Το «Γλυκό πεπρωμένο» του Ράσελ Μπανκς είναι μια ιδιαίτερη ιστορία, που αναφέρεται στην απώλεια και το πώς τη διαχειρίζεται κανείς, αλλά και στα ηθικά διλήμματα που προκύπτουν πολλές φορές μέσα από αυτή.
Η μικρή ορεινή πόλη του Σαμ Ντεντ θυμίζει οποιαδήποτε μικρή αμερικάνικη πόλη των αρχών της δεκαετίας του ’90. Εκεί ζουν καθημερινοί άνθρωποι, με μικρά ή μεγάλα προβλήματα. Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορούν να διαταράξουν τη ρουτίνα – ούτε και το καθημερινό δρομολόγιο της Ντολόρες Ντρίσκολ, η οποία εδώ και είκοσι χρόνια μεταφέρει καθημερινά τους μαθητές από όλη την περιφέρεια με το σχολικό της λεωφορείο. Μέχρι που μια μέρα συμβαίνει ένα τραγικό τροχαίο ατύχημα, με αποτέλεσμα πολλά από τα παιδιά να βρουν φριχτό θάνατο. Μετά από αυτό, τίποτα δεν θα είναι πια ίδιο στο Σαμ Ντεντ.
Η Ντολόρες Ντρίσκολ, ο Μπίλι Άνσελ, η Νικόλ Μπερνέλ κι ο Μίτσελ Στίβενς είναι τέσσερις άνθρωποι που εμπλέκονται, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, με το δυστύχημα. Η πρώτη είναι η οδηγός του λεωφορείου, ο δεύτερος ο πατέρας δύο εκ των παιδιών που επέβαιναν σ’ αυτό και αυτόπτης μάρτυρας της τραγωδίας, η τρίτη μία μαθήτρια γυμνασίου που κατάφερε να βγει ζωντανή από το τρακαρισμένο όχημα και ο τέταρτος ένας δικηγόρος που φτάνει στο Σαμ Ντεντ αμέσως μετά τα συμβάντα, προκειμένου να εκμεταλλευτεί την κατάσταση και να ξεσηκώσει τους χαροκαμένους γονείς ώστε να μηνύσουν οποιονδήποτε υπεύθυνο. Αυτοί οι τέσσερις άνθρωποι είναι οι αφηγητές της ιστορίας, και ο καθένας εκθέτει μέσα από τα λεγόμενά του τον εαυτό του, τις σκέψεις του, τα συναισθήματα, τους προβληματισμούς του, τη ζωή του πριν και μετά από τη στιγμή εκείνη που θα άλλαζε τα πάντα, για πάντα…
Το βιβλίο βασίζεται σε ένα γεγονός αποτροπιαστικό ακόμα και ως σκέψη: ένα σχολικό τροχαίο δυστύχημα με οδυνηρές συνέπειες για πολλές οικογένειες της μικρής πόλης. Ένα δυστύχημα που δεν περιγράφεται σε ενεστώτα χρόνο, όσα γνωρίζουμε προέρχονται από τις αφηγήσεις ή τις μνήμες των μαρτύρων-αφηγητών. Δεν υπάρχουν εδώ μακροσκελείς, μακάβριες περιγραφές με εικόνες γεμάτες αίμα και τσακισμένα κορμιά. Όμως το συμβάν είναι πάντα εκεί, σαν ένα φάντασμα που στοιχειώνει τους ανθρώπους μετά από αυτό, ο υποκινητής όλων όσων ακολούθησαν, «αθόρυβο» όμως ανεξίτηλα χαραγμένο στις ζωές όσων έμειναν πίσω.
Μια τραγωδία, λοιπόν, είναι η αιτία για να έρθουν στο φως πράγματα που για χρόνια κρύβονταν στο σκοτάδι, μέσω της αφήγησης των τεσσάρων αυτών προσώπων. Η εικόνα της μικρής πόλης και των κατοίκων που ζουν μια φαινομενικά συνηθισμένη ζωή ανατρέπεται με σφοδρότητα και πόνο. Τα πρώτα συναισθήματα είναι η άρνηση, η θλίψη και το πένθος, ενώ μετά ακολουθεί η οργή. Κι αυτή η οργή θα αποτελέσει το καλύτερο «όπλο» στα χέρια ενός ανθρώπου – του δικηγόρου. Κι εδώ έρχεται στο φως το ηθικό δίλημμα με το οποίο θα έρθουν αντιμέτωποι οι κάτοικοι του Σαμ Ντεντ: πόσο αξίζει η ζωή των χαμένων παιδιών τους; Πόσο αξίζει να κυνηγάς φαντάσματα, για κάτι που ήταν ένα τραγικό ατύχημα, μια κακιά στιγμή; Πόσο αξίζει να ζεις ξανά και ξανά τις πιο οδυνηρές στιγμές της ζωής σου και να σκοτώνεις ξανά και ξανά τους νεκρούς σου; Και τι είναι τελικά σημαντικότερο: η οργή που θολώνει τον νου και στοιχειώνει τη ζωή σου ή η -ελάχιστη έστω- επούλωση των πληγών, που δεν θα έρθει ποτέ αν συνεχίσεις να τις ξύνεις, ματώνοντάς τες ξανά και ξανά;
Η αλήθεια είναι πως το βιβλίο δεν είναι δύσκολο στη γραφή ή την ανάγνωσή του. Η γλώσσα είναι απλή, πιστή στο κοινωνικό, ηλικιακό και μορφωτικό υπόβαθρο των αφηγητών. Η αφήγηση χαρακτηρίζεται «ήπια», χωρίς υπερβολές, εκπλήξεις ή δραματικές εξάρσεις. Το μόνο ενδιαφέρον είναι οι αποκαλύψεις που έχουν να κάνουν οι αφηγητές – κι αυτές δεν αφορούν τόσο το ατύχημα, όσο τις προσωπικές τους ζωές και τα μυστικά τους. Πολλές φορές, αυτό που μοιάζει τέλειο και ιδανικό απέχει πολύ από το να είναι. Και αυτό που θεωρείται από την πλειοψηφία αρκετό για να είναι κάποιος ευτυχισμένος -το να έχει μια επιτυχημένη δουλειά ή να είναι το ομορφότερο κορίτσι του σχολείου- αποδεικνύεται πως δεν αρκεί, όταν τα εσωτερικά φαντάσματά σου ουρλιάζουν μέσα σου. Οι τέσσερις αφηγητές μιλούν σε πρώτο πρόσωπο και ο αναγνώστης μετατρέπεται σε εξομολογητή τους, σ’ ε��είνον που θα πουν τις πιο κρυφές τους σκέψεις για όλα όσα τους απασχολούν. Ωστόσο, τα ηθικά διλήμματα που ξεδιπλώνονται στις σελίδες του βιβλίου είναι διαχρονικά και αφορούν την καθημερινή ζωή σε κάθε πτυχή της: τον έρωτα, τον φόβο, τις αμφιβολίες, τους δισταγμούς, τις δύσκολες αποφάσεις, το πώς αντιμετωπίζει κανείς το αναπάντεχο.
Κάποιοι από τους αναγνώστες θα διαβάσουν το βιβλίο και θα συγκινηθούν, θα προβληματιστούν, θα συμπονέσουν τους ήρωες. Κάποιοι θα το διαβάσουν ως ένα ακόμα ανάγνωσμα που θα απαιτήσει μονάχα λίγες ώρες από τον χρόνο τους, χωρίς να νιώσουν κάτι παραπάνω. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Banks καταφέρνει να περάσει τα μηνύματα που θέλει και να τα κάνει να «ακουστούν» από τα αναγνωστικά αυτιά που είναι διατεθειμένα να ακούσουν. Και, μέσα στα πολλά άλλα μηνύματα αυτού του βιβλίου, ένα είναι εκείνο που θα πρέπει να εντυπωθεί στο συνειδητό όλων μας: με τα καλά και τα άσχημά της, με τις οδύνες και τις χαρές της, με τις απώλειες και τα κέρδη της, η ζωή πάντα συνεχίζεται.