Βασισμένος σ’ ένα πλούσιο αρχείο κειμένων και εκπομπών, ο συγγραφέας αναλύει το ιστορικό της αναγέννησης της ελληνικής Ακροδεξιάς και αναδεικνύει το κρυφό περιεχόμενο της πολιτικής ατζέντας του ΛΑΟΣ.
Τι είναι τελικά το κόμμα του Γιώργου Καρατζαφέρη; Πώς κατάφερε ο ίδιος και οι συνεργάτες του να αναδειχτούν σε πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής; Πόσο δίκιο έχει ο αρχηγός του ΛΑΟΣ όταν διαμαρτύρεται κάθε φορά που τον αποκαλούν ακροδεξιό; Ποια σχέση έχει το κόμμα αυτό με τους χουντικούς, τον Γλίξμπουργκ, τη Χρυσή Αυγή, τον Λεπέν, τον Φίνι και τον Χίτλερ;
Αυτά τα ερωτήματα προκαλούν ακόμη αμηχανία στους τηλεπαρουσιαστές που φιλοξενούν όλο και πιο συχνά τα στελέχη του ΛΑΟΣ στις εκπομπές τους. Απάντηση δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο αν εξετάσει κανείς όσα γράφουν στα έντυπά τους και κυρίως όσα λένε από τις δικές τους τηλεοπτικές εκπομπές αυτά τα στελέχη. Όπως συμβαίνει σε όλα τα κόμματα της σύγχρονης ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, οι συνεργάτες του Καρατζαφέρη ακολουθούν την τακτική του «διπλού λόγου». Όταν εμφανίζονται στο δικό τους ακροατήριο από τις δικές τους τηλεοπτικές εκπομπές τις οποίες παρακολουθούν οι «μυημένοι», ξεδιπλώνουν όλο το πολιτικό και ιδεολογικό τους πρόγραμμα. Είναι αυτό που ο ίδιος ο αρχηγός του ΛΑΟΣ έχει παρομοιάσει με πολιτική «Δούρειου Ίππου».
Ο Δημήτρης Ψαρράς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953. Είναι δημοσιογράφος, μέλος της ερευνητικής ομάδας "Ιός". Εργάστηκε στην "Ελευθεροτυπία" από το 1990 μέχρι τον Ιούνιο του 2012 και ύστερα στην "Εφημερίδα των Συντακτών". Σήμερα αρθρογραφεί στο "Χωρίς Εφημερίδα" (x-efimerida.gr).
Το κόμμα που ίδρυσε ο Καρατζαφέρης και με το οποίο πέτυχε βουλευτική και ευρωβουλευτική εκπροσώπηση, είχε διαφοροποιημένα κάποια χαρακτηριστικά σε σχέση με τα δυτικοευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα. Καταρχήν, όπως αναφέρει ο Δ.Ψαρράς στην εξαιρετική του εργασία, ο ίδιος -αν και ξεκίνησε να παρεμβαίνει ως φιλοβασιλικός- η ανάδειξή του έγινε μέσα στη Νέα Δημοκρατία (και όχι αυτόνομα), της οποίας αποτέλεσε σημαντικό στέλεχος. Ακροδεξιός από πάντα, όχι σαφώς τοποθετημένος σε κάποιο ιδεολογικό ρέυμα της άκρας Δεξιάς (σαν εκείνα της Ευρώπης), κατά κάποιο τρόπο αυτονομήθηκε από το "μαντρί" (ρήση του Αβέρωφ) εξελίσσοντας την αρμοδιότητα που είχε σε αυτό: να κάνει ρεπορτάζ κατά του ΠαΣοΚ. Με τη χορήγηση τηλεοπτικής άδειας από τον Κ.Μητσοτάκη (που τον προώθησε όσο κανείς άλλος) άρχισε σιγά σιγά να παίζει αυτόνομο ρόλο και να συσπειρώνει γύρω του "προσωπικότητες του χώρου" και να εκφράζει την ακροδεξιά πτέρυγα της ΝΔ. Το φιλόξενο σε ρατσιστικές, αντισημιτικές, νεοφασιστικές και αντικομμουνιστικές "διαλέξεις" κανάλι του άρχισε να διαμορφώνει τη μαγιά στελεχών-υπηκόων του που θα αποτελούσαν τον μελλοντικό πυρήνα του σχηματισμού που φιλοδοξούσε να ηγηθεί.
Στην πραγματικότητα -και το τονίζει ο Ψαρράς- το ΛάΟΣ ήταν ένα τηλε-κόμμα. Ένα κόμμα που στήθηκε πάνω σε ένα τηλεοπτικό κανάλι και γαλουχούσε τους οπαδούς του μέσω τηλεοπτικών εκπομπών "διαλόγου", κηρύγματος και τηλεπωλήσεων εθνικιστικών και ανοιχτά φασιστικών βιβλίων. Ο Καρατζαφέρης δεν ήταν κάτι άλλο από διευθυντής του κόμματος, μια και τα όργανα του κόμματος (με στελέχη εν πολλοίς διορισμένα από τον ίδιο) δεν λειτουργούσαν. Όμως στην Ελλάδα ήρθε και κάλυψε έναν πολιτικό χώρο που τότε βολόδερνε, έναν χώρο που την εποχή που ο Καρατζαφέρης αυτονομήθηκε, στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες σημείωνε εκλογικές επιτυχίες. Και γι' αυτό (σε συνδυασμό με τις διαφημιστικές του ικανότητες, λέει ο Ψαρράς) γνώρισε κι ο ίδιος επιτυχία.
Το βιβλίο πιάνει όλη τη διαδρομή του και δεν είναι τυχαίο ότι δεν μιλάει για την ιστορία του ΛάΟΣ ή της ελληνικής ακροδεξιάς, αλλά για του προσώπου που της ηγήθηκε την πρώτη δεκαετία του 2000, διότι ακριβώς ήταν τόσο προσωποκεντρικό το πολιτικό του κόμμα και το ίδιο κουβάλησε και όλες τις παλινωδίες που τον χαρακτήριζαν. Πολύ σωστά ο Ψαρράς δεν εγκλωβίζεται στα σχήματα που περιέγραψαν πολιτικοί αναλυτές την ακροδεξιά στην Ευρώπη. Υπάρχει ιδιαιτερότητα εδώ. Και μια ιδιαιτερότητα που σημειώνει ο συγγραφέας είναι ότι ήταν το μόνο κόμμα που στο καταστατικό του περιείχε (δύο φορές) τη λέξη "μαλάκας".
Ο δημοσιογράφος Δημήτρης Ψαρράς, συγγραφέας του βιβλίου 'Η Μαύρη Βίβλος της Χρυσής Αυγής,' που αποτέλεσε ίσως την πρώτη εργασία σχετικά με την Χρυσή Αυγή, την συγκρότηση, την ιστορία και την δράση της, όταν ακόμη το φαινόμενο Χρυσή Αυγή βρισκόταν εν εξελίξει, παρέδωσε και μία ιδιαίτερα 'διεισδυτική,' πολιτικά όσο και θεωρητικά, μονογραφία για την περίπτωση του κόμματος του 'Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού,' που εν προκειμένω, με επικεφαλής τον Γιώργο Καρατζαφέρη, σημείωσε σειρά εκλογικών επιτυχιών την δεκαετία του 2000, καταφέρνοντας να εκλέξει και βουλευτές στο Κοινοβούλιο. Εάν παρατηρήσουμε βαθύτερα, θα αναφέρουμε πως ο κύκλος των εκλογικών επιτυχιών, μεταφράζεται στην διαμόρφωση μίας συγκεκριμένης κοινωνικής και πολιτικής επιρροής, η οποία και συμβάδιζε με την εκφορά ενός πολιτικοϊδεολογικού λόγου αντι-μεταναστευτικού, εντός του οποίου, η έλευση των μεταναστών κύρια την δεκαετία του 1990 'ενοχοποιήθηκε' για την θεωρούμενη ως 'αρνητική' εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας και για τις προσπάθειες 'απώλειας' της ελληνικής πολιτισμικής ταυτότητας (τα περιώνυμα 'ανοιχτά σύνορα'), παράλληλα με την συγκρότηση ενός κατά βάση πολιτικού-πολιτισμικού μη καθωσπρεπισμού, εκεί όπου αναδείχθηκε εναργώς η μορφή του προέδρου του 'Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού,' Γιώργου Καρατζαφέρη. Ο επικεφαλής του κόμματος, υπήρξε μία πολιτική όσο και τηλεοπτική 'περσόνα,' εάν θεωρήσουμε ό,τι αυτές οι δύο διαστάσεις συνέπιπταν, αρκετά πριν από την ανάπτυξη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, και την εμφάνιση 'αντισυμβατικών' πολιτικών τύπου Μπόρις Τζόνσον στη Μεγάλη Βρετανία. Ως προς αυτό, ο Γιώργος Καρατζαφέρης έτεινε προς την προσίδια συγκρότηση ενός πολιτικού που ομιλεί και πράττει 'ανορθόδοξα,' 'αντισυμβατικά,' λέγοντας 'ό,τι δεν λένε οι άλλοι,' οι περιώνυμοι mainstream πολιτικοί, με την ποιοτική, πολιτικά, 'διαφορά,' να είναι ό,τι ο συγκεκριμένος πολιτικός δεν άμβλυνε τις γωνίες του πολιτικού του λόγου. Ο τρόπος εκφοράς, η καλώς νοούμενη 'λαϊκότητα,' οι αστεϊσμοί επί διαφόρων θεμάτων, δεν 'αποφόρτισαν' τις γωνίες του πολιτικοϊδεολογικού λόγου του 'Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού,' η κομματική οργάνωση του οποίου, αντλούσε από το φαντασιακό ενός 'νέου πατριωτισμού.' Η μονογραφία του μέλους της ερευνητικής ομάδας του 'Ιού' της εφημερίδας 'Ελευθεροτυπία,' προβαίνει σε μία τεκμηριωμένη όσο και κατατοπιστική ανάλυση του κομματικού-πολιτικού φαινομένου 'ΛΑΟΣ' που και λεκτικά-συμβολικά, επεδίωκε διαμέσου της ονομασίας του την εμβάπτιση στα νάματα του εξιδανικευμένου 'λαού' που δεν ζητά παρά το 'δίκιο' του, βαθιά ταγμένος στις ορθόδοξες, θρησκευτικές παραδόσεις, παρακολουθεί την πολιτική-τηλεοπτική πορεία του Γιώργου Καρατζαφέρη από τις απαρχές της, έως την περίοδο της ύστερης Μεταπολίτευσης, χρησιμοποιεί τα κομματικά ντοκουμέντα και τους λόγους του επικεφαλής του 'ΛΑΟΣ' με τέτοιον τρόπο, ώστε αφενός μεν να αναδειχθεί, και, αφετέρου δε να τεκμηριωθεί η ένταξη του συγκεκριμένου κόμματος στην κατηγορία της άκρας Δεξιάς. Όχι χωροταξικά, αλλά βαθιά πολιτικά. Άρα, έχουμε να κάνουμε και μία μελέτη που υιοθετεί τυπολογικά χαρακτηριστικά, συμπεριλαμβάνοντας το συγκεκριμένο κόμμα, ή αλλιώς, τον συγκεκριμένο τύπο πολιτικού κόμματος, με τους δικούς του όρους, όχι στις παρυφές, αλλά εντός του κομματικού-πολιτικού συστήματος. Ο αναγνώστης παρακολουθεί σταδιακά την πορεία του Γιώργου Καρατζαφέρη, την συνύφανση ατομικού και συλλογικού, όπως επίσης και τα εγχειρήματα συγκρότησης παρατάξεων με πολιτικοϊδεολογική ταυτότητα εθνικίζουσα, ενώ παράλληλα δεν εκλείπει και η προσπάθεια ένταξης στο νεότευκτο κόμμα του 'Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού,' στελεχών που έχουν ευρύτερη αναφορά στον χώρο της Μεταπολιτευτικής εθνικιστικής ακροδεξιάς, ώστε να επιτευχθεί η κατασκευή ενός 'αστερισμού,' ενός μπλοκ θέσεων που ως συνεκτικό ιστό είχαν την έννοια του 'έθνους.' Για τον 'ΛΑΟΣ,' η 'άλωση' του κομματικού-πολιτικού συστήματος επετεύχθη 'από τα μέσα,' μέσω αξιοποίησης υπαρκτών αντιφάσεων, μίας 'πανουργίας' επί διαφόρων συμβολισμών, και μίας σχετικοποίησης έως άρνησης ιστορικών συμβάντων (άρνηση της ύπαρξης νεκρών κατά την διάρκεια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου), που ως επιθυμούσαν να προσλάβουν ως εμπρόθετο νομιμοποιητικό άξονα την μετέπειτα πορεία της χώρας, 'σκίζοντας' τις 'σάρκες' της Μεταπολίτευσης που δεν υπήρξε παρά ιδιαίτερου τύπου, 'κλεπτοκρατία.' Η σύντομη, κοινωνικά και πολιτική, παρουσία στο ελληνικό πολιτικό γίγνεσθαι του κόμματος του Γιώργου Καρατζαφέρη, άφησε 'ίχνη' σε αυτό, όντας μία ιδιαίτερη περίπτωση πολιτικού κόμματος-'κομήτη,' σύμφωνα με την θεωρία περί πολιτικών κομμάτων. Το 'ΛΑΟΣ' προέβαλλε ένα ηθικιστικό, κατά βάση, πλαίσιο περί κυβερνητικής διαφθοράς,' επεχείρησε να προσδώσει στον προσεκτικά ιδωμένο αντι-κομμουνισμό του ιστορικό επίχρισμα, προσιδιάζοντας προς ένα νοηματοδοτικό πλέγμα που αντλούσε από το φαντασιακό του τόπου και του χρόνου: 'Εδώ για την Ελλάδα,' ως 'στρατιώτες,' με μία σειρά κινήσεων να του προσφέρει επιρροή σε συγκεκριμένα τμήματα του μπλοκ των λαϊκών-υποτελών τάξεων, δίχως όμως να καταστεί, κοινωνικά, πολιτικά και οργανωτικά, αυτό που δύναται να αποκαλέσουμε μαζικό πολιτικό κόμμα. Η ανάλυση του Δημήτρη Ψαρρά συγκεντρώνει μία σειρά διαφόρων στοιχείων, αποδίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στη διαδικασία της 'τηλεοπτικοποίησης,' παραγνωρίζοντας ως έναν βαθμό βέβαια το βαθύ πολιτικό-ιδεολογικό και προγραμματικό πρόσημο που ενείχε ο 'ΛΑΟΣ,' τις συνδηλώσεις της επίκλησης σε μία ξεχωριστή πολιτική-ηθική 'ανωτερότητα.' Και αυτό το στοιχείο δεν αφαιρεί την ευρύτητα της μονογραφίας, στο βαθμό που αυτή η ίδια ομνύει στον εθνο-κεντρικό 'ιστορικισμό' του πολιτικού φορέα, οι λόγοι ύπαρξης (raison d' etre') του οποίου εξέλιπαν την περίοδο της βαθιάς οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Έτσι, το κόμμα δεν απέκτησε όρια, όσο στερούνταν κοινωνικο-πολιτικού βάθους, φθάνοντας έως του σημείου της κοινωνικής, πολιτικής και εκλογικής του απίσχανσης. Δεν θα το ονομάσουμε όμως συγκυριακό φαινόμενο, λαμβάνοντας πρωταρχικά υπόψιν, από την μία πλευρά το 'ίχνος' που άφησε στην εγχώρια πολιτική σκηνή, και από την άλλη, την μετέπειτα πορεία και εξέλιξη σημαινόντων στελεχών του, όπως ο Μάκης Βορίδης και ο Άδωνης Γεωργιάδης. Απεναντίας, σε αυτή την όντως σύντομη παρουσία, η δυναμική υπήρξε, καθιερώνοντας ως υποδοχέα δυσαρέσκειας, αξιακού τύπου, όχι όμως και φορέα έκφρασης μίας κυβερνητικής εναλλακτικής. Σε αυτό το πλαίσιο, η 'Χρυσή Αυγή,' που ενσωμάτωσε σημαντικό τμήμα της κοινωνικής-εκλογικής βάσης του κόμματος, δεν αποτελεί την απλή 'συνέχεια' του, κατά την αντίληψη μίας μερίδας αναλυτών, εγγράφοντας το δικό της και βίαιο πλαίσιο δράσης. Η 'Χρυσή Αυγή' δεν είναι 'αντίγραφο' των κινήσεων Καρατζαφέρη, αλλά εκφραστής μίας τάσης 'βιαιοποίησης' του πολιτικού συστήματος. Ο Δημήτρης Ψαρράς ιχνηλατεί το κόμμα μαζί με το 'χαμόγελο' του Γιώργου Καρατζαφέρη.
Με το το βιβλίο αυτό ο Δημήτρης Ψαρράς αναλύει πως ο Γιώργος Καρατζαφέρης χρησιμοποίησε την τηλεόραση όχι μόνο για να χτίσει τη δημόσια εικόνα του, αλλά και για να δημιουργήσει έναν δίαυλο επικοινωνίας με ευρύτερα ακροατήρια που μέχρι τότε θεωρούνταν απρόσιτα για την εγχώρια Ακροδεξιά. Εξετάζει τις ρητορικές στρατηγικές του Λα.Ο.Σ., την προσέλκυση ψηφοφόρων από τη συντηρητική δεξιά και τη σύνδεση με ακραίες ιδεολογίες, όπως ο αντισημιτισμός, ο εθνικισμός, ο ρατσισμός και ο κοινωνικός δαρβινισμός. Επίσης είναι σημαντικό το γεγονός ότι φωτίζει τη σύνδεση του ΛΑ.Ο.Σ. με πρόσωπα που αργότερα ενσωματώθηκαν στη Χρυσή Αυγή ή σε άλλα ακροδεξιά σχήματα, δείχνοντας πως το Λα.Ο.Σ. αποτέλεσε «φυτώριο» για πιο ακραίες ιδέες.
Το βιβλίο παρέχει ένα πολύτιμο ιστορικό πλαίσιο για την κατανόηση της αναβίωσης της ακροδεξιάς στην Ελλάδα κατά την περίοδο που η χώρα βρισκόταν σε κοινωνικο-οικονομική κρίση. Ο Ψαρράς δείχνει πώς το Λα.Ο.Σ. συνέβαλε στη νομιμοποίηση ακροδεξιών θέσεων στον δημόσιο λόγο, ανοίγοντας τον δρόμο για την περαιτέρω άνοδο οργανώσεων όπως η Χρυσή Αυγή.
Όπως και σε άλλα έργα του Ψαρρά, το βιβλίο είναι εξαιρετικά τεκμηριωμένο με αποσπάσματα από τηλεοπτικές εκπομπές, ομιλίες και δημόσιες δηλώσεις. Με διεισδυτική ανάλυση εξηγεί πώς τα media μπορούν να λειτουργήσουν ως όχημα για τη διάδοση επικίνδυνων ιδεών της άκρας Δεξιάς και παραμένει επίκαιρο γιατί εξετάζει έναν μηχανισμό που είναι πολύ κρίσιμος για την κατανόηση της σχέσης μεταξύ πολιτικής και μέσων μαζικής ενημέρωσης.