Δε γνώριζα γι' αυτή την εποχή κι ούτε είχα ακουστά πως υπήρχε. Δεν ήξερα να αναγνωρίζω τα ίχνη και τις επιπτώσεις της. Μόνο όταν την άγγιξα, τον περασμένο Ιούλιο, ένιωσα φόβο για την ανάπλαση όσων ευαισθησιών ήμουν αναγκασμένος να ανασύρω από μια σκοτεινή ανάμνηση. Ανάμνηση εφιάλτης κι αγάπη μαζί. Κάτι είχε απωθήσει απ' τη μνήμη τον παλιό μου φίλο Ερμή κι άλλα πρόσωπα κι άλλες πτυχές δικές μου, επικίνδυνες. Κι αυτό το "κάτι" ξαναγύρισε έντονα και καταλυτικά τον Ιούλιο των διακοπών. Αυτό το κάτι ήταν που με παρέσυρε στην "Εποχή των Καφέδων", μέσα στη βελουδένια βραδινή υφή ενός αρχαίου πόνου. Πόνος παραμορφωμένος απ' το διεγερτικό εξωτισμό του καφέ και τις διαδρομές που επιβάλλει αυτή η νόθα εποχή, σφήνα στις άλλες.
Ο Γιάννης Ξανθούλης (English: Giannis Xanthoulis) είναι Έλληνας μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε το 1947 στην Αλεξανδρούπολη από οικογένεια προσφύγων και σπούδασε δημοσιογραφία, σχέδιο και ενδυματολογία θεάτρου. Από το 1969 εργάζεται ως δημοσιογράφος και χρονογράφος, ενώ το πρώτο του μυθιστόρημα, Μεγάλος Θανατικός, κυκλοφόρησε το 1981. Έγινε ευρύτερα γνωστός από τα χρονογραφήματά του στην Ελευθεροτυπία, καθώς και από τα σατιρικά του κείμενα και θεατρικά έργα, πολλά από τα οποία ανέβηκαν σε ελληνικές σκηνές. Έχει επίσης γράψει και εικονογραφήσει παιδικά βιβλία. Βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της ΕΣΗΕΑ.
Μετά τη μυρωδιά, τη γλύκα, το άρωμα και τη γεύση της απαγορευμένης απόλαυσης του πεθαμένου λικέρ, χορέψαμε το τανγκό των Χριστουγέννων και μάθαμε βιωματικά ποια είναι η εποχή των καφέδων.
«Έτσι και μεσιάσει η ζωή και τελειώσουν οι ψευτιές και οι παραπανίσιες κουβέντες, έρχεται η εποχή των καφέδων. Πικροί, γλυκεροί, νερομπούλια όλων των ειδών οι καφέδες ταιριάζουν σ’αυτή την εποχή. Τότε ο άνθρωπος θέλει να μαζευτεί στο καβούκι του, να κλείσει τις ιστορίες που άφησε λειψές..Κι ο καφές βοηθά. Βοηθητικός ήταν πάντα. Ένας φίλος σε ζουμί…!»
Τελικά μετά απο πικρές ιστορίες, γεγονότα υπαρξιακής ανοχής και ενοχής, σεξουαλικές ηδονές, και προδομένους ανθρώπους που αγαπήθηκαν.. Την Κυριακή έχουμε γάμο!…Καλοκαίρι στον Μαραθώνα άρχισαν όλα να φθίνουν. Μετά την εξόδιο ακολουθία του παππού και των κομματιών της ψυχής μας.
Κλασικός Ξανθούλης, με τα γνωστά ψυχαναλυτικα επαναλαμβανόμενα μοτίβα του που καθόλου δεν με πειράζει που τα ξανασυναντω, που κάθε φορά με συγκινούν περισσότερο. Υπάρχει κάτι στον τρόπο που γράφει, αυτή η ονειρική του μελαγχολία που φέρνει στην επιφάνεια κάτι το αβάσταχτα αληθινό. Εννοείται πως στις τελευταίες σελίδες έκλαψα,
Ένα βιβλίο γεμάτο από την νωχελικότητα του καλοκαιριού ο συγγραφέας καθώς ο συγγραφέας μας περιγράφει τις ήσυχες διακοπές μερικών ανθρώπων ώριμης ηλικίας που απολαμβάνουν τη θάλασσα και τη χαλαρότητα. Βέβαια από την νωχελικότητα στην έλλειψη ενδιαφέροντος δεν υπάρχει πολύ μεγάλη απόσταση και δεν είμαι πολύ σίγουρος πού ακριβώς στέκεται αυτό το βιβλίο. Βέβαια οι αναπολήσεις των πρωταγωνιστών και τα μυστήρια του παρελθόντος σίγουρα προσθέτουν κάτι που τουλάχιστον με έκανε να φτάσω μέχρι το τέλος του βιβλίου. Φαντάζομαι αν ήμουν 10 χρόνια μεγαλύτερος θα έβρισκα το βιβλίο περισσότερο ενδιαφέρον αλλά δεν είμαι.
Οικείο, νωχελικό, εντελώς ανθρώπινο, σε μεταφέρει σε καλοκαίρι σε ένα εξοχικό της δεκαετάς του '90, σε μια αρκετά κλασική ελληνική οικογένεια, όπου ο αναγνώστης βιώνει στιγμές με μεγάλη δόση νοσταλγίας. Το άρωμα του καφέ μπλέκει με τις ιστορίες που μοιράζονται οι άνθρωποι όσο διαρκεί αυτό το καλοκαίρι δίπλα στην θάλασσα κσι τις καλαμιές, στο "Πεσμένο 12". Το βρήκα πολύ εσωτερικό, να μας δείχνει ανθρώπινα πάθη που ακολουθούν τους πρωταγωνιστές, είτε είναι πολύ μικροί είτε είναι πολύ μεγάλοι σε ηλικία. Προσωπικά δεν ένοιωσα ποτέ ότι "έλλειπε η πλοκή" όπως λένε πολλά άτομα ως παράπονο, με γέμισε ο τρόπος που αντιμετώπισε καταστάσεις όπως χρόνια ασθένεια, παιδικές φιλίες, ανταγωνισμός αδερφιών, σχέσεις ζευγαριών, ετερόφυλων ή ομόφυλων..
Σε γενικές γραμμές δεν μου άρεσε αν και το θέμα καλοκαίρι εξοχικό είναι αγαπημένο... Στις τελευταίες 30 σελίδες ξεκινάει ένα παιχνίδι παιδικών αναμνήσεων και φιλίας που σε ανατριχιάζει τόσο πολύ... Ενήλικο ανάγνωσμα νοσταλγίας και προσωπικής αλήθειας
Ο πρώτος μου Ξανθούλης! Ιδιαίτερη ιστορία,κάπως απλοϊκή,αλλά αυτό που με κέρδισε είναι ο εξαιρετικός αφηγηματικός του λόγος! Εννοείται ότι συνεχίζω σταδιακά με το σύνολο της εργογραφίας του...
Το ταλέντο στη συγγραφή φαίνεται όταν περιγράφει απλές σκηνές και συναισθήματα Αυτό το βιβλίο είναι μια τέτοια συλλογή όμορφα γραμμένων τοπίων και συναισθημάτων που σε γεμίζει χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερη πλοκή
Επιτέλους, μετά από μήνες που βασανιζόμουν για να το διαβάσω, το τελείωσα. Από τα λιγότερο δυνατά βιβλία του αγαπημένου μου Ξανθούλη, με βασανιστικά αργή πρόοδο και, τολμώ να πω, με απουσία πλοκής... Μια αρκετά επίπεδη ιστορία, που δε θύμιζε σε τίποτα τον Ξανθούλη του Μεγάλου Θανατικού και του "Την Κυριακή έχουμε γάμο"...
Εχει μια εμμονή ο Ξανθούλης με τη δεκαετία του 1950 και τα φίδια. Ξανά εδώ η αγαπημένη του δεκαετία, ξανά αγαπημένα φαντάσματα του παρελθόντος (;) του (;), ξανά η γνωστή γραφή του. Ευτυχώς όμως, αν και πάλι δεν κατάλαβα και πολλά σε αυτό το βιβλίο, γράφει ωραία, μελαγχολλικά φθινοπωρινά. Ένας άντρας, μια γυναίκα και οι κόρες τους μένουν κοντά στον Μαραθώνα, δίπλα στο εξοχικό ενός γιατρού και του εραστή του και ενός ζευγαριού που ο άντρας πολεμάει με τον καρκίνο. Η σύζυγος του πρωταγωνιστή πηγαινοέρχεται Κυψέλη-Μαραθώνα όπου αργοσβήνει ο πατέρας της. Τα κορίτσια τους ανακαλύπτουν τον κόσμο, με μια δική τους βαρβαρότητα (θάβουν τελετουργικά κάθε ψόφιο πλάσμα που βρίσκουν). Εικόνες καλοκαιρινές, θλιβερές, ελληνική μικροαστική πραγματικότητα, αναμνήσεις και κυνήγι θησαυρού σε μια Θεσσαλονίκη που παρασέρνεται από τον χρόνο. Δεν βγάζει νόημα ή ειρμό αλλά είναι καλογραμμένο και σε καμιά περίπτωση δεν θα το απέρριπτα ως βιβλίο. Ένας καλός σχετικά Ξανθούλης.
Read that when I was in my mid teens and loved it. By the time I hit my mid 40s, I had forgotten all about it, bar the fact that I had loved it when I was younger. Read it again just recently and absolutely loved it, again. Was left wondering what it was that I loved as much when I was younger, as this is squarely aimed at middle aged people, those raising kids they suspect they may not even like, those caring for dying parents, those falling out of love with their present and seeking their past. Highly recommended but at times bizarrely harrowing.
Εχω διαβασει σχεδον ολα τα βιβλια του συγγραφεα κι αυτο ειναι το μονο που δεν με κερδισε καθολου. Δεν θα το κτινω ομως αρνητικα μιας και ο Ξανθουλης απ΄οτι λεει το οπισθόφυλλο το θεωρει ως το πλεον αυτοβιογραφικο του.
Το μοναδικό βιβλίο του Ξανθούλη που δεν απόλαυσα. Η γραφή του το ίδιο καλή και ταξιδιάρικη, όπως πάντα. Η ιστορία, όμως, με άφησε εντελώς αδιάφορη. Ίσως αν το διάβαζα στην παραλία, να με χαλάρωνε περισσότερο.
Στα λίγα βιβλία του Ξανθούλη, μαζί με το Πεθαμένο Λικέρ που όταν τα ξαναδιάβασα μεγάλη δεν με απογοήτευσαν, ίσα-ίσα τα απόλαυσα περισσότερο. Δεν μπορώ να φανταστώ ιδανικότερο βιβλίο για καλοκαίρι, σου βγάζει όλη τη ζέστη και την άπνοια της εποχής. Το φινάλε κάπως μουντό, κατώτερο των προσδοκιών αλλά στο σύνολό του αξέχαστο.
Δεν θα του βάλω αστεράκια, γιατί έχουν περάσει δεκαετίες που το διάβασα. Θυμάμαι μόνο ότι ο πρωταγωνιστής όλο λιποθυμούσε και του άνοιγε η μύτη, και ότι έκανε ζέστη και ίδρωνε. Επίσης, ότι δεν γινόταν τίποτα. Αλλά, επειδή φοβάμαι ότι μπορεί να το αδικήσω (θα 'μουν δεκαεπτά όταν το διάβασα; δεκαοκτώ; ) δεν του βάζω τα δύο αστεράκια που έλεγα να βάλω.