Οι κεραίες της εποχής μου, που μοιράζεται σε δύο τόμους, είναι το απότοκο της γνωστής εκπομπής του Ανταίου που μεταδίδεται στην ΕΤ-1, με συνεντεύξεις συγγραφέων από όλο τον κόσμο. Σε αυτόν τον πρώτο τόμο συγκεντρώνονται οι επαφές του με μια σειρά τριάντα τριών συγγραφέων. Υπάρχει μια φόρμα που ακολουθείται, σαν ιεροτελεστία, και που μεταφέρεται σχεδόν σε κάθε κεφάλαιο: η επίσκεψη στον εκάστοτε τόπο διαμονής του συγγραφέα, η πρώτη επαφή του συνεργείου με την πόλη, η είσοδος στο σπίτι του συγγραφέα. Σε αυτά τα σημεία ο Ανταίος κάνει σκέψεις και μεταφέρει εντυπώσεις από την πρώτη επαφή καθώς και μερικές φορές, θυμάται προγενέστερες και μεταγενέστερες της συνέντευξης συναντήσεις με κάποιους από τους συγγραφείς – μεταφέρεται έτσι μια σχέση με πολλούς που ξεφεύγει από τα στενά όρια της συνέντευξης. Ο αναγνώστης μέσα από τα κεφάλαια θα έρθει σε επαφή με αυτά τα τηλεοπτικά επεισόδια, με την αφήγηση του Ανταίου να αντικαθιστά την τηλεοπτική συνεργασία. Οι διάλογοι γεννούν ενδιαφέρουσες σκέψεις, όχι μόνο για το έργο των δημιουργών αλλά και για το πως βλέπουν την λογοτεχνία, πως εργάζονται, τι συνήθειες έχουν. Αναδύεται από το βιβλίο όλο τελικά μια αγάπη για το διάβασμα, τα βιβλία και την γραφή
Εμένα με συνεπήραν τα σημεία όπου συγγραφείς διαφορετικών γενιών, γεωγραφικών και λογοτεχνικών τόπων συγκλίνουν. Όπως για παράδειγμα η αγάπη για το βιβλίο και το διάβασμα: διαβάζουμε γιατί δεν είμαστε ικανοποιημένοι απο αυτόν τον κόσμο, την πραγματικότητα γύρω μας. Είτε προέρχονται από οικογένειες που διάβαζαν, είτε μεγαλωμένοι σε σπίτια δίχως ούτε ένα βιβλίο, οι συγγράφεις είναι άνθρωποι που από μικροί στράφηκαν στην ανάγνωση. Καταβρόχθιζαν βιβλία. Ο Λιόσα λέει πως όταν τελείωνε τα βιβλία έγραφε την συνέχειά τους για να απαλύνει τον καημό του. Ο Όστερ θα πει πως μέσα από τα βιβλία ζούμε ζωές άλλων. Αυτό το καταφύγιο της λογοτεχνίας που λειτουργεί σαν μια μορφή αντίστασης και επανάστασης, κάνει τους δικτάτορες να θέλουν να την ελέγξουν και να την λογοκρίνουν. Ακριβώς το ίδιο εκφράζει ο Λιόσια, ο Γιασμίνα Χ΄ντρα, ο Κάρλος Φουέντες και ο Ταμπούκι, καταλήγοντας ο καθένας με τον τρόπου πως για αυτό οι συγγραφείς είναι σημαντικοί για τη δημοκρατία. Ο Βάζλερ λεει "Αν ο κόσμος μάς εξέφραζε, δεν θα υπήρχε ούτε λογοτεχνία ούτε θρησκεία". Διαβάζουμε και γράφουμε για να βρούμε έναν καλύτερο κόσμο.
Σε μια συνέχεια αυτής της συλλογιστικής έρχεται το κρίσιμο ερώτημα «ποιος γίνεται συγγραφέας;» Ένας δεινός αναγνώστης, είναι η απάντηση, είναι αναμενόμενο κάποια στιγμή να προσπαθήσει να γράψει. Ο επιμένων θα καταλήξει συγγραφέας. Έτσι λέει ο Γερμανό Ντάνιελ Κέλμαν. Το ίδιο λέει και ο Θέρκας: γράφεις από αγάπη για το βιβλίο - γράφεις όμως κι από την τριβή με τα βιβλία, από μιμητισμό: θέλω κι εγώ να γράψω όπως ο τάδε. Ο Θέρκας λέει πως ηθελε να γράψει γιατί του αρέσαν οι ιστορίες. Μα το λέει και ο Πολ Όστερ: "πρωτίστως γράφουμε γιατί διαβάζουμε" και οι νέοι μιμούνται κάποιον συγγραφέα αγαπημένο. Ο Νίκολο Αμανίτι και ο Ρονκαλιόλο, με μια εκπληκτική σύμπνοια σκέψης, παραδέχονται πως έγραφαν και διάβαζαν για να ξεφύγουν από μια πραγματικότητα στην οποία δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν (του πρώτου τα απαιτητικά και άχρωμα φοιτητικά χρόνια, του δεύτερου η επιστροφή με την οικογένειά του σε ένα Περού σε κατάσταση πολέμου) . Όπως λέει κι ο Ταμπούκι, η ίδια η ζωή δεν είναι αρκετή για τους συγγραφείς, και έτσι γεννάνε λογοτεχνία.
Άλλο ένα σημείο που αξίζει να σταθεί κανείς, και που εμένα με έχει απασχολήσει είναι η αμφισημία της λογοτεχνίας. Ένα χαρακτηριστικό που χαρακτηρίζει όχι μόνο τα βιβλία αλλά και τους ανθρώπους που αγαπάνε τη λογοτεχνία. Όπως για παράδειγμα λέει ο Αντόνιο Ταμπούκι "Η λογοτεχνία δεν έχει βεβαιότητες, δεν μπορεί να παραδίδει μαθήματα. Τα πράγματα μπορούν να είναι έτσι, μπορεί να είναι κι αλλιώς". Ο Θερκας λέει πως η ασάφεια είναι η ουσία της λογοτεχνίας. Και πως το μυθιστόρημα δεν περικλείει μια αλήθεια - η αλήθεια είναι πολύπλευρη. Στη συνέντευξη του Βάλζερ αναφέρεται μια άκρως εύστοχη άποψη του Νιτσε: στη λογοτεχνία συμπάσχουμε και με τον Αχιλλέα και με τον Έκτορα. "Λογοτεχνία είναι τελικά να μην μπορείς να διαλέξεις αναμεσά στους δυο". Και ο Κιουρέισι θα συμπληρώσει αυτό τον προβληματισμό αναγνωρίζοντας πως βάζει ήρωές του να λένε πράγματα που δεν πιστεύει ο ίδιος απαραίτητα. Είναι πειραματισμοί και παιχνίδια με τις ιδέες, που τελικά αποτελούν διαπληκτισμούς και διαφωνίες με τον ίδιον τον συγγραφέα. Με άγγιξε πολύ αυτή η αμφισημία που κρύβεται στην λογοτεχνία. Φύσει αναποφάσιστος, ίσως θρέφομαι από ιστορίες γιατί κρύβουν ακριβώς αυτήν την διττότητα. Για αυτό, μεταξύ άλλων, αγαπάω κι εγώ τη λογοτεχνία: επειδή τίποτα δεν είναι μόνο έτσι, αλλά και αλλιώς.
Σε ένα βιβλίο που κουβαλάει λόγια μεγάλων συγγραφέων περιμένει κανείς να βρει όμορφα λόγια πάνω σε ποικίλα θέματα που άπτονται της πολιτικής (κάτι που ο ίδιος ο Ανταίος λογικά θα προκαλεί με την ξεκάθαρη αριστερή πολιτική του ταυτότητα), της Τέχνης και εν γένει της ζωής. Ήρθα λίγο πιο κοντά στην δήλωση του Τόμας Μαν για την ανωτερότητα της μουσικής ανάμεσα στη Τέχνες, που με έχει στοιχειώσει, αλλά που με τα λόγια του Χάρι Μούλις μου έγινε πιο σαφής : "Σημασία στην Τέχνη έχει η μορφή. Αν δεν ήταν έτσι, δε θα υπήρχε η μουσική, που είναι μόνο μορφή. [...] Κι ακριβώς επειδή στη μουσική συμπίπτουν μορφή και περιεχόμενο, πρόκειται για την αρτιότερη μορφή τέχνης." Ή ο Κέλμαν όταν λέει πως ένα βιβλίο πρέπει να διαβάζεται για αισθητικούς λόγους, μιλώντας για τις προσδοκίες ανθρώπων να διαβάσουν ένα "σοβαρό" βιβλίο, ένα εξαιρετικό "ιστορικό" βιβλίο κι ούτω κάθε εξής. Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω παραπάνω!
Το βιβλίο αναδεικνύει ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα που σε κάποιους θα αρέσει, άλλους ίσως όμως ενοχλήσει. Γιατί υπάρχει κάτι που επαναλαμβάνεται στις αναζητήσεις του Ανταίου: πολλοί από τους συγγραφείς είναι αριστεροί όπως κι ο ίδιος. Τυγχάνει να έχει μεγαλύτερη εκτίμηση για αυτούς; Θεωρώ πως ένας άνθρωπος με διαμορφωμένες απόψεις, δημιουργεί συγγένειες. Οι οποίες άλλους αναγνώστες θα αφήσουν αδιάφορους, άλλους θα τους ενοχλήσουν. Βγάζει, όμως, μια ζεστασιά αυτή η εγγύτητα, δείχνει πως ο Ανταίος μιλάει για πράματα που αγαπάει. Έτσι το βιβλίο δεν είναι μια στεγνή και απρόσωπη αποτίμηση αυτών των τόσο ενδιαφέροντών συναντήσεων. Μερικές φορές δημιουργούνται και σχεδόν κινηματογραφικές διαστάσεις, όπως ο Γκραχαμ Γκριν που αποδεικνύεται πως για να τον δεχτεί την συνέντευξη, επιστράτευσε τις κατασκοπικές του ικανότητες και έκανε μια τρίμηνη έρευνα για τις πολιτικές πεποιθήσεις του Ανταίου Χρυσοστομίδη. Έτσι τον δέχεται από πολιτική εγγύτητα και σεβασμό για αυτόν και τον πατέρα του που τιμωρήθηκε σκληρά επί χούντας.
Τελικά τι είναι αυτό το βιβλίο; Ένα βιβλίο για τους βιβλιόφιλους, για ανθρώπους που γράφουν ή θέλουν να γράψουν. Τα λόγια τούτων των ανθρώπων μπορούν να είναι μπούσουλας, φάρος, δεκανίκι στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νέοι δημιουργοί. Μα ακόμα παραπάνω είναι ένα βιβλίο για τους λάτρεις των βιβλίων. Γιατί οι συγγραφείς πρωτίστως είναι αναγνώστες. Ο Μπόρχες έτσι έβλεπε τον εαυτό του κατά προτεραιότητα: αναγνώστη, όχι συγγραφέα.