« Ένα απόγευμα που γύρισα νωρίς από τη δουλειά, είδα για πρώτη φορά τον τύπο με το κοστούμι να βγαίνει από την πολυκατοικία μας. Η σιγουριά που είχε στο βλέμμα του τρύπησε το μέτωπό μου και βγήκε από την πίσω μεριά του κεφαλιού μου. Η βαριά του κολόνια απορροφήθηκε με μιας από τις νευρικές απολήξεις της μύτης μου, στάθηκε στον λαιμό μου, με έτσουζε το οινόπνευμα καθώς κατάπινα. Όσο απομακρυνόταν με σταθερό, αργό βηματισμό, πατούσε τα ξερά φύλλα που είχαν σκεπάσει το πεζοδρόμιο, ο ήχος διαπερνούσε το δέρμα μου, εισχωρούσε στο αίμα μου, τινάζονταν οι φλέβες μου, τα βήματά του ρωγμές στα φύλλα, ρωγμές στη συνείδηση». Η ιστορία της Άννας και του Πέτρου μοιάζει με ένα σπίτι· τα πρόσωπα είναι δωμάτια, όχι πάντοτε με πόρτα. Η αφήγηση οδηγεί «τυχαία» από δωμάτιο σε δωμάτιο, αποτυπώνει πλαγίως αλλά στην εντέλεια τις κρυφές γωνιές, όμως δεν μπορείς να πεις με σιγουριά αν το σπίτι χτίζεται ή καταρρέει, τι έχει ή τι δεν έχει πεθάνει.
«Λες και μπορεί κανείς ποτέ να πει στον άλλον άνθρωπο, σ’ εκείνον που πενθεί, τι έχει πεθάνει γι’ αυτόν και τι όχι. Τι έχει ή τι –δεν – έχει πεθάνει».
Ή Άννα και ο Πέτρος θα βρεθούν σε ένα νησί. Εκείνη είναι ισχνή, γυρνάει στην ακροθαλασσιά και μιλάει σε μια βάρκα που τη λένε «Τάσο». Εκείνος παραιτήθηκε από τη δουλειά και από όλα, βαρέθηκε να ζει τέσσερις ορόφους πάνω από τη γη. Η Ψιλοπούλου γύρω από αυτά τα δύο πρόσωπα ξεδιπλώνει ιστορίες ανθρώπων που με κάποιο τρόπο τα περιβάλλουν. Ανθρώπων που πέθαναν αλλά για κάποιους ζουν ακόμα και ανθρώπων που ζουν αλλά για κάποιους είναι νεκροί. Ανθρώπων που πέθαναν πριν καν γεννηθούν κι έτσι νεκροί έζησαν τη ζωή τους ή που ζουν αλλά θέλουν να πεθάνουν, και –με την υπέροχη πρόζα της – κάνει σαφές ότι το τι έχει και τι δεν έχει πεθάνει είναι πολύ σχετικό. Ένα είναι σίγουρο, ότι η νεοελληνική λογοτεχνία δεν έχει πεθάνει. Το καλύτερο βιβλίο που διάβασα φέτος το καλοκαίρι. . .
Πρωτότυπη αφήγηση, ουσιαστικά μια εννιαία σπονδυλωτή ιστορία που έχει ξεδιπλωθεί σε μικρά διηγήματα, με την προοπτική διαφορετικού ήρωα σε κάθε ένα. Η πλοκή έχει δευτερεύουσα σημασία (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ύστερεί), η ομορφιά και η σημασία του βιβλίου βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αποκαλύπτονται οι χαρακτήρες και οι ιστορίες τους, στο πως η ανάγνωση πηδάει από τη μια γραμμή στην άλλη, για να στρίψει στην επόμενη διασταύρωση και (τελικά) να επιστρέψει σε απρόσμενα κοινές αφετηρίες.
Το βιβλίο με συνεπήρε. Η αφήγηση με καθήλωσε. Σίγουρα ταυτίζεται κάποιος με πολλές από τις σκέψεις και διατυπώσεις των ηρώων. Ένας καφές και λίγο φως χρειάστηκαν για να «αναπνεύσω» το βιβλίο. Εξαιρετικό