Μολάοι 1887. Επίμονη λοιμική ασθένεια βασανίζει την κοιλάδα του Ευρώτα και η Ντόνα Φριντζήλα, μητέρα τριών παιδιών από διαφορετικούς πατεράδες, όταν αποσκιρτά ο τελευταίος αγαπητικός, παθαίνει νευρική κατάθλιψη, παραλογίζεται, παρατάει τα νήπια και χάνεται από προσώπου γης, εξαναγκάζοντας τη μοναδική εξ αίματος συγγένισσα να κατεβεί από τα ορεινά χωριά του Ασωπού στη σκοτεινή πολίχνη των Μολάων: θεια-Στάμω η Σκυλογιαννού, τελευταία της ανατολικής γενεάς των Μαυρομιχαλαίων.
Επιστρέφοντας από πολύχρονη ιερά αποδημία, η ισχυρογνώμων Σταματία, η αγωγιάτισσα και μαμή, αυτή δηλαδή που σταματάει τους πρόωρους θανάτους και αναζωογονεί, θ' αναλάβει τις μέριμνες των κατασυκοφαντημένων ανιψουδιών κρύβοντας όσο καλύτερα μπορεί στα σωθικά την πατρογονική απέχθεια για τους Μολαΐτες και τα μετόχια τους.
Μυθολογική ψυχοβιογράφηση, τραγικωμικό νεύμα στους Μανιάτες προπάτορες του συγγραφέα, που ύστερα από την αμφιλεγόμενη δολοφονία του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος Κόμητα Ιωάννη Καποδίστρια αναγκάστηκαν, ένας μεγάλος κλάδος μετά το 1832, να μετακινηθούν ανατολικά της Μάνης, στην πεδιάδα του Ασωπού και τα βουνά των Μολάων, κρύβοντας το πατρώο όνομα, φέροντας για δεκαετίες τα επίχειρα της κοινωνικής καταδίκης, το άγος της παραγκώνισης, από φεουδάρχες Μπέηδες με πυργόσπιτα και δούλους, κυνηγημένοι κολίγοι στα Κάψαλα και τη Μονοβασιά, όπου συνομολογούν αθέλητους γάμους, κουμπαριές με τους αλλόγλωσσους Αρβανίτες του Ζάρακα και τους επηρμένους Μολαΐτες.
Μια καταιγιστική διήγηση, ένα συναρπαστικό ιστορικό μυθιστόρημα, λαϊκό ονειρόδραμα για τα μπερδεμένα σκοτάδια του νου και τις εύκολες παρεκτροπές των ενστίκτων, τα ζοφερά ψυχικά τοπία, τις συχνά αιμοσταγείς και ανταγωνιστικές σχέσεις φατριών και φύλων, τη δυνατότητα αναδρομικής υπέρβασης των διαφοροποιήσεων μέσω μιας νέας κοινωνικής αγωγής. Φαντασιωτική αναθεώρηση της αποσιωπημένης οικογενειακής πληγής, μαζί και της ευκλεούς πεζογραφικής μας παραδόσεως, εισπήδηση στον χρόνο παλαιότατων ηθών και αρχαιότροπων, πρωτόγονων ίσως, ψυχισμών. Ωδή παραμυθίας στους ανώνυμους κεκοιμημένους της υπαίθρου, τους ετερόδοξους, λησμονημένους κι απειθάρχητους, τους περιθωριακούς και αντιεξουσιαστές, τους κρυμμένους παραβατικούς στην εκπνοή του 19ου αιώνος, τους δολοφόνους και ενδεχομένως αγίους.
Ο Μιχάλης Γεννάρης γεννήθηκε το 1981 στην Αθήνα. Σπούδασε μουσική και νομική στην Αθήνα, το Αμβούργο και τη Γενεύη, και ζωγραφική στην Αθήνα και τις Βρυξέλλες. Ασχολείται με τα εικαστικά (κυρίως μελάνια και μεικτές τεχνικές) και κατά καιρούς έχει συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις. Στην πεζογραφία πρωτοεμφανίστηκε το 2006, διακρινόμενος στον ετήσιο, πανελλήνιο διαγωνισμό «Hotel Γ. Μ. Βιζυηνός» (με αφορμή τα 110 χρόνια από τον θάνατο του θεμελιωτή της νεοελληνικής διηγηματογραφίας) που διοργάνωσαν οι εκδόσεις Πατάκη. Ποίηση και διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε ανθολογίες και σε λογοτεχνικά περιοδικά, και μεταφραστεί στα αγγλικά και τα ολλανδικά. Έχει γράψει θεατρικά έργα και μυθιστορήματα: Πρίγκιπες και Δολοφόνοι, Ίνδικτος 2010 (Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα, Βραβείο περ. Διαβάζω), και Ο Σαξοφωνίστας, Μεταίχμιο 2014.
Άφησα μερικές μέρες να περάσουν να το σκεφτώ αυτό που διάβασα. Ο Γεννάρης έχει βάλει ένα στοίχημα νομίζω. Ένα στοίχημα με τη γλώσσα. Ιδιωματισμοί και δικά του γεννήματα λογοτεχνικά κάνουν αρκετά δύσκολη την ανάγνωση και τη ροή της ιστορίας. Αν καταφέρεις να πιάσεις ρυθμο ίσως σου φανεί και πιο ενδιαφέρον το πόνημα. Αν λογοτεχνία είναι να φτιάχνεις ανάμεσα στα άλλα και το δικό σου στυλ γραψιματος καταλαβαίνω. Απλά σε έναν τέτοιον δρόμο πολλοί θα εγκαταλείψουν στη μέση. Ένας απ'αυτούς ήμουν κι εγώ.