Τα διηγήματα της Πρωτοχρονιάς, όπως και όλα τα εορταστικά διηγήματα του Παπαδιαμάντη -των Χριστουγέννων, των Φώτων, της Λαμπρής- είναι μια ευκαιρία για το συγγραφέα να αντλήσει από τον κόσμο των θρησκευτικών του αναμνήσεων, με την κατανυκτική συνείδηση "ενός παπαδόπαιδου γεμάτου θύμησες και ενός συγγραφέα γεμάτου πίστη". Μέσα από αυτά, το "Γουτού Γουπατού", το "Σημαδιακό", την "Ντελησυφέρω", τα "Λιμανάκια" και άλλα, εορταστικός, πανηγυριστής, θρησκευόμενος, μαζί με τους απλοϊκούς και ανυποψίαστους συντοπίτες του, που στέκουν πάντα ανάμεσα στη φύση, μας απεικονίζει ανάγλυφα την εποχή του και τους ανθρώπους της: ανέμελα παιδιά, ψαράδες και μαυρομαντιλούσες, ορφανά και ταβερνομπακάληδες, ξωμάχους, θαλασσινούς και πονεμένες φτωχομάνες. Στους γιαλούς ή στα σοκάκια της Σκιάθου, στις εκκλησιές ή στη μανία της θάλασσας, στα γραφικά ξωκλήσια, παντού αναζητεί τον άνθρωπο. Και παντού υπάρχει διάχυτη η απλότητα, η ομορφιά και η καλοσύνη.
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (English: Alexandros Papadiamantis) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες, συγγραφέας διηγημάτων και μυθιστορημάτων που έχει αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική λογοτεχνία. Γεννήθηκε στη Σκιάθο και καταγόταν από ιερατική οικογένεια, γεγονός που επηρέασε βαθιά τόσο την προσωπικότητά του όσο και το συγγραφικό του έργο, καθώς η θρησκευτική παιδεία και η στενή σύνδεση με την τοπική παράδοση διαπνέουν τα περισσότερα κείμενά του. Από νεαρή ηλικία έδειξε έντονο ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία και τη γλώσσα, ενώ η εκπαίδευσή του στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών προσέφερε στη γραφή του θεολογικές και φιλοσοφικές βάσεις που διαφαίνονται σε πολλά από τα έργα του, ιδιαίτερα στην εξερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής και των ηθικών διλημμάτων των χαρακτήρων του. Παρά τη φιλοδοξία του να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία, η ζωή του χαρακτηρίστηκε από φτώχεια και μοναξιά, με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, γεγονός που τον κράτησε απομονωμένο από την αθηναϊκή κοινωνική και πολιτιστική ζωή, ενώ ταυτόχρονα τον βοήθησε να παρατηρεί με λεπτομέρεια και στοχασμό τη ζωή του τόπου του και τις κοινωνικές ανισότητες. Η πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία έγινε το 1879 με το διήγημα "Η Χειρονομία", και από τότε συνεργάστηκε με πολλά έντυπα, δημοσιεύοντας πλήθος διηγημάτων, άρθρων και κριτικών κειμένων. Η γραφή του Παπαδιαμάντη ξεχωρίζει για τη χρήση του δημοτικού λόγου σε συνδυασμό με καθαρεύουσα, δημιουργώντας έναν ιδιότυπο λογοτεχνικό ύφος που αποτυπώνει με ζωντάνια και λυρικότητα τις εικόνες της ελληνικής επαρχίας, των παραδόσεων, των ανθρώπων και της φύσης. Στο σύνολο του έργου του, η θρησκευτικότητα και ο ηθικός προβληματισμός συνυφαίνονται με κοινωνική κριτική και παρατήρηση της καθημερινότητας, δίνοντας βάθος στους χαρακτήρες του και δημιουργώντας έναν κόσμο γεμάτο ψυχική ένταση και ατμόσφαιρα. Το πιο γνωστό μυθιστόρημά του, "Η Φόνισσα", θεωρείται κορυφαίο δείγμα της ελληνικής λογοτεχνίας, καθώς μέσα από την ιστορία μιας γυναίκας που καταφεύγει στη φρίκη και την κοινωνική απομόνωση, ο Παπαδιαμάντης εξερευνά θέματα όπως η αδικία, η καταπίεση των γυναικών και η κοινωνική ανισότητα. Άλλα έργα του, όπως το "Γυφτοπούλα", "Αι Αδελφαί", "Η Κυρία Δήμα", "Ο Χριστός" και δεκάδες ακόμη διηγήματα, παρουσιάζουν ποικιλία θεμάτων, από την καθημερινή ζωή των Σκιαθιτών και των κατοίκων των νησιών, μέχρι την εξερεύνηση ψυχολογικών και ηθικών ζητημάτων, αποδεικνύοντας την ευρύτητα της σκέψης και της παρατήρησης του συγγραφέα. Παρά την αναγνώριση που απέκτησε μετά τον θάνατό του, κατά τη διάρκεια της ζωής του παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό απομονωμένος και δεν απολάμβανε οικονομικής άνεσης. Η αφοσίωση του στην τέχνη της γραφής ήταν τέτοια που αφιέρωσε όλη του τη ζωή σε αυτή, αποτυπώνοντας την ψυχή και τα ήθη της ελληνικής κοινωνίας του 19ου αιώνα με μοναδική λεπτομέρεια. Ο Παπαδιαμάντης πέθανε το 1911, αφήνοντας πίσω του μια ανεκτίμητη λογοτεχνική κληρονομιά που συνεχίζει να μελετάται και να αγαπιέται σε όλο τον ελληνόφωνο κόσμο, ενώ η επιρροή του παραμένει ορατή σε γενιές συγγραφέων και αναγνωστών που αναζητούν την αυθεντική εικόνα της ελληνικής ζωής και κουλτούρας μέσα από τη λογοτεχνία. Οι αναλυτές του έργου του επισημαίνουν την ικανότητά του να συνδυάζει την ακριβή περιγραφή της φύσης, την παρατήρηση της καθημερινότητας και την εξερεύνηση ηθικών ζητημάτων, δημιουργώντας ένα σύμπαν που παραμένει ζωντανό και διαχρονικό, με επίκεντρο την ανθρώπινη ψυχή και την ελληνική παράδοση, ενώ ταυτόχρονα η προσωπική του βιογραφία και οι περιορισμοί της ζωής του προσδίδουν στην αφήγηση μια βαθιά αίσθηση αυθεντικότητας και αφοσίωσης στην τέχνη.
Το 2016 έχει μπει εδώ και 14 μέρες και εγώ μόλις ολοκλήρωσα το δεύτερο βιβλίο μου. Ήθελα αυτή η χρονιά αναγνωστικά να μπει με το δεξί. Επιθυμούσα να διαβάσω έργα συγγραφέων που δεν θα είναι μόνο μια καλή διασκεδαστική και ξεκούραστη συντροφιά αλλά θα με βοηθήσουν και πνευματικά, θα με βάλουν σε σκέψεις και θα με κάνουν να ξαναπιάσω πάλι το μολυβάκι και το χάρακα μου για να υπογραμμίσω φράσεις στο κείμενο. Δεν ξέρω αν εσείς κάνετε κάτι τέτοιο αλλά εγώ δεν είμαι από εκείνους τους αναγνώστες που φοβούνται να ανοίξουν λίγο παραπάνω το βιβλίο γιατί δεν θέλουν να δημιουργηθούν γραμμές στη ράχη του ή τρομοκρατούνται και μόνο στην ιδέα σημειώσεων στα πλαϊνά των σελίδων του. Ανήκω στους αναγνώστες εκείνους που πάντα έχουν το μολυβάκι δίπλα τους και όταν διαβάζουν κάτι που τους κάνει εντύπωση, τους αρέσει ή τους προβληματίζει το υπογραμμίζουν και κάποιες φορές γράφουν δίπλα σκέψεις τους. Αυτή η διαδικασία μου έλειψε πολύ το 2015 ήταν μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού τα βιβλία αυτά, το μολυβάκι και ο χάρακας τις περισσότερες φορές παρέμεναν παραπονεμένα δίπλα μου. Ακόμα και βιβλία που πήραν το πολυπόθητο άριστα ακόμα και αυτά ζήτημα αν είχαν μία ή δύο υπογραμμίσεις και σημειώσεις σε κάποια από τις σελίδες τους. Δεν ήθελα λοιπόν να ξεκινήσει έτσι η χρονιά. Έψαχνα κάτι που να κινητοποιήσει το μυαλό και την κριτική μου σκέψη, να με ενθουσιάσει, να με διασκεδάσει και να με προβληματίσει. Δύσκολο θα μου πείτε. Ναι το ξέρω αλλά όσο μεγαλώνω τόσες περισσότερες απαιτήσεις έχω από τον εαυτό μου, από τους άλλους γύρω μου και από τα χόμπι μου. Το διάβασμα το αγαπώ αλλά ο πήχης και τα θέλω μου από αυτό έχουν ανέβει αρκετά. Τελικά η χρονιά ξεκίνησε καλά αφού ως πρώτο βιβλίο επέλεξα τα Χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Εδώ και καιρό έχω βάλει ως στόχο να διαβάσω όλα τα έργα του. Δεν βιάζομαι και δεν αγχώνομαι. Σιγά σιγά το πάω και μέχρι τώρα είμαι ικανοποιημένη από την πορεία αυτής της πρόκλησης. Τα βιβλία του υπάρχουν στο πατρικό μου τα έχω βρει, τα έχω συγκεντρώσει όλα σε ένα ράφι και σιγά σιγά τα κατεβάζω από εκεί και τα διαβάζω. Και έχω ξεκινήσει με τα διηγήματα του. Από τη μια γιατί θέλω να γνωρίσω καλύτερα αυτό το είδος και νομίζω ότι ο Παπαδιαμάντης που για μένα είναι ο κορυφαίος διηγηματογράφος που έβγαλε αυτή η χώρα μπορεί να με βοηθήσει σε αυτό από την άλλη φέτος συμμετέχω στο readathon16 που διοργανώνεται εδώ και μία από τις προκλήσεις είναι το διάβασμα ενός βιβλίου με διηγήματα. Οι παραπάνω στόχοι εκπληρώθηκαν με επιτυχία με το που διάβασα και την τελευταία σελίδα των Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων. Δεν πήραν το άριστα στη βαθμολογία αφού είχα κάποια θεματάκια τα οποία τα αναφέρω στην κριτική που ανέβασα όμως μου άρεσε τόσο η εμπειρία αυτή που αποφάσισα και το δεύτερο μου βιβλίο για φέτος να είναι διηγήματα και πάλι από τον Παπαδιαμάντη μόνο που αυτή τη φορά αυτά θα αφορούν την Πρωτοχρονιά. Έτσι κι αλλιώς Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά είναι δύο γιορτές που η μία συμπληρώνει την άλλη, η μία γιορτάζεται με διαφορά μίας εβδομάδας από την άλλη και στων περισσοτέρων τη συνείδηση ταυτίζονται. Το βιβλίο ανήκει και πάλι στις εκδόσεις Μίνωας. Ο τίτλος του είναι Πρωτοχρονιάτικα και άλλα διηγήματα κάτι στο οποίο δεν είχα δώσει πολύ σημασία. Το ξεκίνησα πιστεύοντας ότι θα διαβάσω ιστορίες που θα συμβαίνουν την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα για να συνειδητοποιήσω λίγο πριν το τέλος του ότι περιλαμβάνει και ιστορίες που δεν έχουν καμία σχέση με τις γιορτές αυτές και ανήκουν στα παιδικά/ αυτοβιογραφικά διηγήματα του συγγραφέα. Όχι ότι με πείραξε βέβαια αυτό απλώς για λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να καταλάβω τί γίνονταν ένιωσα μια κάποια σύγχυση και απορία. Τα διηγήματα τα ολοκλήρωσα σχετικά γρήγορα και αυτό που μπορώ να πω είναι πως βρήκα σε αυτά το γνωστό ύφος, γλώσσα και ταλέντο του Παπαδιαμάντη αλλά δεν μου άρεσαν τόσο όσο τα Χριστουγεννιάτικα. Για αυτό και η βαθμολογία έπεσε κατά ένα αστεράκι…
Δεκατρία διηγήματα περιλαμβάνει η συλλογή αυτή τα εννιά αφορούν την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα και για να γίνω πιο ακριβής δύο διαδραματίζονται την παραμονή των Φώτων και εφτά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς ή τις μέρες εκείνες. Τα τέσσερα τελευταία ανήκουν στα παιδικά του Παπαδιαμάντη και τα τρία από αυτά μάλιστα είναι αυτοβιογραφικά. Από τα 13 λοιπόν διηγήματα το αγαπημένο μου ανήκει στα Πρωτοχρονιάτικα αλλά τα παιδικά ήταν αυτά που στο σύνολο τους ευχαριστήθηκα περισσότερο και με έβαλαν σε σκέψεις και προβληματισμούς.. Ας τα δούμε λίγο καλύτερο το καθένα ξεχωριστά..
Διήγημα 1:Γουτού-Γουπατού...κατά κύριο λόγο διαδραματίζεται την παραμονή της Πρωτοχρονιάς που τα παιδιά λένε τα κάλαντα και βασικός του πρωταγωνιστής είναι ο Μανώλης ''το ταπόι'' όπως χαρακτηριστικά τον φωνάζουν οι κάτοικοι του χωριού. Ένας άντρας που στον κόσμο αυτό έχει τη μάνα του να τον αγαπά και να τον φροντίζει και λίγους φίλους μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού που καταλαβαίνουν τα όσα λέει αφού ''η γλώσσα είναι δεμένη με γλωσσοδέτη μέχρι τη ρίζα των δοντιών'' όπως χαρακτηριστικά λέει ο συγγραφέας. Ο Μανώλης μετρά τις μέρες μέχρι τις γιορτές και συνεχώς αναρωτιέται ''Πότε τη Γουτού, Γουπατού, μαμ’ γατί'' δηλαδή ''πότε να’ ρθει του Χριστού, τ’ Αη-Βασιλιού να φάμε.''. Οι φίλοι του γελάνε καλοκάγαθα ενώ οι εχθροί του κοροϊδευτικά. Παραμονή Πρωτοχρονιάς και τα παιδιά βγαίνουν να πουν τα κάλαντα και να αναγγείλουν την άφιξη του νέου χρόνου και της γιορτής του Μέγα Βασιλείου. Ο Μανώλης έχει αναλάβει τη φύλαξη τους από τη συμμορία του Μήτρου του Τσηλότατου ενός δεκαεπτάχρονου τραμπούκου, που μαζί με την παρέα του φοβίζει γυναίκες και παιδιά. Αυτό το βράδυ παραφυλά τα παιδιά για να τους κλέψει τις εισπράξεις. Λογαριάζει όμως χωρίς τον ξενοδόχο, τον Μάνώλη! Για την ακρίβεια δεν τον θεωρεί σοβαρό αντίπαλο. Εκείνος είναι ο φόβος και ο τρόμος και ο άλλος ο τρελός του χωριού. Αλλά ο Μανώλης δύο πράγματα αγαπά και προστατεύει σε αυτόν τον κόσμο: τη μάνα του και τους φίλους του. Και ο Μήτρος τα έβαλε με ένα από τα δύο. Και για αυτό θα τιμωρηθεί. Πρόκειται για ένα διήγημα που κάνει ότι και το Ο Χριστός στο κάστρο στη συλλογή με τα Χριστουγεννιάτικα, μας εισάγει στον κόσμο των εορταστικών διηγημάτων του Παπαδιαμάντη. Στη χριστουγεννιάτικη συλλογή το ρόλο αυτό τον ανέλαβε με επιτυχία το Ο Χριστός στο κάστρο σε αυτή τώρα τη συλλογή είναι το διήγημα Γουτού Γουπατού που εκπληρώνει τον ρόλο αυτό. Ομολογώ ότι όταν άρχισα την ανάγνωση του αυτό που κυρίως με ενδιέφερε ήταν να ανακαλύψω το νόημα του τίτλου και όταν αυτό συνέβη χαμογέλασα από συγκίνηση και σεβασμό. Ο Παπαδιαμάντης είναι μάγος συγγραφικά αφού καταφέρνει μέσα από τη διήγηση του να ενεργοποιήσει τη φαντασία του αναγνώστη και να προβάλει μπροστά στα μάτια του τα όσα διαβάζει. Πέρα από αυτό όμως εδώ μου απέδειξε το πόσο καλή ψυχή είχε και πόσο πολύ σέβονταν τους συνανθρώπους του ανεξαρτήτου φύλου, ηλικίας, γνώσεων και εξυπνάδας. Ήταν παρατηρητικός, ρουφούσε σαν σφουγγάρι τα όσα έβλεπε στην καθημερινότητα του τα κατέγραφε στο μυαλό του και μετά τα αποτύπωνε στο χαρτί. Στις περισσότερες από τις εορταστικές ιστορίες του οι ήρωες είναι φτωχοί καπετάνιοι με οικογένειας στη στεριά, άνθρωποι ταλαιπωρημένοι και βασανισμένοι που παλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί, γυναίκες που έχουν χάσει ένα δύο παιδιά και προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους. Εδώ ο πρωταγωνιστής του δεν ανήκει σε αυτές τις κατηγορίες. Είναι και αυτός όμως άνθρωπος που εύκολα συναντάς στον αληθινό κόσμο. Και ο Παπαδιαμάντης όχι μόνο τον κάνει πρωταγωνιστή του αλλά του φέρεται με σεβασμό. Δεν τον υμνεί χωρίς λόγο αλλά δεν φτάνει και στο άκρο της λύπησης. Του φέρεται όπως φέρεται σε όλους τους πρωταγωνιστές του. Μου άρεσε η προσέγγιση αυτή. Μου άρεσε το διήγημα αυτό και το τέλος του. Είναι ένα γλυκόπικρο διήγημα που κατά τη γνώμη μου θα μαλακώσει και την πιο κρύα καρδιά.. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ακρόπολη την πρώτη του Γενάρη του 1899.. Διήγημα 2: Ο έρωτας στα χιόνια.. ''Σεβντάς είν’ αυτός δεν είναι τσορβάς.. .έρωτας είναι δεν είναι γέροντας''...''Σοκάκι μου μακρύ, στενό με την κατεβασιά σου κάμε και μένα γείτονα με τη γειτόνισσα σου''.. ''Γειτόνισσα, γειτόνισσα πολυλογού και ψεύτρα δεν είπες μια φορά κι εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα''.. Σε ποιόν ανήκουν τα παραπάνω στιχάκια που μου θύμισαν τα στιχάκια που φτιάχνει ο πολυαγαπημένος μου παππούς;; Στον ήρωα της ιστορίας αυτής στον μπάρμπα Γιάννη ''τον έρωντα''. Ένας ηλικιωμένος άντρας που παντρεύτηκε και χήρεψε, απέκτησε παιδιά και τα έχασε, ήταν ναυτικός αλλά τώρα έγινε στεριανός και είναι μόνος και έρημος σε αυτόν τον κόσμο. Μόνη του συντροφιά η πατατούκα του, τα στιχάκια του και ο έρωτας του για την παντρεμένη φουρνάρισσα γειτόνισσα του που δεν του ρίχνει ούτε μια ματιά. Και αυτός τριγυρνά παραπονεμένος ακόμα και αυτές τις γιορτινές μέρες όταν όλοι οι άλλοι στα σπίτια τους ετοιμάζονται να γιορτάσουν με τις οικογένειες τους. Τριγυρνά και τραγουδά φωνάζοντας στον έρωτα να έρθει να τον βρει.. Ένα αρκετά θλιβερό και συγκινητικό διήγημα με ένα μελαγχολικό τέλος που αν το έβλεπα στον κινηματογράφο θα δάκρυζα.. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ακρόπολη στις 4 του Γενάρη του 1896.. Διήγημα 3: Τα Πτερόεντα Δώρα.. το αγαπημένο μου αυτής της συλλογής. Το λάτρεψα από την αρχή μέχρι το τέλος. Το διάβασα τρεις φορές πριν πάω παρακάτω. Π��ωταγωνιστής του ένας άγγελος- όσοι έχετε διαβάσει και άλλες κριτικές μου δεν πιστεύω να απορείτε πλέον γιατί είναι το αγαπημένο μου- που κατεβαίνει σε αυτόν εδώ τον κόσμο για να του δώσει με όλη του την καρδιά τρία πολύτιμα δώρα:1. το άστρο το προορισμένο να λάμπει στις συνειδήσεις 2. την αύρα την ικανή να δροσίσει τις ψυχές και 3. τη ζωή την πλασμένη για να πάλλει στις καρδιές.. Τρία πολύτιμα και ανεκτίμητα δώρα που όμως οι άνθρωποι δεν τα θέλουν! Ο άγγελος επισκέπτεται διάφορα σπίτια και το μόνο που συναντά είναι υποκρισία. ψέματα, αδιαφορία, απάτες, φιλαργυρία.. Σε ποιόν να δώσει τα δώρα του αφού κανείς δεν τα θέλει;; τί θα κάνει τώρα;;; Ένα διήγημα λίγων σελίδων που γέμισε θλίψη την καρδιά μου και στενοχώρια. Από τα πιο μελαγχολικά της συλλογής αυτής. Πάτησε πάνω στην αδυναμία και στην αγάπη μου για τέτοιες μελαγχολικές αλληγορίες και έγινε το αγαπημένο μου πρωτοχρονιάτικο διήγημα. Με απλά λόγια, με καθαρές κουβέντες σε λίγες σελίδες ο συγγραφέας λέει αλήθειες που άλλοι δεν τολμούν ούτε καν να ψιθυρίσουν. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αλήθεια την πρώτη του Γενάρη του 1907. Διήγημα 4: Φώτα- Ολόφωτα... το πρώτο από τα δύο διηγήματα που διαδραματίζονται την παραμονή των Φώτων, την τρίτη μεγάλη γιορτή της περιόδου αυτής. Σε αντίθεση με τα πρωτοχρονιάτικα που διακατέχονται από έναν μελαγχολικό, θλιβερό τόνο αυτά εδώ είναι αν όχι πιο χαρούμενα και εύθυμα πιο ελπιδοφόρα. Στην ιστορία αυτή ο αναγνώστης παρακολουθεί δυο ιστορίες που διαδραματίζονται παράλληλα. Η μια είναι του Κωνσταντή του Πλαντάρη που θαλασσοδέρνεται και προσπαθεί να μην ναυαγήσει και να φτάσει στην ακτή και η άλλη είναι της ετοιμόγεννης Μάχως που παλεύει να μείνει ζωντανή αυτή και το παιδί της. Οι δυο αυτές ισοτιμίες ενώνονται αφού ο Κωνσταντής είναι ο σύζυγος της Μάχως. Το ζευγάρι παλεύει παραμονή των Φώτων με το θάνατο για να βγει στο τέλος νικητής.. Μια ιστορία ιδιαίτερα περιγραφική με δόσεις περιπέτειας. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ακρόπολη στις 6 Ιανουαρίου του 1894… Διήγημα 5: Ο Πολιτισμός εις το χωρίον.. Πρωταγωνιστές είναι η Θοδωριά και ο Στέργιος ένα φτωχό ζευγάρι που έχουν χάσει ήδη δύο παιδιά και τώρα το τρίτο τους μόλις τεσσάρων χρονών παραμονή Πρωτοχρονιάς παλεύει να κρατηθεί στη ζωή. Η Θοδωριά που δεν αντέχει να βλέπει ένα ακόμα παιδί της να φεύγει από αυτόν τον κόσμο και εκείνη να είναι ανίκανη να το προστατέψει και να το βοηθήσει ζητά από τον άντρα της να φωνάξει το γιατρό κι ας είναι νύχτα κι ας χιονίζει κι ας ξημερώνει γιορτή. Ο Στέργιος της κάνει το χατίρι και τρέχει να βρει το γιατρό ο οποίος δεν είναι σπίτι του αλλά στο καφενείο και παίζει χαρτιά! Ακολουθεί κι αυτός όπως και άλλοι τη μόδα της εποχής! Ο Στέργιος αν και στην αρχή πάει με όλη τη διάθεση να πάρει τον γιατρό από εκεί και να τρέξουν στο σπίτι του στο τέλος παραδίδεται και εκείνος στο πάθος της χαρτοπαιξίας και περνά τη νύχτα του ποντάροντας και χάνοντας τα λίγα λεφτά που κέρδισε με κόπους και βάσανα. Και το παιδί του;; Το παιδί πήγε να βρει τα αδέρφια του αφήνοντας στον πάνω κόσμο τη μάνα του να κλαίει και να οδύρεται στους τάφους τους. Ο Παπαδιαμάντης στηλιτεύει και κατακεραυνώνει το πάθος των ανθρώπων για την χαρτοπαιξία που μπορεί να οδηγήσει στην πλήρη αδιαφορία για τους συνανθρώπους μας και για την ίδια μας την οικογένεια. Σαν τον Στέργιο είναι πολλοί εκεί έξω που θα πουλούσαν στο χαρτί την ψυχή του παιδιού τους. Το διήγημα αυτό μαζί με τα Ο έρωτας στα χιόνια και Τα πτερόεντα δώρα παλεύουν με δόντια και με νύχια για το πιο θα κερδίσει το βραβείο του πιο θλιβερού και μελαγχολικού διηγήματος του βιβλίου αυτού. Κατά τη γνώμη μου η πρώτη θέση πάει στα Πτερόεντα δώρα, το ασημένιο μετάλλιο στο Πολιτισμός εις το χωρίον και το χάλκινο στο Έρωτας στα χιόνια. Τρία διηγήματα που σε μελαγχολούν, σε θλίβουν, σου μαυρίζουν την ψυχή και σε κάνουν να αναρωτιέσαι γιατί είμαστε έτσι οι άνθρωποι γιατί ενώ έχουμε μυαλό εξυπνάδα και λογική δεν τα χρησιμοποιούμε για καλό. Γιατί επιλέγουμε τα πάθη και τις αδυναμίες μας από τα προτερήματα μας;; Γιατί;;; Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εφημερίς στις 25 Δεκεμβρίου του 1891… Διήγημα 6: Ο Σημαδιακός… η δεύτερη ιστορία που λαμβάνει χώρα την παραμονή των Φώτων. Κάποιοι πίσω από τα δύο μικρά παιδιά που λένε τα κάλαντα βλέπουν τα ξαδέρφια του Παπαδιαμάντη και αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Πρωταγωνιστής είναι ο Μανουήλ Προύσαλης 28 χρονών με σημάδι= βλάβη στο αριστερό του μάτι, έτσι γεννήθηκε βασικά. Ο Μανουήλ είναι ερωτευμένος με μια όμορφη νέα κοπέλα που όμως δεν θέλει να ακούσει ούτε το όνομα του και που γελά μαζί του. Εκείνος της στέλνει μήνυμα με δύο παιδιά και περιμένει από εκείνη την απάντηση της. Θα του τη δώσει άραγε;;; Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εφημερίς στις 6 Ιανουαρίου του 1889 και προσωπικά δεν μου τράβηξε το ενδιαφέρον. Για μένα ήταν αρκετά βαρετό και αδιάφορο.. Διήγημα 7: Τα Λιμανάκια ή αλλιώς η περιπέτεια του καπετάν Ηλία της Μπαμπλένας παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ένα ακόμα διήγημα όπου ο ήρωας του θαλασσοδέρνεται, παλεύει με τα κύματα και προσπαθεί να μην πνιγεί. Αρκετά περιγραφικό, σου δείχνει το ταλέντο του συγγραφέα στις ζωντανές περιγραφές και σου γνωρίζει τη Σκιάθο μέσα από τα μάτια του έτσι όπως εκείνος τη θυμόταν. Δεν ήταν το πρώτο διήγημα με τέτοια ιστορία και περιγραφές και έτσι αν εξαιρέσω το αστείο και ανακουφιστικό τέλος του όλο το υπόλοιπο πέρασε και δεν ακούμπησε.. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Ζωή τον Ιανουάριο του 1907.. Διήγημα 8: Τα Συχαρίκια.. η κυρά Γαλάτσαινα του Κασσανδριανού αρραβωνιάζει την κόρη της και εμείς παρακολουθούμε τον κρυφό αυτόν αρραβώνα και γνωρίζουμε ένα έθιμο που πλέον σπάνια θα συναντήσεις στις μέρες μας. Γεμάτο όμορφες περιγραφές, μυρίζει παράδοση και σε γυρίζει σε μια χαμένη ελληνική πραγματικότητα.. Αξίζει να το διαβάσει κανείς παραπάνω από μία φορά για να δει ήθη και έθιμα μιας άλλης περασμένης εποχής.. Δημοσιεύτηκε στην Ακρόπολη την πρώτη του Γενάρη του 1899… Διήγημα 9: Η Ντελησυφέρω.. Η κυρά Μαριώ η Χρήσταινα ακούει την καμπάνα του παπά Μανώλη να χτυπά μέσα στη νύχτα καλώντας τους χριστιανούς στη λειτουργία των Χριστουγέννων, σηκώνεται λοιπόν ντύνεται, χτενίζεται και τρέχει να προλάβει να πιάσει στασίδι και καλή θέση. Μαζί της τρέχει και ο αναγνώστης ο οποίος παρακολουθεί μέσα από τα μάτια της τη θεία λειτουργία και τις αντιδράσεις των κατοίκων αντρών και γυναικών. Το δεύτερο εορταστικό διήγημα όπου μεγάλο μέρος της δράσης λαμβάνει χώρα μέσα στην εκκλησιά. Το πρώτο ήταν το Ο Χριστός στο κάστρο. Εκεί βέβαια ένα μικρό κομμάτι διαδραματίστηκε στην εκκλησία εδώ το ήμισυ της ιστορίας εξελίσσεται σε αυτή. Είναι αρκετά ανάλαφρο και αστείο, έχει σκηνές που τις βλέπω και σήμερα στις εκκλησίες-για παράδειγμα αυτό με τι καρέκλες.. υπάρχουν και σήμερα κυρίες που ετοιμάζονταν ώρες πριν και τρέχουν με το που ακούσουν την καμπάνα και κάποιες πριν καν χτυπήσει για να πιάσουν καλή θέση! κάποιες μάλιστα νομίζουν ότι η καρέκλα έχει το όνομα τους και αλίμονο σε αυτή που θα πάει και θα καθίσει σε αυτή. Κάνουν ότι και η Ντελυσηφέρω. Δεν αλλάζουμε σε κάποια πράγματα όσο κι αν αλλάξουν οι εποχές-..Με το διήγημα αυτό τελειώνουν τα εορταστικά. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μεταρρύθμισις στις 25 Δεκεμβρίου του 1904. Διηγήματα 10, 11, 12,13: Τα Δαιμόνια στο ρέμα, Τα Βενέτικα, Η Δασκαλομάννα, Αμαρτίας Φαντάσματα.. Οι ιστορίες ανήκουν σε αυτό που λέει ο τίτλος ''άλλα διηγήματα''. Ανήκουν στην κατηγορία παιδικό διήγημα του Παπαδιαμάντη και μάλιστα με εξαίρεση τη Δασκαλομάννα τα άλλα είναι αυτοβιογραφικά, ο συγγραφέας σε πρώτο πρόσωπο πηγαίνει πίσω στο χρόνο και μας διηγείται περιπέτειες του από το νησί του τη Σκιάθο όταν ήταν μικρό παιδί. Στο Στα Δαιμόνια στο κάστρο ήταν μόλις 10 χρονών και με ονειροπόλα διάθεση και λίγο μελαγχολική μας διηγείται την περιπέτεια του την παραμονή της γιορτής του αποκεφαλισμού του Προδρόμου τη συνάντηση του με ένα ’’πνεύμα’ και τον σκληρό τρόπο που του φέρονταν τα άλλα παιδιά επειδή ήταν γιος παπά και όχι καπετάνιου ή ναυτικού. Στα Βενέτικα μας διηγείται το κυνήγι ενός κρυμμένου θησαυρού και την ανάγκη του ανθρώπου α βρει λεφτά ενώ στο Αμαρτίας Φαντάσματα πάλι η διήγηση επικεντρώνεται σε μεταφυσικά στοιχεία και πνεύματα.. Στο διήγημα Η Δασκαλομάννα ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με το εκπαιδευτικό σύστημα της εποχής μέσα από τα μάτια του δασκάλου και πρωταγωνιστή της ιστορίας. Έχει γέλιο και συγκίνηση με κορυφαίο το παρακάτω απόσπασμα: ''το σκολειό, ας υποθέσουμε, δεν έγινε για να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα, δηλαδή. Έγινε για να μαζώνουνται οι κλήρες, τα παλιόπαιδα, τα διαβολόπουλα. Πώς μπορεί, το λοιπόν, ένας γονιός να τα έχει μπελά απ’ το πρωί ως το βράδυ; Και που συφτάνεται ένας φτωχός να τα θρέψει; Μπορεί να τα χορταίνει κομμάτια; Μήπως χορταίνουν, οι διαόλοι, ποτέ ; Και είναι ικανή μια χήρα γυναίκα να τρέχει από γιαλό σε γιαλό, από βράχο σε βράχο, για να τα συμμαζώνει; Γιατί πληρώνεται ο δάσκαλος; Για να έχει το βάρος αυτό, να είναι οι γονιοί ήσυχοι. Όταν είναι συμμαζωμένα εκεί-δά, μες στο σκολειό, γλυτώνει ο γονιός και καμπόσα κομμάτια παραδείγματος χάριν. Ας τρώνε τα θρανία, που είναι ξύλινα, ας τρώνε τους πίνακες και τα χαρτιά τους, τους τοίχους και το πάτωμα, για να είναι οι νοικοκυραίοι ησυχώτεροι για τις αχλαδιές των, τ��ς βερυκοκκιές των, τες συκιές και τ’ αμπέλια των. Η κάθε μια πανδρεμένη, το λοιπόν, πρέπει να έχει μέρος για να ξεφορτώνεται την κλήρα της, που οι πλιότεροι άνδρες λείπουν χρόνο-χρονικής, η καθεμιά χήρα πρέπει να έχει μέρος για να ρίχνει το στρίγλικό της, τ’ αρφανό της. Η καθεμιά αρχόντισσα να έχει μέρος για να βάζει τον πάπο της, τον χήνο της, κι η καθεμιά φτωχή το θάρρος της και την απαντοχή της. Αυτά, δάσκαλε''..
Τρία αστεράκια έδωσα στο βιβλίο Πρωτοχρονιάτικα και άλλα διηγήματα. Και αυτό γιατί μου άρεσε η ζωντανή και καθαρή γλώσσα του Παπαδιαμάντ�� η τόσο περιγραφική, με την μεγάλη δύναμη να σου δημιουργεί μπροστά σου ζωντανές εικόνες των όσων διαβάζεις ενώ με ενθουσίασε το ύφος και ο τρόπος που παρουσίαζε τους ανθρώπους και τα προβλήματα της εποχής του. Πρόκειται για εορταστικά και μη διηγήματα με διαχρονικό τόνο αφού τέτοιους χαρακτήρες με τέτοιες ιδέες και προβλήματα συναντάμε και σήμερα. Προσωπικά προτιμώ τα Χριστουγεννιάτικα του αφού μου άρεσε ο ελπιδοφόρος και χαρούμενος τόνος που υπήρχε σε αυτά. Τέτοιες μέρες όταν διαβάζω ή βλέπω κάτι που να κινείται ή να αναφέρεται στις γιορτές θέλω να υπάρχει χαρούμενο φινάλε κι αν όχι η ελπίδα να διαφαίνεται. Τα Χριστουγεννιάτικα σε μεγάλο βαθμό αυτό μου το έδωσαν κάτι που δεν συνέβη με τα Πρωτοχρονιάτικα. Επιπλέον βρήκα τις ιστορίες τους πιο κοντά σε εμένα και πιο ενδιαφέρουσες. Αν κάτι κέρδισε ολοκληρωτικά την προσοχή μου σε αυτό το βιβλίο ήταν τα τέσσερα τελευταία διηγήματα του με το έντονο αυτοβιογραφικό στοιχείο μέσα τους. Όπως και να χει πιστεύω πως ο Παπαδιαμάντης είναι ο καλύτερος διηγηματογράφος που γέννησε ποτέ αυτή εδώ η χώρα και αξίζει όλοι μας να τον διαβάσουμε μας αρέσει η όχι το είδος του διηγήματος. Όπως είπα και στην άλλη μου κριτική αν θέλετε να μυηθείτε στο είδος αυτό τότε η αρχή πρέπει να γίνει με τον Παπαδιαμάντη...
This entire review has been hidden because of spoilers.
Δέκα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ονομάζονται πρωτοχρονιάτικα γιατί τα περισσότερα από αυτά είτε διαδραματίζονται τις ημέρες των χριστουγεννιάτικων γιορτών είτε δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά σε εφημερίδες τις ημέρες της Πρωτοχρονιάς και των Χριστουγέννων. Τι να πω για αυτά; Είναι όλα τους εξαιρετικά από λογοτεχνικής άποψης και μας δίνουν πολλά λαογραφικά στοιχεία για τη ζωή των κατοίκων της Ελλάδας και ειδικά της Σκιάθου του 19ου αιώνα.
Αν και ο τίτλος του βιβλίου αναφέρεται σε πρωτοχρονιάτικα διηγήματα, δεν συναντάς διηγήματα πρωτοχρονιάς αλλά χριστουγεννιάτικα και χειμωνιάτικα. Συλλογή διηγημάτων δημοσιευμένα σε εφημερίδες της εποχής, κάποια ωραία κάποια κάπως κουραστικά. δπ
Όμορφα, συγκινητικά διηγήματα από τη μοναδική πένα του Παπαδιαμάντη γραμμένα στα τέλη του 19ου αιώνα και πλούσια σε εικόνες, τραγικούς χαρακτηρες, στοιχεία καθημερινής ζωής, συνήθειες και αντιλήψεις μιας άλλης δύσκολης εποχής στην ελληνική επαρχία. 3,8*