«Δεν σου κρύβω ότι κατά βάθος όπως κάθε μάνα που μεγαλώνει αγόρι με… με το αυτό του… πώς να το πω… Κατάλαβες, χάρηκα, χίλιες φορές να τον μαζεύω από τα γήπεδα παρά από τις μπιμπιμπό και τα πατίνια. Στάξε μου λίγο γάλα, μωρή. Μια σταγόνα. Φτάνω στα γηπεδάκια, ρωτάω, ξαναρωτάω, και εκεί που έχω ξελαρυγγιαστεί κι έχω λαχανιάσει, μπαμπάκι το στόμα μου, και δεν έχω πια ανάσα να φωνάξω κι έχει πιάσει και ψύχρα, σουρούπωνε. Φτάνει, μωρή, το γάλα. Εκεί είναι αλάνα, δεν είναι πλατεία να κόβει λίγο, τον εντοπίζω να βγαίνει σεινάμενος κουνάμενος από ένα περιβολάκι, ο Θεός να το κάνει. Ήθελα να ’ξερα, για ομορφιά το παράτησαν εκεί οι αχαΐρευτοι του δήμου; Κάτι πικροδάφνες σαν ανάποδο γαμώτο. Και τότε, τσουπ, ξοπίσω του βγαίνει και ο γιος της Αλβανίδας με κατεβασμένα παντελόνια, αυτός που δουλεύει στο σουβλατζίδικο του μπαρμπα-Μήτσου του Κρητικού, τον αναγνώρισα με την πρώτη.»
Η Λόλα Καραμπόλα στέκεται μπροστά στον θαμπό καθρέφτη του μπάνιου, τυλιγμένη σε μια πετσέτα με τα αρχικά του Ε.Σ. Αρπάζει μια μπλούζα από τα άπλυτα και, καθώς τον καθαρίζει από την υγρασία, μέσα του βλέπει τα χρόνια του δημοτικού να περνάνε σαν σκηνές από ταινία. Πίσω από τις κλειστές πόρτες, στο δυομισάρι της προσφυγικής συνοικίας, αντιλαλούν τραγούδια και κατάρες. Έξω παραμονεύουν κραξίματα, αστυνομουνίες και καραμπόλες. Στον καθαρό καθρέφτη παρατηρεί ξανά το ξένο ρούχο, το σώμα της.
Όσο διάβαζα για πρώτη φορά τη ''Λόλα Καραμπόλα'', ένιωθα μια δυσαρέσκεια. Ήθελα να σταματήσω, κάθε σελίδα με καταπίεζε, μέχρι να το τελειώσω πονούσε το κεφάλι μου. Άρπαξα το κινητό και πατώντας το μικροφωνάκι στο instagram, έστειλα ηχητικό στην Λία '' Μα πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί τόσος χαμός με αυτό το βιβλίο''. Λίγες μέρες πριν, ένιωσα έντονα την ανάγκη να το ξαναδιαβάσω.
Ήταν ένα ολοκαίνουργιο μυθιστόρημα !
Όταν έφτασα στο τελευταίο κεφάλαιο , τότε κατάλαβα.
Η Ερωφίλη Κόκκαλη περιγράφει τη βία που υπέστη η μικρή ηρωίδα της, ένα επτάχρονο , στην αρχή, κορίτσι γεννημένο στο λάθος σώμα, με την μεθοδολογία που η ίδια η βία λεκτική ή σωματική διαπερνά τον ψυχισμό ενός queer ατόμου σε ένα ομοφοβικό περιβάλλον. Αθόρυβα, υπόγεια, αργά,σαν αρσενικό στη τροφή. Έτσι καταλήγεις στο τέλος να μην καταλαβαίνεις γιατί πονάς, γιατί δεν αντέχεις την ιστορία ενός παιδιού .
Γιατί είναι η δική σου ιστορία.
Η Λόλα Καραμπόλα λειτουργεί σαν καρτ ποσταλ της ζωής όλων εμας των *παραδείσιων πουλιών που μεγαλώσαμε στα 90s. Μπροστά , χαρούμενοι λουόμενοι στην παραλία , με τον φραπέ στο ένα χέρι και τσιγάρο στο άλλο και στο βάθος πάντα μια ... Λόλα, να παλεύει να επιβιώσει προσπαθώντας να βρει , ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν τους συμφέρει να την καταλάβουν, την αληθινή της ταυτότητα .
Έξυπνα δομημένη λογοτεχνία, με ζωντανούς σπαρταριστούς διάλογους που μου θύμισαν τόσο όσο ''Το τρίτο στεφάνι'', με τον αέρα του κλασσικού μυθιστορήματος, που μέσα από σκηνές καθημερινότητας περνά μηνύματα για την ενδοικογενειακή και έμφυλη βία, την πατριαρχία, την θρησκεία, τη ζωή.
🔹Μια σημαντική υποσημείωση. Μου ‘χουν κάνει εξαιρετικά καλή εντύπωση οι Εκδόσεις Έρμα. Η ευγένεια και εξυπηρετικότητα τους τόσο διαδικτυακά, όσο και στο φυσικό κατάστημα, οι προσεγμένες αναρτήσεις τους στα social media , ακόμα και η ποιότητα και η καλαισθησία των εκδόσεων τους , όλα δείχνουν αγάπη γι'αυτό που κάνουν.
* έτσι αποκαλεί η Τζένη Χειλουδάκη τα queer άτομα στις συνεντεύξεις της , χαρακτηρισμός που λάτρεψα.
Η "Λόλα Καραμπόλα" είναι μια γλυκόπικρη, σουρεαλιστική ιστορία για τη Λόλα και τα χιλιάδες χτυπήματα (κυριολεκτικά και μεταφορικά) που δέχεται καθώς πορεύεται στον κόσμο – έναν κόσμο που της λέει συνεχώς τι "πρέπει" να είναι, και εκείνη με ένα ανατρεπτικό χαμόγελο απαντά: «Ε, όχι!» Σε αυτή την ιστορία, η Λόλα γίνεται η προσωποποίηση του πείσματος της queer κοινότητας, που αναμετριέται με τις κοινωνικές νόρμες, τις ταμπέλες, και όλους αυτούς που προσπαθούν να την κλείσουν σε ένα κουτί.
Η Λόλα δεν είναι μόνο το "αγόρι" που νιώθει κορίτσι, είναι το πρόσωπο όλων εκείνων που βρίσκονται ανάμεσα στις ετικέτες και τις κατηγορίες της κοινωνίας και προσπαθούν να ζήσουν αυθεντικά. Με το γνωστό της θράσος και την τρυφερή αφέλεια, η Λόλα δείχνει πως τα λάθη και οι συγκρούσεις μπορούν να γίνουν ευκαιρίες για απελευθέρωση. Κι όλα αυτά, φυσικά, με μια δόση χιούμορ, γιατί στην τελική, αν δεν γελάσεις με τη ζωή – ειδικά όταν προσπαθεί να σου πει πώς να ζήσεις – τότε χάνεις το νόημα.
Σε αυτή την καραμπόλα της ζωής, η Λόλα δεν παίζει μόνη της. Γύρω της υπάρχει ένας καμβάς χαρακτήρων, όλοι με τα δικά τους "θέλω" και "πρέπει". Η οικογένεια, οι γείτονες, οι φίλοι της – όλοι συμβάλλουν στο να δημιουργηθεί ένα πολύχρωμο μωσαϊκό απόψεων και αντιδράσεων. Κάποιοι γελούν, άλλοι σοκαρισμένοι τραβούν τα μαλλιά τους, αλλά η Λόλα προχωράει, ακλόνητη και ελεύθερη, στον δικό της δρόμο.
Με έναν τρόπο που μόνο η queer κοινότητα ξέρει να χρησιμοποιεί, το βιβλίο μιλάει για την αυτοαποδοχή, τις καθημερινές μικρές "επαναστάσεις" που γίνονται κάθε φορά που κάποιος αποφασίζει να είναι αυθεντικός. Και το καλύτερο; Όλη αυτή η ιστορία δεν είναι ένα δράμα, αλλά μια ωδή στο να γιορτάζεις τον εαυτό σου – με γέλιο, με πείσμα, και με λίγες... καραμπόλες στο ενδιάμεσο.
Συγχαρητήρια στην συγγραφέα και μια μεγάλη νοητή αγκαλιά στην ηρωίδα της. Η Λόλα Καραμπόλα μέσα από τις δύσκολες καταστάσεις που περνάει αποκτά αυτογνωσία και ειδικά στο τελευταίο κεφάλαιο δείχνει πως θα πορευτεί απολύτως συνειδητοποιημένα από εδώ και πέρα στη ζωή της. Το βιβλίο τελειώνει στον προθάλαμο της εφηβικής της ζωής αλλά εγώ είδα ένα ώριμο άτομο που δεν θα πάει κόντρα στις επιθυμίες της αντιθέτως θα τις τιμήσει. Κάποιες καταστάσεις που περιγράφονται όπως και κάποια μουσικά ακούσματα π.χ. ή αντιδράσεις της εποχής μού είναι απολύτως γνώριμες αφού μεγάλωσα κι εγώ στα nineties. Θαυμάσιο βιβλίο. Ειδικά το κεφάλαιο ''Λόλα να δύο φύλα'' τι υπέροχο. Όλο το βιβλίο έχει λογοτεχνικές αρετές, γραμμένο με τεράστια ευαισθησία. Α, και μου θύμισε και πόσο υπέροχο τραγούδι είναι το ''Να διώξω τα σύννεφα'' της Καίτης Χωματά που το είχα λησμονήσει.
3,5 Από μένα είναι ναι! Πολλά τα μηνύματά του, ξεκινώντας από την προφορικότητα και το ύφος γενικότερα φτάνοντας μέχρι την επιλογή των ονομάτων. Τα υπόλοιπα είναι ήδη αναρτημένα στο Instagram🌈
Αυτό που με πιάνει ορισμένως να θέλω να πω τόσα πολλά κι όταν πάω να γράψω να μη μπορώ να βγάλω μια πρόταση της προκοπής (είμαι στο Ζάτοπεκ στην Καλλιθέα κι έχω πιει και μια μπύρα) και μου τελειώνει και η μπαταρία στο κινητό κι έχω ξεχάσει και το power bank να φορτίζει στο γραφείο...
Γενικά μετά από τόσα χρόνια αναγνωστικών δοκιμών ξέρω τι λογοτεχνία μου αρέσει αλλά μερικές φορές ενώ περιμένω πως θα διαβάσω ένα προφανώς καλό για τα γούστα μου βιβλίο τελικά καταλήγω στην ευχάριστη θέση το βιβλίο να ξεπεράσει τις μεγαλύτερες προσδοκίες μου, κι αυτό συνέβη με την αγαπημένη Λόλα Καραμπόλα, λατρεμένη Λόλα, Λόλα της καρδιάς μου.
Χιούμορ αναμεμειγμένο με αλήθειες που πονάνε και όλος ο ρεαλισμός της αθάνατης Ελληνικής πραγματικότητας (Μεταπολίτευση και roaring 90's) μέσα από τα μάτια ενός κοριτσιού που γεννήθηκε σε σώμα.... Όχι. Ενός κοριτσιού. Τελεία. Η Λόλα είμαι εγώ, εσείς κι εμείς, η Λόλα είναι δική μας. Το παιδί που κάποτε ήμασταν και που ποδοπατήσαμε για να μπορέσουμε να χωρέσουμε σε έναν κόσμο που δεν αποδέχεται, δεν καταλαβαίνει, δεν συγχωρεί, δεν... δεν... δεν...
Τώρα κοιτάξτε. Δεν μπορώ να κλάψω στη μέση της καφετέριας, οπότε απλώς σκουπίζω ένα σκουπιδάκι που μου μπήκε και στα δύο μάτια. Αλλά πέρα από τα προσχήματα υπάρχει ο αληθινός πόνος για όλους τους ανθρώπους που σπρώχνουμε στο περιθώριο, σαν να μην υπάρχει αρκετός χώρος για όλους (και ποιος ο λόγος να διαγκωνιζόμαστε για την επιβίωσή μας, γιατί να μην μπορούμε να γίνουμε ασπίδα ο ένας για τον άλλο/η/ο και να μην τρώμε τις σάρκες μας κατασπαρασώμενοι από ανούσια μίση που διαιωνίζονται από γενιά σε γενιά;)
Η Λόλα, του μυθιστορήματος είναι εγγονή Μικρασιατών προσφύγων, κόρη μιας μητέρας που προσπαθεί με το ζόρι να την κάνει αγόρι που συνειδητοποιεί πως το μόνο της μέλλον είναι η σεξεργασία και το πεζοδρόμιο και η μόνη της φίλη είναι το αδέσποτο σκυλί της γειτονιάς. Αλλά η ιστορία της δεν είναι μια δακρύβρεχτη ιστορία, είναι γεμάτη από το χιούμορ, την ευγένεια και την ενσυναίσθηση των ανθρώπων, των σπουδαίων και γενναίων και fabulous ανθρώπων που δεν μασάνε τα λόγια τους και έμαθαν να επιβιώνουν κόντρα και πάνω από τις απάνθρωπες αρκουδοκαταστάστεις (την λέξη μόλις την άκουσα από μια παρέα στο διπλανό τραπεζάκι) που συναπαρτίζουν την τραγικωμωδία του ανθρώπινου βίου.
"Τραβεστί είναι αυτή; Ψιθύρισε η Φωφώ. Αυτή έχει κάνει αλλαγή φύλου διόρθωσε η Καίτη. Έχουμε και στη γειτονιά μας έναν, βγαίνει με την περούκα στην πιάτσα, εκεί πιο πάνω από εσάς στο Δουργούτι. Αλλά άμα σου πω τι καλό παιδί είναι. Και δεν ενοχλεί κανέναν. Το τι καζούρες του κάνουνε τα κωλόπαιδα, τι του πετάνε γιαούρτια, τι του βαράνε τα κουδούνια, τι τονε βρίζουνε, τι του σκάνε τα λάστιχα. Άσ' τα μην τα συζητάς. Θα κλάψεις. Η Λόλα θα περνούσε τις υπόλοιπες ώρες κρυφοκοιτάζοντας αυτή τη γυναίκα. Θα παρατηρούσε τα σημάδια κάτω από το στήθος της, τις τομές σιλικόνης. Και όμως γίνεται. Και πώς τις λέμε αυτές, δηλαδή; Γυναίκες; ρώτησε η Φωφώ Σανέλ, με μισή περιέργεια και μισή καχυποψία για τον αβασάνιστο τρόπο που αποδιδόταν η ταυτότητα "γυναίκα". Τρανσέξουαλ είπε με μ��α μικρή αμφιβολία για τα αγγλικά της η Καίτη. Αυτό τι είναι δηλαδή; Άλλο φρούτο; συνέχισε διψασμένη για γνώση και φραπέ η Φωφώ."
Αχ βρε Φωφώ. Η κόρη σου είναι. Η συμμαθήτρια μας, η φίλη και κολλητή μας, η συναδελφισσά μας, η γειτόνισσα μας η... η...η... αντωνυμία που στερείς από το ίδιο σου το παιδί χωρίς να μπαίνεις ούτε για μια στιγμή στη θέση της.
Σε κερδίζει με την αυθόρμητη γραφή, η οποία συνάμα φανερώνει λογοτεχνική μαεστρία, αλλά και την ρεαλιστική απεικόνιση της Ελλάδας των early '90s, τόσο που ακόμα κι αν δεν έχεις ζήσει όλα αυτά τα χρόνια αλλά τα απόνερά τους στα '00s, το περιβάλλον της υπόθεσης είναι απόλυτα γνώριμο και οικείο. Σου χτυπάνε και κάποια καμπανάκια για την όποιου είδους καταπίεση έχεις βιώσει κι εσύ ως διαφορετικό παιδί σε μία κλασική ελληνική μικροαστική οικογένεια. Πολλές σκηνές είναι τόσο ζωντανές και οι χαρακτήρες τόσο καλογραμμένοι, που αισθάνεσαι σαν να βρίσκεσαι εκεί, κάτι που δε μου συμβαίνει συχνά με βιβλία και με ενθουσίασε. Την έβαλα μέσα στην καρδιά μου τη Λόλα και εύχομαι να μπορούσα να διαβάσω και άλλες περιπέτειές της.
Είναι έγκλημα το ότι δεν είναι πιο γνωστό αυτό το βιβλίο!!
Θυμίζει Άλκη Ζέη και Ζυράννα Ζατέλη στα καλύτερα τους. Συνδυάζει άψογα την αθωότητα και την αφέλεια της παιδική ηλικίας με την έμπειρη ματιά της ανασκόπησης. Σκληρό, δύσκολο αλλά με μια ματιά αισιοδοξίας, συγχώρησης και κατανόησης (χωρίς να ωραιοποιεί τα γεγονότα) που εκφράζεται μόνο από τα άτομα που επιβιώνουν τέτοιες καταστάσεις.
Πιστεύω περιγράφει άψογα μια ΛΟΑΤΚΙ+ ,και πιο συγκεκριμένα μια τρανς, παιδική εμπειρία. Αξίζει να το διαβάσει οποιοδήποτε, ΛΟΑΤΚΙ+ και μη!!!
Στην αρχή με δυσκόλεψε, μου πήρε χρόνο να συνδεθώ συναισθηματικά, σαν να ήταν πιο κρύα και στερεοτυπικά περιγραφικό (ίσως κι αυτή η απόσταση να ήταν επίτηδες), από την μέση και μετά διαβάστηκε νεράκι - 3,5;
Δεν είμαι lgtbq παρόλα αυτά το βιβλίο κατάφερε να με συγκινήσει σαν να ήμουν! Κι αυτό είναι σπουδαίο κατόρθωμα από μόνο του και διόλου δεν με πειράζει καθόλου που το ύφος άγγιζε το camp πολλές φορές. Στα πολύ plus το 90's nostalgia.
δε μπορώ να πω ότι τρελάθηκα με τη γραφή και με τα φρουτοπικά ονόματα, είναι όμως ένα σημαντικό κείμενο για τη θέση των ανθρώπων που νιώθουν ξένοι ακόμα και από τον ίδιο τους τον εαυτό περά από την κοινωνική ασφυξία. Εντυπωσιακό το εύρημα της ομιλίας της ηρωίδας.
έξτρα ποιντς για το δισκοπότηρο και τα όλα μας τα καράβια :)