Après des décennies de globalisation financière, il est urgent de redécouvrir les principes de dignité et de justice sociale proclamés au sortir de la Seconde Guerre mondiale.Le 10 mai 1944, à Philadelphie, est proclamée la première Déclaration internationale des droits à vocation universelle. Après les monstruosités de la guerre, il s’agissait de bâtir un nouvel ordre international qui ne soit plus fondé sur la force, mais sur le droit et la dignité humaine, un monde où l’organisation économique serait subordonnée au principe de justice sociale. C’est la perspective inverse qui préside à l’actuel processus de globalisation : à l’objectif de justice sociale a été substitué celui de la libre circulation des capitaux et des marchandises. Au lieu que l’économie serve les besoins des hommes, on l’indexe sur les exigences de la finance et on traite les hommes comme du « capital humain ». La foi dans l’infaillibilité des marchés a remplacé la volonté de faire régner un peu de justice dans la répartition des richesses, condamnant la foule des perdants à la migration, l’exclusion ou la violence.L’objectif de ce livre est d’analyser ce processus de renversement, qui semble avoir aboli les leçons tirées de la période 1914-1945. Il est aussi de montrer que cet esprit garde toute son actualité pour ceux qui n’ont pas renoncé à l’idéal d’un monde où tous les hommes, quels que soient leur race, leur croyance et leur sexe, auraient le droit de poursuivre leur progrès matériel et leur développement spirituel dans la liberté et la dignité, dans la sécurité économique et avec des chances égales.
Στη Διακήρυξη της Φιλαδέλφειας (10.5.1944), η οποία ουσιαστικά αποτελεί την πρώτη οικουμενικής εμβέλειας διακήρυξη θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων, αποτυπώνεται η βούληση να εγκαθιδρυθεί, αμέσως μετά τη λήξη του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, μια νέα διεθνής τάξη, θεμελιωμένη στον Νόμο και όχι στην Ισχύ. Τη Διακήρυξη της Φιλαδέλφειας διατρέχει, αφενός, η διαπίστωση ότι η θεώρηση των ανθρώπων ως «ανθρώπινου υλικού», κατά την εθνικοσοσιαλιστική ορολογία, ή ως «ανθρώπινου κεφαλαίου», κατά την αντίστοιχη κομμουνιστική, οδήγησε σε πράξεις πρωτοφανούς βαρβαρότητας και, αφετέρου, η παραδοχή ότι διαρκής ειρήνη δεν μπορεί να υπάρξει δίχως στοιχειώδη κοινωνική δικαιοσύνη. Γι’ αυτό και στο κείμενό της κεντρική θέση κατέχουν οι έννοιες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Στο Πνεύμα της Φιλαδέλφειας, που πρωτοκυκλοφόρησε στη Γαλλία πριν από δέκα περίπου χρόνια, ο Alain Supiot, καθηγητής στο College de France και, κατά γενική ομολογία, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Γάλλους νομικούς, προσκαλεί τον αναγνώστη να ανακαλύψει, εάν είναι νέος, ή να θυμηθεί, εάν είναι μεγαλύτερης ηλικίας, το πνεύμα της Διακήρυξής της Φιλαδέλφειας, που, μολονότι κυρίαρχο τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, έχει εδώ και χρόνια περιθωριοποιηθεί ως αποτέλεσμα της επικράτησης του ακραίου οικονομικού φιλελευθερισμού και του φανατισμού με τον οποίο τα πρώην κομμουνιστικά κράτη, σαν έτοιμα από καιρό, μεταστράφηκαν στην οικονομία της αγοράς. Στην πρόσκληση αυτή ο αναγνώστης είναι δύσκολο να αντισταθεί. Πράγματι, αρκεί να διαβάσει τις δεκάξι σελίδες της εισαγωγής (σελ. 11-26) του βιβλίου για να την αποδεχθεί – αλλά και για να καταλάβει γιατί ο ρέκτης εκδότης της Επιθεωρήσεως Εργατικού Δικαίου Χρόνης Τσιμπούκης αποφάσισε να καταστήσει προσιτό το περιεχόμενό της και στο ελληνικό κοινό. Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος, με τον εύγλωττο τίτλο «Η μεγάλη αναστροφή» (σελ. 27-88), ο συγγραφέας εξηγεί πώς οι υποστηρικτές του ακραίου οικονομικού φιλελευθερισμού σε ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ένωση επιχείρησαν και, σε μεγάλο βαθμό, πέτυχαν, να υπονομευόσουν το κοινωνικό κράτος, ανατρέποντας σταδιακά την ιεράρχηση μεταξύ μέσου (: αγορά) και σκοπού (: ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών). Το αλάθητο της αγοράς, τα πλεονεκτήματα του γενικευμένου ανταγωνισμού, η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών, η απορρύθμιση της εργασίας, η ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών και κεφαλαίων, οι αξιωματικές, δηλαδή, θέσεις του συγκεκριμένου οικονομικού δόγματος, περιβλήθηκαν τον μανδύα επιστημονικής αλήθειας, ενώ η λεγόμενη «διακυβέρνηση μέσω των αριθμών» (αντικείμενο του πιο πρόσφατου βιβλίου του Supiot), παρά τις προφανείς αδυναμίες της, τον μανδύα της θρησκευτικής πίστης. Η «αποκατάσταση της αυθόρμητης τάξης της αγοράς» έφθασε έτσι ανεπαισθήτως να αναγορευθεί στον τελικό στόχο και το κοινωνικό κράτος στο κατ’ εξοχήν εμπόδιο στην επίτευξή του. Ειδικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πάντως, όπου το κοινωνικό κράτος έχει βαθιές ρίζες, η ανωτέρω εξέλιξη ίσως δεν θα είχε λάβει χώρα χωρίς τη διεύρυνση προς τις χώρες του πρώην ανατολικού συνασπισμού, οι κυρίαρχες τάξεις των οποίων ταυτίστηκαν εύκολα με το πλαίσιο του ακραίου οικονομικού φιλελευθερισμού, καθώς ο τελευταίος «μοιράζεται με τον επιστημονικό σοσιαλισμό την ίδια πίστη στην οικουμενική εγκυρότητα των “νόμων της οικονομίας” και την ίδια αποφασιστικότητα για την απομάκρυνση αυτών των νόμων από το πεδίο της πολιτικής διαβούλευσης» (σελ. 41). Στο δεύτερο μέρος, που τιτλοφορείται «Η επικαιρότητα της κοινωνικής δικαιοσύνης» (σελ. 89-173, ο συγγραφέας καταδεικνύει ότι, ακόμη και υπό συνθήκες «ολοκληρωτικής αγοράς», το πνεύμα της διακήρυξης της Φιλαδέλφειας απέχει πολύ από το να θεωρηθεί παρωχημένο. Ο τελικός στόχος συνίσταται στη «βελτίωση της μοίρας των ανθρώπων» και η οικονομία της αγοράς θα πρέπει να επανατοποθετηθεί σε στέρεα θεσμική βάση προκειμένου να τον υπηρετήσει. Αυτό σημαίνει ότι το διεθνές οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα θα τιθασευτεί μέσω της χάραξης νέων συνόρων, αν και όχι μεταξύ εθνών-κρατών, αλλά ευρύτερων περιφερειακών σχηματισμών, που θα επιτρέπουν τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις επιχειρήσεις στο εσωτερικό τους, αλλά θα προστατεύουν από πρακτικές κοινωνικού και φορολογικού ντάμπινγκ προερχόμενες από το εξωτερικό, πρακτικές τις οποίες εκμεταλλεύονται σήμερα στο έπακρο οι πολυεθνικές – και όχι μόνο – επιχειρήσεις. Τα σύνορα αυτά θα είναι ανοικτά η κλειστά για τη διακίνηση εμπορευμάτων και υπηρεσιών ανάλογα με την κοινωνική πραγματικότητα στις δύο πλευρές τους. Μια αγορά χωρίς σύνορα, όπου κυκλοφορούν ελεύθερα εμπορεύματα, υπηρεσίες και κεφάλαια, μια εσωτερική αγορά, είναι θεμιτή σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου οι διαφορές των κρατών-μελών ως προς την οικονομική και κοινωνική τους ανάπτυξη δεν είναι τόσο εντυπωσιακές, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί χωρίς μοιραίες για την κοινωνική δικαιοσύνη επιπτώσεις σε πλανητικό επίπεδο. Σε κάθε περίπτωση δε, οι επιχειρήσεις θα καλούνται να λογοδοτούν για τον μη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων των εργαζομένων κατά τη διαδικασία παραγωγής των προϊόντων ή παροχής των υπηρεσιών τους. Αν και γραμμένο από νομικό και παρότι η τιθάσευση του διεθνούς οικονομικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος που ευαγγελίζεται μόνο μέσω του Νόμου δύναται να πραγματοποιηθεί, το Πνεύμα της Φιλαδέλφειας δεν απευθύνεται αποκλειστικά σε νομικούς – κάθε άλλο. Οι νομικοί πάντως θα βρουν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες ορισμένες αναπτύξεις, από τις οποίες εδώ θα αναφερθούμε μόνο σε δύο. Η πρώτη αφορά το φαινόμενο του λεγόμενου «κανονιστικού δαρβινισμού» (σελ. 64-70), την αντιμετώπιση, δηλαδή, του δικαίου ως προϊόντος σε καθεστώς παγκόσμιου ανταγωνισμού, όπου ως πλέον ανταγωνιστικές κρίνονται όσες έννομες τάξεις μοιάζουν καλύτερα προσαρμοσμένες στις προσδοκίες του χρηματοπιστωτικού κλάδου (συμπεριλαμβανομένης της απαίτησης για τη μικρότερη δυνατή προστασία της μισθωτής εργασίας), του κύριου «καταναλωτή δικαίου». Η σχετική ανάλυση είναι εξαιρετικά διεισδυτική, έστω και αν υπερτονίζεται ο ρόλος της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην προώθηση αυτής της αντίληψης. Η δεύτερη έχει να κάνει με την «εξατομίκευση των νόμων» ως συνέπεια της υποχώρησης του κοινωνικού κράτους (σελ. 98-102). Όσοι νιώθουν να χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, υποστηρίζει ο συγγραφέας, αναζητούν στήριξη αλλού: «στην έντονη επιβεβαίωση της θρησκείας τους, στο χρώμα του δέρματός τους, στο φύλο και στον σεξουαλικό προσανατολισμό τους, στη μνήμη των θυμάτων-προγόνων τους» και σε κάθε δυνατή μορφή εθνικισμού του οποίου τις ρίζες «επανεφευρίσκουν κατά το δοκούν» (σελ. 100). Για τον Supiot, η άνοδος των ταυτοτικών διεκδικήσεων υποκρύπτει τις αληθινές αιτίες της κοινωνικής αδικίας, μετατοπίζοντας τη δημόσια συζήτηση από το πεδίο του «έχειν» στο πεδίο του «είναι». Κλείνοντας αυτήν τη σύντομη παρουσίαση, ας σημειωθεί ότι το απαιτητικό έργο της μετάφρασης του βιβλίου από τα γαλλικά έφερε σε πέρας ο Ευάγγελος Αγγελόπουλος, ενώ το εξώφυλλό του κοσμεί εικαστικό έργο του Στέφανου Ρόκου φιλοτεχνημένο ειδικά για την (προσεγμένη από κάθε άποψη) ελληνική έκδοση. [Βιβλιοπαρουσίαση δημοσιευθείσα στην Ελληνική Επιθεώρηση Ευρωπαϊκού Δικαίου 39 (2019), σ. 591-592]
Leí este libro por un ensayo, pero nos peleamos con la profe y terminó renunciando. El ensayo ya no va, pero al menos terminé de leerlo. Vieja qla. Actualicé el rating porque si, no le costaba nada hablar el tema en forma más accesible.