ.Α. Ένα βιβλίο που δεν πρέπει να διαβαστεί μόνο από δημοσιογράφους, αλλά ίσως περισσότερο από εμάς τους απλούς αναγνώστες που αναρωτιόμαστε γιατί διαβάζουμε αυτά που διαβάζουμε. Και συνήθως εκνευριζόμαστε (ή, στην καλύτερη, μας πιάνει μια θλίψη).
Θα μίλαγα για μια αψεγάδιαστη έκδοση αν δεν είχε ένα μεγάλο μείον. Δεν ξέρω τι παίζει με το editing και το proofreading, αλλά με ξένισε να βλέπω στην ίδια σελίδα ονόματα άλλοτε γραμμένα στα ελληνικά και άλλοτε με ελληνικούς χαρακτήρες. Τις περισσότερες φορές στην ίδια σελίδα κιόλας. Καταλαβαίνω ότι πολλά ονόματα δεν είναι γνωστά εδώ αλλά ε, για λόγους ομοιομορφίας, δεν πρέπει να ακολουθείται κοινή γραμμή;
Αλλά άντε, πες εγώ είμαι και παλαιάς κοπής και μπορεί να μην καταλαβαίνω νέες τάσεις, θα πω ότι -κατά τ' άλλα- το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί.
Εξαιρετικά ενδιαφέρον για τους λάτρεις της ιστορίας ειδικά βέβαια αυτής της περιόδου. Ο συγγραφέας καταγράφει και κρίνει το πως αντιμετώπισαν οι εφημερίδες τους ναζιστές όπου σίγουρα εντυπωσιάζεσαι από την ενδελεχή έρευνα που έχει κάνει. Πλην όμως αναφέροντας διεθνή τύπο θεωρεί και κρίνει βασικά εφημερίδες των ΗΠΑ, της Γαλλίας και της Αγγλίας. Οι εφημερίδες των άλλων χωρών απουσιάζουν. Ενδιαφέρον θα είχε ο τύπος της Σοβιετικής Ενωσης της εποχής αυτής.
Ο συγγραφείας μπερδεύει το δημοσιογραφικό στυλ με το ιστορικό-ερευνητικό-δοκιμιακό στυλ γραφής, και γι'αυτό δε μου άρεσε η αφήγηση. Θα προτιμούσα να είχε γράψει σε δοκιμιακό στυλ, και έτσι το βιβλίο να ήταν το μισό, αλλά με την ουσία της έρευνάς του μονάχα. Επίσης, ήταν άσχημη η μετάφραση. Για ποιο λόγο έγιναν οι παρακάτω μεταφραστικές επιλογές;... 1. Αμετάφραστες λέξεις, π.χ. Mischlinge (σ. 275), fake news, ταμπλόιντ (σ. 339), Sportpalast (σ. 350), ακόμα και αμετάφραστες προτάσεις "Mister President. The situation is horrible." (σ. 383)! Δηλαδή, οφείλω να γνωρίζω γερμανικά και αγγλικά για να ακολουθήσω τα όσα γράφει ένα βιβλίο μεταφρασμένο στα ελληνικά;;; Αν ήξερα τόσο καλά αυτές τις γλώσσες, θα το αγόραζα στο πρωτότυπο! Και γιατί να αναγκάζομαι να ψάχνω τις λέξεις αυτές σε λεξικά;; 2. Καμία συνοχή στη μετάφραση (ή μη) των κύριων ονομάτων. Για παράδειγμα, ο Χίτλερ και ο Γκέμπελς έχουν γραφεί στα ελληνικά (σ. 339), όπως και ο Γουέλς και ο Κέσλερ (σ. 379), αλλά ο Edgar Mower και Harold Harmsworth -και πολλοί άλλοι- έχουν μείνει αμετάφραστοι (σ. 339). Για ποιο λόγο αυτή η διαφοροποίηση; Να καταλάβω ότι ο Χίτλερ κι ο Γκέμπελς είναι πολύ γνωστοί στο ελληνικό κοινό με την ελληνική τους ονομασία (και όχι με την πρωτότυπη Hitler/Goebbels), αλλά ο Γουέλς κι ο Κέσλερ δεν είναι! 3. Άσχημα μεταφρασμένες λέξεις, π.χ. θα στραμπούλιζα τις λέξεις (στην πρώτη σελίδα, και κάποιες φορές πιο μετά στο κείμενο) - από το "I would twist the words", άραγε; Και τι σημαίνει αυτό στα ελληνικά, δηλαδή πώς "στραμπουλίζει" κάποιος μια λέξη; Σημειωτέον, στα αγγλικά βγάζει περισσότερο νόημα, γιατί το ρήμα twist χρησιμοποιείται συχνά με μεταφορική σημασία (π.χ. twist the facts = "μαγειρεύω" τα γεγονότα), ενώ στα ελληνικά το ρήμα "στραμπουλώ/στραμπουλίζω" είναι πιο δύσχηρστο - θα έλεγα ότι χρησιμοποιείται αποκλειστικά για αστραγάλους και άκρα. Η φράση αυτή, λοιπόν, δεν βγάζει νόημα και δεν με άγγιξε καθόλου, μου φαινόταν ξένη κάθε φορά που το έβλεπα. Άλλο παράδειγμα είναι "Τα γυμνά γεγονότα." (σ. 38) που είναι η κυριολεκτική μετάφραση για το αγγλικό "The bare facts", και που δε λέγεται στα ελληνικά. Τέλος, το κείμενο είχε κακή επιμέλεια. Υπήρχαν αρκετά τυπογραφικά λάθη, π.χ. "τη άρνηση" (σ. 361) αντί για "την άρνηση", καθώς και προβληματάκια με τα κενά, όπως το "τωνΓερμανικών Σχολείων" (σ. 295). Συν τοις άλλοις, η μονοσύλλαβη λέξη "ως" γραφόταν συνεχώς με τόνο, δηλαδή "ώς" (π.χ. σ. 37, 39, 281), παρ' όλο που αυτό είναι λάθος. Επιπλέον, υπήρχαν προβλήματα στην ορθογραφία της φράσης "πόσω μάλλον", η οποία κάθε φορά γραφόταν ως "πόσο μάλλον". Συνοψίζοντας, ήταν απογοητευτική η μετάφραση και η επιμέλεια του μεταφράσματος. (Θα ήθελα να προσθέσω σε αυτό το σημείο ότι έχω σπουδάσει μετάφραση-μεταφρασεολογία, και όλα τα παραπάνω τα έκρινα με βάση τις ακαδημαϊκές γνώσεις μου.)
Ouvrage captivant dans ces 200 premières pages, mais par la suite l'auteur me captive moins... Ou le sujet, cette impression de tourner en rond comme ces journalistes de la Stammtisch dans leur processus journalistique face à la ditacture, face aux bourreaux, face aux victimes, face à leurs lecteurs ...
Une oeuvre interressante, qui a le mérite d'exister, et serieux travail d'archive associé à une atmosphère romancée présupposée totalement assumé par l'auteur.
Passionnant ! Pourtant ce n'est pas un livre que je pensais lire un jour, malgré mon appréciation pour le travail journalistique de l'auteur (Arrêt sur image). J'y suis venue parce que Salomé Saqué le citait dans son court livre "Résister". Ce rappel de la montée du nazisme mais surtout comment la presse, les gouvernements, les gens ont réagi m'ont fait froid dans le dos parce que ces manipulations de la presse, du langage, m'ont clairement fait penser à la situation actuelle en France.
Whether a journalism servant or not this book is a precious guide of what to do or what to avoid if you are to assist to contain or defeat the Monster whichever form the latter gets. To not to repeat the mistakes of the Past is not as simple and as easy as it seems..
Dans Berlin 1933, le journaliste et critique médias Daniel Schneidermann s'intéresse à la façon dont la presse internationale a couvert (si peu) et relaté ( si mal) l'irrésistible ascension de Hitler et du nazisme dans l'Allemagne des années 30.
Il y avait alors à Berlin une bonne centaine de correspondants de journaux des démocraties occidentales et pourtant , à quelques exceptions près, ils n'ont quasiment rien dit des premiers autodafés, des lois raciales, de la nuit de cristal , des premiers camps. Comment expliquer cet aveuglement , la pauvreté du traitement médiatique sur la montée du nazisme et de l'antisémitisme en Allemagne ?
C'est la première élection de Donald Trump qui a déclenché chez Schneidermann le besoin de se pencher sur cet aveuglement collectif.
« Mon « expédition » a en effet démarré avec la stupéfaction de mes confrères américains. Pendant toute la campagne, aucun d'entre eux n'imaginait que ce milliardaire pourrait être élu. Face à sa caricature, les journalistes étaient hilares. Quand il a été désigné comme candidat républicain, avant même d'être élu Président des Etats-Unis, ils ont été sidérés. Et les journalistes américains de s'interroger : qu'avons-nous raté, pas vu venir ? A quoi comparer ce qui arrive ? Les années 1930 ? Et si l'Histoire se répétait ? »
Fouillant les archives, l'auteur a lu tous les journaux de l'époque dans un travail de recherche impressionnant , de journaliste et d'historien, cherchant à comprendre les raisons de cet aveuglement collectif. Indifférence, autocensure, faiblesse de l'enquête de terrain, lâcheté, proximité idéologique, anticommunisme primaire ( en France, seule ou presque l'Humanité alerte sur la situation en Allemagne) et antisémitisme ambiant en Europe : « L'Europe entière baigne dans un bain "culturel" antisémite. Pour en faire ressentir l'intensité, je ne peux prendre qu'un parallèle : l'hostilité à l'Islam, aujourd'hui, dans cette même Europe » . Et puis il y a aussi ces rencontres informelles à la Taverne, QG des correspondants étrangers, avec certains dignitaires nazis qui leur fournissent les « éléments de langage » qu'on retrouve à l'identique dans leurs journaux. Une tradition qui a toujours cours aujourd'hui en France notamment !
Une enquête passionnante donc, et une réflexion sur le journalisme qui amène à s'interroger sur la presse d'aujourd'hui et ses choix éditoriaux à l'heure de la montée des nationalismes partout en Europe et aux États Unis. « Sommes nous certains d'être mieux armés aujourd'hui ? »
Αλήθεια πόσα «πωπωπω» παίζει να ψέλλισα στον εαυτό μου διαβάζοντας το. Πολλές δεκάδες, εκατοντάδες «πωπωπω». Με το τελευταίο «ω» να τραβάει όσο πάει. Πόσα βράδια δεν άντεξα να διαβάσω πάνω από μια σελίδα. Πολλά.
Το "Βερολίνο 1933" είναι ένα συγκλονιστικό χρονικό της καθημερινότητας των ξένων δημοσιογράφων στο Βερολίνο της ανόδου και κυριαρχίας του Χίτλερ. Ένα ιστορικό αφήγημα καταγραφής των καρέ της καθημερινής φρίκης που σκορπίζαν τα SA, τα ες-ες, η Γκεστάπο κτλ.
Μια εξαιρετική έρευνα βγαλμένη μέσα από τη χειρότερη περίοδο της ανθρωπότητας. Αυτή της ναζιστικής Γερμανίας. Του απόλυτου σκότους. Που κάποιοι όφειλαν να φωτίσουν γιατί πολύ απλά αυτή ήταν η δουλειά τους ή το λειτούργημα τους όπως θέλουν να την αποκαλούν.
«Η παρέα του Stammtisch δεν είναι ούτε καλύτεροι ούτε χειρότεροι από τον μέσο όρο των δημοσιογράφων της εποχής τους. Έχουν εντυπωσιακά βιογραφικά. Πολλοί από αυτούς ήταν ανταποκριτές στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στη Βιέννη. Είναι ψημένοι όπως λέμε. Έχουν δει πολλά τα μάτια τους. Σκυλιά. Άντρες με τα όλα τους. Και αναμφίβολα, τους διακατέχει όλους η επιθυμία να κάνουν όσο καλύτερα μπορούν τη δουλειά τους.
Η παρέα τους, ωστόσο, θα αποτελέσει τη μήτρα της δυτικής άρνησης των διώξεων και, κατόπιν, της εξόντωσης των Εβραίων. Επειδή ακριβώς είδαν τόσα λίγα, επειδή είπαν τόσα λίγα, και επειδή οι εφημερίδες τους κράτησαν τόσο λίγα από τα λίγα που είχαν δει, θα φτάσει όλος ο πλανήτης, αντικρίζοντας το 1945 τις πρώτες φωτογραφίες από τα κρεματόρια, να αναφωνησει αποστρέφοντας το βλέμμα: «Δεν μπορούσαμε να ξέρουμε». Γιατί κατά τη διάρκεια αυτών ακριβώς των πρώτων μηνών, ίσως μάλιστα και των πρώτων εβδομάδων, του 1933 είναι που ο δυτικός τύπος ανεγειρει τούτο το οχυρό εθελοτυφλίας από το οποίο δεν έμελλε ποτέ να βγει».
1933-2021 ένα τσιγάρο δρόμος για τη δημοσιογραφία. Κυρίως γι' αυτή την κλεισμένη σε εισαγωγικά. Αν η Σόφι Σολ είχε στη διάθεσή της περισσότερο χρόνο για τη δράση του Λευκού Ρόδου και δεν είχε συλληφθεί τόσο νωρίς, είμαι σίγουρος ότι δεν θα αργούσε η ώρα όπου δίπλα στα αντιναζιστικά φυλλάδια που μοίραζε και κολλούσε στους τοίχους θα βλέπαμε και αντίστοιχα του στυλ "αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι" της εποχής.
Ένα συναρπαστικό βιβλίο καμπανάκι για το σήμερα. Όχι μόνο για τη δημοσιογραφία που σχεδόν στο σύνολο της κατευθύνεται μπουκωμένη εκατομμύρια αλλά για όλους μας. Από τη στιγμή που βλέπουμε οφείλουμε και να μιλάμε.
Χρήσιμα ιστορικά στοιχεία για τη στάση των δημοσιογράφων προς το αναδυόμενο φαινόμενο του Ναζισμού, μέχρι και το ξέσπασμα του Β`Παγκοσμίου Πολέμου. Στα αρνητικά του βιβλίου - που κάνουν αρκετά δύσκολη και την εμπειρία της ανάγνωσής του - το έντονο προσωπικό στοιχείο στην αφήγηση που μπλέκεται με τη δοκιμιακή γραφή, καθώς και η μετάφραση στα ελληνικά, που παρουσιάζει αρκετές ελλείψεις και προχειρότητες. Το ξεκίνησα με αρκετό ενθουσιασμό, δυσκολευόμαι να το ολοκληρώσω.