Το καλοκαίρι του 1962 ήταν για κείνον αποκαλυπτικό στον έρωτα και στο θάνατο. Η Ντάλια Βεντάλια ήταν η καθηγήτρια "καταλύτης" στη γνωριμία του με τον πόθο και το φόβο, έτσι όπως διαιωνιζόταν μέσα του εκείνο το ατέλειωτο καλοκαίρι που σφράγισε την εφηβεία του με καύσωνες, θανάτους κι έρωτες... Κι αυτός μόνος, κατάμονος στη μακρινή επαρχία του, ζούσε στους ξέφρενους ρυθμούς του σπιτιού του, βεβαρυμένου από μικροαστικά καθημερινά πάθη, που τα μεγάλωνε η ηχώ της ευαισθησίας του και τα 'κανε ένοχες προσευχές. Μα, πάνω απ' όλα, ήταν η ανάγκη να μάθει πόσο πραγματική ήταν η ζωή του...
Ο Γιάννης Ξανθούλης (English: Giannis Xanthoulis) είναι Έλληνας μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε το 1947 στην Αλεξανδρούπολη από οικογένεια προσφύγων και σπούδασε δημοσιογραφία, σχέδιο και ενδυματολογία θεάτρου. Από το 1969 εργάζεται ως δημοσιογράφος και χρονογράφος, ενώ το πρώτο του μυθιστόρημα, Μεγάλος Θανατικός, κυκλοφόρησε το 1981. Έγινε ευρύτερα γνωστός από τα χρονογραφήματά του στην Ελευθεροτυπία, καθώς και από τα σατιρικά του κείμενα και θεατρικά έργα, πολλά από τα οποία ανέβηκαν σε ελληνικές σκηνές. Έχει επίσης γράψει και εικονογραφήσει παιδικά βιβλία. Βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της ΕΣΗΕΑ.
Δεν νομίζω πως έχω συντηρητικές και παλιομοδίτικες απόψεις και πιστεύω στην ελευθερία του λόγου και της έκφρασης, ειδικά στη λογοτεχνία και ευρύτερα στις τέχνες! Όμως, κάποιοι νεοέλληνες συγγραφείς με έχουν κουράσει με τις εικόνες σεξουαλικής διαστροφής που θέλουν ντε και καλά να μας παρουσιάσουν! Όλοι οι άνθρωποι κουβαλάμε μια φωτεινή και μια λιγότερο φωτεινή πλευρά, και δεν είναι καθόλου κακό να μιλήσεις κάποια στιγμή για τη λιγότερο φωτισμένη, όμως αυτός ο εκβιαστικός τρόπος με εξοργίζει πια. Ακόμα και ο Μαζόχ που περιγράφει κατά κύριο λόγο διαστροφές, είναι απολύτως αποδεκτός για μενα, γιατί οι χαρακτήρες του μπορούν να υποστηρίξουν τα γραφόμενά του!!! Με λίγα λόγα το βιβλίο με απογοήτευσε, το βαρέθηκα και δε βρήκα κανένα μα κανένα νόημα στις σελίδες του. Επ' ουδενί δεν το συστήνω!
Ένα από τα πρώτα βιβλία του Γιάννη Ξανθούλη, που εμένα μου είχε ξεφύγει (κυκλοφόρησε το 1984 και τώρα επανεκδόθηκε). Σε γενικές γραμμές μου άρεσε αλλά αυτό το επίμονο σουρεαλιστικό στοιχείο στα κείμενα του Ξανθούλη με ξενερώνει απίστευτα! Στο βιβλίο ο αφηγητής (ο συγγραφέας;) μας περιγράφει το εφηβικό του καλοκαίρι του 1962 στη Θράκη. Τότε που εγκαταστάθηκε νοικάρισσα στο δωμάτιο του πατρικού του η δασκάλα Ντάλια Βεντάλια και ξύπνησε τα αντρικά του αισθήματα.
Η γνωστή, γνώριμη γραφή του Ξανθούλη που σε άλλους αρέσει και σε άλλους όχι. Σε ένα τελείως κουλό οικογενειακό σπίτι, όπου η μάνα αυτοκτόνησε πηδώντας στον ασβέστη, ο αδερφός του αφηγητή κι η σύντροφός του Ροδόπη (το θέτω κομψά) κάνουν έρωτα καθημερινώς και θορυβωδώς, η θεία Αλκιβιάδα μεγαλώνει το στερνοπούλι της οικογένειας, ο θείος Μπατίστας, γνωστός σε όλη την οικογένεια ότι του αρέσουν "τα ξυνά", ερωτοτροπεί με την άλλη πλευρά της πόλης και πέφτει θύμα των ερωτικών του προτιμήσεων (βρέθηκε κυριολεκτικά σφαγμένος) και μέσα σε όλα αυτά έχουμε και την Ντάλια Βεντάλια και τον μαύρο της μινιόν πάνθηρα Ντε Γκωλ (στην ουσία ένα μαύρο ψωρόγατο). Και η κοινωνική, οικονομική, πολιτιστική Ελλάδα δεν αφήνει ανεπηρέαστο τον αφηγητή.
Ο φίλος του ο Θοδωρής είναι το αποκούμπι του και σε αυτόν εκμυστηρεύεται αισθήματα, όνειρα, ελπίδες, απογοητεύσεις, μαζί σκέφτονται, μαζί κολυμπάνε, μαζί επιστρέφουν το φθινόπωρο στο σχολείο. Και το καλοκαίρι χάθηκε στο χειμώνα, όπως η ζωή χάνεται μες στην αιωνιότητα και μας μένει ο λόγος για να διασώζουμε ό,τι πολύτιμο φυλάττουμε στο σεντούκι των αναμνήσεών μας.
Αναμνήσεις ξανά λοιπόν, μια ελάχιστη δόση έρωτα μεταξύ των αδερφών, πολιτιστικό και κοινωνικό υπόβαθρο, ομοφυλοφυλία, γενικά ό,τι συντηρεί τον κόσμο του Ξανθούλη σε ένα από τα πρώτα του κείμενα που ακροβατεί περίτεχνα ανάμεσα στα βιβλία που μου άρεσαν και σε αυτά που δε μου άρεσαν.
Xρονικό ενός ατέλειωτου καλοκαιριού (καλή ώρα), αναμνήσεις μπερδεμένες με μυθοπλασία, αυτοβιογραφικά στοιχεία και άναρχη - αλλά καθηλωτική - αφήγηση. Δεν είμαι ο μεγαλύτερος λάτρης του Ξανθούλη ωστόσο εδώ η γραφή του είναι σε σημεία τόσο ξεκαρδιστικά χειμαρρώδης όσο και οι συνεντεύξεις του. Κι η πλοκή σουρεαλιστική όσο και τα ονόματα των ηρώων μας: Αλκιβιάδα, Ροδόπη, Ντάλια Βεντάλια και Τίτα Ρίτα, Τίτα Φόνα, Τίτα Πε συνθέτουν ένα ιδιαίτερο θέατρο του παραλόγου.
Δεν πρόκειται για κανένα αριστούργημα αλλά χαμογέλασα αρκετά, κάποιες φορές και γλυκόπικρα - δεν ήταν όλο γέλια και χαρές. Κι αν οι πρωταγωνιστές του δεν είχαν το μυαλό τους μόνο στο κουτούπωμα, μπορεί και να έπαιρνε μεγαλύτερη βαθμολογία. Αλήθεια, η Οικογένεια Μπες-Βγες του ιδίου είναι σίκουελ/πρίκουελ; Γιατί θα μπορούσε απ' τον τίτλο και μόνο...
Σουρεαλιστικό, με τέλειες παρομοιώσεις. Απλά θες ένα μολύβι και να σημειώνεις προτάσεις. Βιβλίο που αν το διαβάζεις καλοκαίρι σε κάνει να το αγαπήσεις ακόμα παραπάνω. Επίσης άνετα μπορείς να διαβάσει μεμονωμένες σελίδες ή και το ξαναδιαβασεις ολόκληρο μετά από καιρό.
Ίσως είναι από τους συγγραφείς που είτε αγαπάς είτε μισείς. Εγώ τελικά τον αγαπώ. Κάτι μου ξυπνάνε οι λέξεις του, κάπως με συγκινούν οι σκέψεις του, κι αυτό το μακρύ, καυτό καλοκαίρι του 62 που ο έρωτας μπλέχτηκε με τον θάνατο και την ενηλικίωση μου μίλησε. Ο Ξανθούλης για μια ακόμη φορά σε παρασέρνει σε ένα γαϊτανάκι ονείρου και πραγματικότητας, τραβώντας σε μέσα σε έναν κυκεώνα συναισθημάτων που δεν γίνεται παρά να αναγνωρίσεις κι εσύ. Λατρεύω τη γλώσσα του, λατρεύω τις παρομοιώσεις του και λατρεύω το πως κάνει ένα βιβλίο τόσο ελληνικό ώστε να στάζει αναμνήσεις η κάθε του σελίδα. Κάποιοι χαρακτηρίζουν πρόστυχο τον λόγο του και υπερβολικές τις σεξουαλικές σκηνές και αναφορές. Μην περιμένετε κάτι διαφορετικό σ' αυτό το βιβλίο. Αλλά δίχως όλα αυτά δεν θα ήταν το ίδιο μεγαλειώδες και αληθινό το "Καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα". Είμαστε όλοι παιδιά του Φρόιντ.
Βαθιά είναι η πληγή του καλοκαιριού του 1962, και η πληγή πολλών άλλων καλοκαιρών. Εκεί, ανάμεσα στον ώμο και στον λαιμό, λίγο πριν χτυπήσει την καρωτίδα. Τρέχει το αίμα στα χέρια μας και μουσκεύει τις πράξεις μας, τις σκέψεις μας, το μελάνι μας, μάτωσε και το μελάνι του Ξανθούλη. Η πληγή έγινε απότομα, από το χέρι αδελφικό, από το χέρι της οικογένειας. Μιας βαθιά προβληματικής και πονεμένης οικογένειας, που αντικαθρεπτίζεται στις σελίδες από τα πρώτα βιβλία του Γιάννη Ξανθούλη, μέσο την οπτική ενός ανώνυμου εφήβου ήρωα, κοντά στα 17. Ο κόσμος του βιβλίου είναι πνιγμένος στην κυνικότητα και στην ασχήμια, στο αφόρητα υψηλό εφηβικό λίμπιντο και στο πάθος, πάθος ερωτικό, πάθος μίσους, απλό πάθος. Προβάλετε ο συναισθηματικός κόσμος του εφήβου στον αληθινό. Ο συναισθηματικός κόσμος, χαρακωμένος από τις επιπτώσεις της καταστραμμένης αυτής οικογένειας, και τις ορμόνες (σε συνδυασμό με μια βαθιά μισογύνης και προκαταληπτική κοινωνία), καταλαμβάνει τις σελίδες, με αποτέλεσμα όλοι οι χαρακτήρες, και ιδικά όλοι όσοι έχουν στενή συγγένειά με τον ήρωα, να γίνονται γουρούνια καταναλωμένα από το σεξ. Δύο εξαιρέσεις υπάρχουν, είναι ο Θεόδορος, ο φίλος του ήρωα που είναι και ο μόνος χαρακτήρας που του δείχνει συμπόνια ως την μέση του βιβλίου, αν και κατέχει και αυτός το εφηβικό λίμπιντο, και η Ντάλια Βεντάλια, η οποία αρχίζει ως ξένη δύναμη προς αποφυγή, καταλήγει ως τρόπος διαφυγής από την πνιγμένο κόσμο του βιβλίου. Στην γραφή ο Ξανθούλης έχει ένα πολύ έντεχνο και αναπτυγμένο στυλ. Παρόμοιος με τους προηγούμενους συγγραφείς του 30 ο λόγος του είναι προφορικός, και το έργο του δεν ακολουθεί αυστηρή δομή. Όπως είπα υπάρχει κυνικότητα και βαριά σεξουαλικότητα, τα οποία όμως παίζουν πιο πολύ στην ανάπτυξη της ιστορίας παρά κάτι άλλο. Προσωπικά το βιβλίο δεν με συγκίνησε ιδιαίτερα, πράγμα οξύμωρο κρίνοντας από την αρχή της κριτικής και το γεγονός ότι ταυτίζομαι πολύ με τον βασικό ήρωα. Του λείπει η ανθρωπότητα, ή η ανθρωπιά που ψάχνω σε ένα καλλιτεχνικό έργο, ή μάλλον καλύτερα πνίγετε μαζί με τον κόσμο του βιβλίου. Στο τέλος, αν και ο ήρωας έχει αναπτυχθεί ως χαρακτήρας, δεν αισθάνεται ποτέ και δεν καταλήγει σε κάτι ανθρώπινα "περίπλοκο", πάντα παραμένει είναι και αυτός, και κατά επέκταση ο κόσμος του βιβλίου, πνιγμένος στην πρώιμος πάθος. Μου θυμίζει την τέχνη του Francis Bacon κατά κάποιο τρόπο. Προτείνετε αν σας ενδιαφέρει η λογοτεχνία, αλλιώς, αν είστε ελαφρύς αναγνώστης, μάλλον δεν αξίζει. Πικρό βιβλίο.
Ακόμα ένα βιβλίο του Ξανθούλη που μου άρεσε. Γραμμένο το 1984, είχε την τύχη να επανεκδοθεί και να ξανα-ανακαλυφθεί από όσους προτιμούν τον συγγραφέα. Τελικά, από όσα βιβλία του ΓΞ έχω διαβάσει μόνο η "Οικογένεια Μπες Βγες" δεν υποφερόταν. Ισχυρές οι αναμνήσεις του συγγραφέα από τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Θράκη. Διατηρεί ουκ ολίγες εικόνες και μνήμες από πρόσωπα και τόπους που φαίνεται ότι έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση του ως συγγραφέα. Επανέρχεται το γνώριμο ονειρικό τοπίο των βιβλίων του Ξανθούλη, εδώ τυλιγμένο στην παρατεταμένη ζέστη του καλοκαιριού του 1962 που διείσδυσε στο φθινόπωρο. Ζέστη, το ξύπνημα του πόθου, η έλλειψη της μητέρας, το βαρύ οικογενειακό ιστορικό, απορρίψεις και αποδοχές, ο φίλος που χάνεται, η ανέραστη, γενική επίτροπος και θεραπαινίς θεία ... Όλα μαζί και πολλά ερωτηματικά για το μέλλον που προδιαγράφεται άδηλον μεν, με τάσεις οριστικής φυγής δε. Αναφέρω τα ιδιαίτερα ονόματα του βιβλίου. Ηρωίδα η Ντάλια Βεντάλια, η θεία Αλκιβιάδα, η Ροδόπη. Δευτερεύοντες ήρωες με τον τρόπο τους, ο θείος Μπατίστας, η Μπουρού και η Τίτα Ρίτα, Τίτα Φόνα, Τίτα Πε, οι 3 τελευταίες ως ένα πρόσωπο. Ενδιαφέρον το εξώφυλλο, ιδιαίτερο. Η εντύπωση μου όταν το είδα ήταν ότι θα διάβαζα περί ομοφυλοφιλικών ερώτων αλλά δεν προέκυψε κάτι τέτοιο στην πλοκή.