Το μεγαλεπήβολο σχέδιο του Zola να φτιάξει μια σειρά μυθιστορημάτων, τους Ρουγκόν-Μακάρ, μοιάζει σαν μια κούρσα-ταξίδι στον χρόνο, σε μια συγκεκριμένη εποχή, με μηχανοδηγό έναν αληθινά προικισμένο λογοτέχνη που η γλώσσα του και ο νατουραλισμός του αγγίζουν τα ανώτερα επίπεδα της τέχνης στην οποία τάχθηκε. Εμπλέκοντας ένα κεντρικό αφήγημα, εκτινάσσει το συγγραφικό του ταλέντο τόσο μεστά μέσα από τους παραπόταμους των παράλληλων γεγονότων και μέσα από την ικανότητά του να χαλιναγωγεί την γραφή, να μην αφήνει τίποτα εγκαταλελειμμένο στην τυχαιότητα, τίποτα που να χάσκει στο κενό. Όλα εδώ είναι πλουσιοπάροχα, κάθε λέξη έχει ειδικό βάρος και στο σύνολο καρφώνεται στο μυαλό του αναγνώστη μια τόσο καθαρή εικόνα του έξω μα κυρίως του μέσα κόσμου των εμπλεκόμενων προσώπων που ένας σύγχρονος ψυχολόγος θα μπορούσε με δυσκολία να ανταγωνιστεί αυτή του τη δεξιότητα.
Το εν λόγω βιβλίο του Zola είναι αυτοαναφορικό με κύριο άξονα τους δεσμούς φιλίας του λογοτέχνη με τον παιδικό του φίλο Cézanne, οι δυο τους περιστοιχισμένοι από άλλους φίλους καλλιτέχνες σε ένα Παρίσι όπου τα μπιστρό είναι τόπος συνάντησης και μοιράσματος, το γκάζι και οι λάμπες πετρελαίου μετά βίας ζεσταίνουν τα νοικιασμένα ατελιέ των ζωγράφων και ο ιμπρεσιονισμός βγάζει δειλά το κεφάλι του ως καινοτόμα ματιά, ως επαναστατικό ρεύμα. Πρόκειται για την καλλιτεχνική τους πορεία, ιδίως αυτής του ζωγράφου που αγωνιά και ματώνει για να καταφέρει αυτό που φαντάζει ακατόρθωτο, τη δημιουργία του καλύτερου και πιο άξιου πίνακά του, χωρίς εκπτώσεις στο ταλέντο του και τις φρέσκιες ιδέες του, με μια επιμονή που γίνεται σταδιακά εμμονή που τον στοιχειώνει. Αυτή η εμμονή τον αποχαυνώνει λίγο-λίγο, γίνεται η βαριά, ασήκωτη σκιά που τον ακολουθεί σε κάθε του βήμα και όνειρο, μέχρι τον θάνατο.
Ο ελεύθερος βηματισμός ενός νέου ταλαντούχου καλλιτέχνη σκοντάφτει πάνω στην αυστηρή και στείρα γραμμή μιας πεπατημένης, της εγκάθετης, από καθέρδας, γραμμής που δίνεται έτοιμη προς μίμηση από τους δασκάλους. Και εκεί δημιουργείται μια ρωγμή στο χρόνο, το ταλέντο αναφλέγεται, αντιδρά, τινάζεται πίσω και στρίβει για να χαράξει τη δική του τροχιά. Ο δρόμος αυτός κάθε άλλο παρά με λουλούδια είναι σπαρμένος γιατί η ματαιοδοξία του καλλιτέχνη γίνεται το κεντρί που στρέφεται και τον δηλητηριάζει σε κάθε του βήμα. Η αγωνία του και το εσωτερικό του άγχος μας διαπερνά σαν ρεύμα, ο ερεθισμός του είναι σχεδόν μόνιμος, ο διακαής του πόθος να αγγίξει το ιδεώδες τον καταλαμβάνει σαν δαίμονας. Όπως οι ζητιάνοι που τείνουν παρακλητικά το χέρι στον περαστικό ικετεύοντας για ελεημοσύνη, ο καλλιτέχνης τείνει το δικό του χέρι προς το άπιαστο εκλιπαρώντας για τη θεία έμπνευση που θα του προσφέρει το τέλειο, το άριστο που αναζητά.
Οι καλλιτέχνες της αφήγησης, ο Κλωντ (Cezanne), ο Σαντόζ (Zola), ο Ντυμπύς, ο Μαουντώ, ο Σεν, ο Φαζρόλ, ξεκινούν μαζί την πορεία τους και μοιάζει να πίνουν νερό στο όνομα της φιλίας που τους συνδέει σαν ιερό και στέρεο συγκολλητικό υλικό. Μοιράζονται τα πάθη τους, ανταλλάσσουν μοντέλα που στήνονται γυμνά στα ατελιέ τους, τα βήματά τους οδηγούνται ενστικτωδώς στα στέκια όπου θα συναντήσουν τους συντρόφους τους, να μοιραστούν τις εσωτερικές τους αναζητήσεις. Ένα όργιο έμπνευσης και ορμής είναι το κάδρο μέσα από το οποίο εφορμά η ιστορία. Όμως ο καλλιτέχνης όσο κι αν ανήκει κοινωνικά σε ένα σύνολο άλλων ομότεχνών του ή και όχι, παραμένει μια μονήρης προσωπικότητα που ζει μοναχικά το δικό του προσωπικό δράμα, με τον δικό του προσωπικό δραματικό τρόπο. Κι έτσι αλίμονο, όλα αυτά περί συντροφικότητας δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση. Περνώντας από τον στενό διάδρομο της ματαιοδοξίας, χωράει μόνο ένας τη φορά, συνθλίβοντας τη χρυσή αλυσίδα της φιλίας που τους ενώνει. Οι δεσμοί αραιώνουν μέσα στο υγρό του άγριου ανταγωνισμού, σπάνε σαν εύθραυστα διάτρητα κόκαλα και μένει να κοιτάμε τη σκόνη τους που σκορπίζει.
«Προς τι αυτός ο μάταιος αναβρασμός, αν ο άνεμος πίσω από τον άνθρωπο που περπατάει, σαρώνει και παίρνει μαζί του τα ίχνη του; Το είχε νιώσει από πριν πως δεν έπρεπε να επιστρέψει εκεί, διότι το παρελθόν δεν είναι παρά το κοιμητήριο των ψευδαισθήσεών μας και σπάει κανείς τα πόδια του ανάμεσα στους τάφους.»
Οργασμός τέχνης αναβλύζει από την αφήγηση και ο αναγνώστης είναι σε περίοπτη θέση μπροστά στο πανόραμα του Παρισιού των τεχνών του 19ου αιώνα, αυτού των Σαλονιών Τέχνης όπου η δραστηριότητα είναι ασταμάτητη, οι φλέβες του Σηκουάνα πάλλονται μπροστά του και οι γέφυρες που χωρίζουν τη δυτική από την αριστερή όχθη δεσπόζουν μπροστά στο βλέμμα και το χορταίνουν εικόνες της εποχής.
Στο δημιούργημα ξεκινάμε με μια κάψα και μια πυρετώδη πορτοκαλιά θέρμη και μεταβαίνουμε, σιγά-σιγά, στο απόλυτο ψύχος και την παγερή λευκότητα του θανάτου, και το αντιλαμβανόμαστε όταν είναι πια αργά, όταν έχει πια επέλθει η απόλυτη καταστροφή να μας συντρίψει.
Όσο τελείται η μετάβαση από το θετικό στο αρνητικό φορτίο της ιστορίας, γινόμαστε οι αβοήθητοι μάρτυρες μιας αναμέτρησης. Η τομή είναι εγκάρσια, πιάνει τα ζωτικά μας όργανα, δε μας αφήνει αλώβητους. Μένουμε μετέωροι να κοιτάμε το δράμα και τα κομμάτια που αφήνει διάσπαρτα γύρω μας, αμήχανοι, απολύτως ανίκανοι να τα κολλήσουμε ξανά. Βλέπουμε, νιώθουμε, μα αδυνατούμε να βοηθήσουμε. Ωδίνες γέννας διακατέχουν τον ζωγράφο, μια γέννα που αδυνατεί να έρθει σε πέρας· αργός θάνατος για τη γυναίκα-μοντέλο που ο ρόλος της ως γυναίκας του ζωγράφου εξαϋλώνεται για να κερδίσει κατά κράτος ο ρόλος της ως η κεντρική μορφή του δημιουργήματός του. Η ολοζώντανη γυναίκα σβήνει σταδιακά από τον συναισθηματικό χάρτη του ζωγράφου ενώ η μορφή του πίνακα είναι εκείνη που υψώνεται σε αντικείμενο λατρείας. Η αντιζηλία της γυναίκας στρέφεται προς το άυλο πορτρέτο της μέσα σε μια παραφροσύνη, εχθρός της είναι ο ίδιος της ο εαυτός που στήθηκε κάποτε ως μοντέλο μπροστά στον καλλιτέχνη, δίνοντάς του ό,τι πιο ακριβό από την ίδια, προσφέροντας τον εαυτό της ολοκληρωτικά, πνιγμένη από έρωτα.
Ο έρωτας της Κριστίν, της λατρεμένης γυναίκας του Κλωντ, σπάει κόκαλα, είναι κραυγαλέος, ο αναγνώστης σχεδόν τον ζηλεύει, ακόμα και ο πιο αποστεγνωμένος συναισθηματικά θα σταθεί όρθιος με τα συναισθήματά του ξαναμπουμπουκιασμένα, αναστημένος από την απονέκρωσή του. Όμως αυτός γίνεται φωτιά και την πυρώνει, μέχρι να την κάψει ολοσχερώς. Ο έρωτας τής ξεφεύγει, γλιστράει πίσω με την ίδια ορμή που δόθηκε, όπως η άμπωτη, που ρουφάει πίσω όλο το νερό που γέμισε η πλημμυρίδα.
Η πορεία του βιβλίου είναι καθοδική, βουλιάζουμε στον ξεπεσμό όλων των αξιών, μέσα σε μια συντελεσμένη συναισθηματική χρεοκοπία -όπως αναφέρει ο ίδιος ο Zola- φτωχότεροι, ανήμποροι, παγωμένοι.
Κλείνοντας το βιβ��ίο αναφώνησα έκθαμβη, με μεθυστικό ενθουσιασμό, πως θα ήθελα κι άλλο, κι άλλη λογοτεχνία σαν του Ζολά, τόσο πλούσια σε λόγο και εικόνες, τόσο αριστουργηματικά εκτελεσμένη.
Ο Ζολά έφτιαξε το δικό του δημιούργημα, ένα έργο μέσα σε έργο, ένα έργο τέχνης που ξεχειλίζει από τέχνη, που εμπεριέχει την τέχνη και όπου ένα σπινθηροβόλο και οξυδερκές ψυχογράφημα ορισμένων ανθρώπων αλλά και μιας εποχής ξετυλίγεται δραματικά μπροστά στα μάτια μας. Στον Ζολά υπάρχει μια διαφάνεια στη γραφή, όλα πραγματεύονται μέσω ενός σι-θρου ακριβού, θαρρείς, πέπλου που δεν καλύπτει παρά αποκαλύπτει και μέσω αυτού διαφαίνονται ξάστερες και λαμπερές όλες οι αποχρώσεις των προσώπων και των καταστάσεων, ακόμα και οι πιο λεπτές, οι πιο αόρατες. Η ορμή και η ζωντάνια του λόγου συνδράμει αυτή των γεγονότων –και το αντίθετο– και το αποτέλεσμα είναι θαυμαστό.
Τι μένει στο τέλος του δημιουργήματος, μετά την καταστροφή τελικά; Μένει αιώνια η ζωγραφική του Cézanne, τα γραπτά του Zola και τα έργα όλων των υπολοίπων να ζεσταίνουν το κοινό, τη μια γενιά μετά την άλλη, αέναα, χωρίς σταματημό, μέσα στην κοινόχρηστη θάλασσα της τέχνης όπου κανείς μπορεί να κολυμπήσει ελεύθερα και να πιει όσο θέλει.
*Η μετάφραση των εκδόσεων Καστανιώτη ήταν αψεγάδιαστη, καθώς και το επίμετρο, ένα μικρό εύστοχο σχόλιο πάνω στο συγκεκριμένο έργο.