Jump to ratings and reviews
Rate this book

Το γένος: το ιερό και το βέβηλο

Rate this book
Greek

399 pages, Paperback

First published January 1, 1992

8 people want to read

About the author

Ratings & Reviews

What do you think?
Rate this book

Friends & Following

Create a free account to discover what your friends think of this book!

Community Reviews

5 stars
1 (16%)
4 stars
2 (33%)
3 stars
2 (33%)
2 stars
0 (0%)
1 star
1 (16%)
Displaying 1 - 2 of 2 reviews
December 12, 2020
Ο Κασόλας γράφει ένα βιβλίο χυδαίο, αθυρόστομο, πολιτικώς ανορθόδοξο, φλύαρο, πομπώδες, γραφικό, υπερβολικό, γελοίο, παρατραβηγμένο, αηδιαστικό, μίζερο και παιδαριώδες. Δηλαδή ακριβώς αυτό που χρειάζεται για να περιγράψει τη Νεοελληνική μας παράνοια από τις αρχές του 20ου αιώνα ως την Μεταπολίτευση, το σωτήριον έτος 1985 (Ιούνιος - Οκτώβριος).

Δεν είναι επ' ουδενί ιστορικό μυθιστόρημα. Είναι σπονδυλωτό, μια συρραφή ανθρώπινων διηγήσεων και χαρακτήρων κάτω από μια κοινή αφηγηματική αφορμή: Πέντε εκατομμύρια δραχμές σε δεσμίδες των εκατό, τις οποίες βρίσκει στοιβαγμένες πίσω από την πόρτα του ένας από τους κεντρικούς ήρωες της ιστορίας, ο Ορφέας Αράκινθος. Κι επειδή ο Κασόλας υπήρξε και βοηθός σκηνοθέτη του Nτίνου Δημόπουλου, το μυθιστόρημά του είναι σαν να λέμε: πώς θα έμοιαζε αισθητικά και ιδεολογικά ο Θίασος του Θόδωρου Αγγελόπουλου, αν είχε αναλάβει την παραγωγή του η Φίνος Φιλμς - Ιλαροτραγωδία.

Δεν μπορώ να βρω άλλο τρόπο για να χαρακτηρίσω αυτό το αριστουργηματικό grand-guignol, όπου έχει τα πάντα από παιδεραστές, κτηνοβάτες, κερατάδες, εραστές, γκασταρμπάιτερ, κουμουνιστές, πασόκους, χουντικούς, αναστενάρηδες, τραπεζικούς, υπαλλήλους δημοσίου, δημοσιογράφους, συνταξιούχους, επιχειρηματίες, εργάτες, πολιτικούς ηγέτες, οργισμένους εφήβους, πόρνες, ζιγκολό, ομοφοβικούς, κρυπτογκέι, φαντάρους, καθηγητές κολεγίου, απατεώνες, μαφιόζους, πρόσφυγες, ομογενείς όλα αυτά δηλαδή που ο Πορτοκάλογλου συνόψισε στο Χωρίς αμορτισέρ:

Είμαστε πρώτοι και τελευταίοι
είμαστε αθώοι, απατεώνες και γενναίοι.
Είμαστε πρώτοι και τελευταίοι,
αριστοκράτες και φρικτοί μικρομεσαίοι,
ακροβάτες και λαθραίοι,
προδότες, Σουλιώτες κι αδέσποτοι κι ωραίοι
.

Ο Κασόλας αναπτύσσει μέσα σε 400 σελίδες ένα πανόραμα της εθνικής μας παραφροσύνης, βασισμένο στην αντίθεση ανάμεσα στο ιερό και το βέβηλο στοιχείο, τα οποία διατρέχουν τη ψυχοσύνθεσή μας και μας κάνουν να ακροβατούμε ανάμεσα στη τρέλα και τη σοφία, την αλήθεια και το ψέμα, την αγάπη και το μίσος, τη ζωή και το θάνατο, τη φτώχεια και τον πλούτο, τη μνήμη και τη λήθη.

Και αυτή ακριβώς η αντίθεση φαίνεται από το εξώφυλλο κιόλας, της πρώτης έκδοσης του 1992, το οποίο είναι φιλοτεχνημένο από τον ζωγράφο Ράλλη Κοψίδη, και αντί να εικονίζει τον Άη Γιώργη να σκοτώνει το δράκο, παριστάνει τον δράκο να σκοτώνει τον Άη Γιώργη:

description

Η γλώσσα του πεζοδρομίου συνυπάρχει με μια εξαίσια, ποιητική, γεμάτη ευαισθησία και λυρισμό έκφραση, στην ίδια σελίδα, την ίδια παράγραφο, ακόμα και στην ίδια πρόταση. Και δεν ξέρει κανείς τι να κάνει με αυτούς τους σκόπιμα υπερβολικούς χαρακτήρες (Ο Αράκινθος για παράδειγμα έχει πάει με όλον τον τηλεφωνικό κατάλογο των Αθηνών, Αττικής και Περιχώρων - τα γυναικεία ονόματα - και έχει και γυναίκα και παιδί - πόση σαβουροβαρβατίλα πχια). Να γελάσει; Να κλάψει; Να τους αγαπήσει; Να τους μισήσει; Και δεν ξέρω πόση από τη ζωή μου και από τον ίδιο μου τον εαυτό μπόρεσα να διακρίνω μέσα τους, αλλά υπάρχει σε όλους αυτούς τους αθεόφοβους κάτι εξαιρετικά οικείο, στις συμπεριφορές, στις σκέψεις, τις ιδέες τους που με τρομάζει και με θέλγει και που δεν θέλω να αποτελώ μέρος του αλλά δεν ξέρω κιόλας αν γίνεται να μη.

Και μέσα σε όλα, πάνω από όλα υπάρχει το χρήμα. Ο τρόπος που ο συγγραφέας σκιαγραφεί τη σχέση των Νεοελλήνων με το χρήμα μπορεί από μόνος του να αποτελέσει έναν ολοκληρωμένο οδηγό για το πως καταλήξαμε στην οικονομική κρίση του 2008. Με ποιους τρόπους το αποκτούμε, τι σημαίνει για τον καθένα η παρουσία ή η απουσία του, τι είδους δύναμη εξασφαλίζει και πόσα δεινά μπορεί να προκύψουν εξαιτίας του ή να αποφευχθούν χάρη σε σε αυτό. Γι' αυτό πολεμάμε, γι' αυτό σκοτώνουμε και σκοτωνόμαστε, με αυτό σωζόμαστε και σώζουμε, το σπαταλάμε σε λάθος πράγματα και το συσσωρεύουμε για λάθος λόγους, το θεωρούμε δικό μας όταν δεν μας ανήκει και δεν το υπολογίζουμε όταν μας περισσεύει.
Θα παραθέσω ένα ενδεικτικό απόσπασμα:

"Το παιδί το είχε στείλει ο πατέρας του ο υποδηματοποιός πέντε χιλιόμετρα μακριά από το χωριό, σ' έναν αγρότη, εξοχήτη, να του παραδώσει ένα ζευγάρι σολιασμένα παπούτσια κι εκείνος να του δώσει ένα πενηντόδραχμο. Το παιδί πήγε, πήρε το πενηντάρι και το κρατούσε σφιχτά γιατί ήξερε τι αντιπροσώπευε αυτό για την οικογένειά του σ' εκείνα τα χρόνια του εμφυλίου, τότε που κυνηγούσαν τον πατέρα του χίτες και χωροφύλακες για τη συμμετοχή του στο αντάρτικο. Εκείνο το πενηντάρι στη χούφτα του σήμαινε καλαμποκίσιο αλεύρι για δέκα μέρες τροφή!

Αλλά ήταν άνοιξη και το παιδί ήταν παιδί... και πότε πετροβολώντας πουλιά και πότε κυνηγώντας σαύρες ή μαζεύοντας λουλούδια, χάνει το πενηντάρικο και χρειάστηκε να γυρίζει χιλιόμετρα, μπρος πίσω χωρίς να το βρίσκει!

Κι άρχιζε να βασιλεύει κι όλο πλησίαζε η νύχτα. Και το παιδί έκλαιγε. Πονούσε κι έκλαιγε και δεν έβλεπε το δρόμο από τα δάκρυα. Κι όλο θερμοπαρακαλούσε το Θεό να δώσει να το βρει. Μα κείνος δεν έδινε! Κι αυτό κάθε τόσο έπεφτε στα γόνατα στα χαλίκια, έκανε σταυρούς και μετάνοιες κι έταζε τον εαυτό του για πάντα σ' Αυτόν! Μα αυτός όλο και σκίαζε και νύχτωνε όλο.

Και να, επιτέλους, κάποιο αεράκι φύσηξε μόλις κρύφτηκε ο ήλιος, και το πενηντάδραχμο κουνήθηκε πίσω από μια πέτρα! Και το παιδί το είδε και το βούτηξε με την πιο άγρια λαχτάρα του κόσμου. Κι ενώ έπρεπε να σταματήσει τα κλάματα ξέσπασε σ' άλλα.

Κι ενώ έπρεπε να γονατίσει για να ευχαριστήσει το Θεό, άρχισε να τον μουντζώνει. Γιατί, Αυτός, για πολλές ώρες (που ήταν αιώνες) είχε κατεβάσει αυτό το παιδί στην άβυσσο και δεν έπρεπε.

Το Χριστό σας, γαμημένα, ψιθυρίζει τώρα ο Ορφέας και κλωτσάει τον πάκο των χρημάτων, γιατί αυτός ήταν τότε εκείνο το παιδί
".

Για όλες τις γενιές που έζησαν ανάμεσα στην πείνα και τη βουλιμία, η μέση λύση δεν υπήρξε ποτέ ως επιλογή. Για εκείνους στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν ή όλα ή τίποτα. Θύματα και συνάμα θύτες όπως για παράδειγμα ένας άλλος μυθιστορηματικός χαρακτήρας, ο Νικήτας Ορφανός όπου στο μικρό του όνομά του συνυπάρχει η νίκη με την ήττα και που τελικά καταλήγει να τα έχει έχει όλα και να μην έχει τίποτα και είναι, όπως και το επώνυμό του, ορφανός:

"Κι ο Νικήτας βλέποντας το ταξί να χάνεται ένιωσε έρημος, όπως κι όταν ένας Γερμανός φίλος του (κι αργότερα πεθερός του) τον πήγε στο κόμμα του Στράους (σσ. Franz Josef Strauss, επικεφαλής του CSU, ανήκε στο λόμπι που υποστήριζε τη χούντα των συνταγματαρχών) και πολλοί από την παρέα τον απόφευγαν μετά για τον λόγο αυτό. Και περισσότερο μόνος ένιωσε την ημέρα που έφυγε από το Μόναχο ο θείος Χάιμ κι αυτός ακολουθούσε από μακριά την παρέα που τον συνόδευε στο Σταθμό. Όπως έρημος και τρομοκρατημένος ένιωσε και πάλι όταν, πάνω που είχε ανοίξει την ταβέρνα το "ATHENIAN" έλαβε μια ανώνυμη επιστολή από κάποιον Γερμανό που τον έβριζε και τον απειλούσε πως θα του κάψει το μαγαζί, αν δεν τα μαζέψει να φύγει αμέσως. Να φύγεις να γυρίσεις στην πατρίδα σου, Έλληνα ξένε, γουρούνι. Να φύγετε όλοι οι γκασταρμπάιτερ".

Έτσι είναι πάνω κάτω όλοι οι χαρακτήρες, από τη μια τους συμπονάς από την άλλη θες να τους ρίξεις δυο ξανάστροφες. Εκτός από έναν, δευτερεύοντα χαρακτήρα, αυτόν τον αγάπησα περισσότερο από όλους και τον ξεχώρισα ανάμεσα στους άλλους, έναν πολιτικό πρόσφυγα που επέστρεψε από την Τασκένδη και που δεν τον άφησαν να φέρει στην Ελλάδα λίγο χώμα από τους τάφους των γονιών του και γι' αυτό αισθάνεται πως δεν έχει το δικαίωμα να επιστρέψει πίσω στο χωριό του, χωρίς εκείνο το ελάχιστο που απέμεινε από εκείνους.

Το βιβλίο φαίνεται πως είναι εξαντλημένο. Αλλά και να μην ήταν δεν θα σας ενθάρρυνα να το διαβάσετε. Είναι κουραστικό, πλατειάζει, παρουσιάζει συχνά πράγματα πρόσωπα και καταστάσεις με μια υπερβολή που ξεπερνάει τα όρια και γίνεται χυδαίο, είναι ακραία σεξιστικό - ίσως επειδή στο κέντρο της αφήγησης βρίσκεται μια αντροπαρέα πάνω στην οποία προβάλλονται και μεγεθύνονται όλες οι διαστροφές και οι παθογένειες της νεοελληνική πατριαρχικής κοινωνίας. Και η έκδοση έχει και ορθογραφικά, τυπογραφικά λάθη. Δεν παύει ωστόσο στη συνείδησή μου να είναι ένα αριστουργηματικό λογοτεχνικό κείμενο, μοναδικό στο είδος του. Μια μαύρη βίβλος, τίποτε ιερότερο, τίποτε πιο βέβηλο. Εγώ κι εσείς κι αυτοί: Εμείς.
Displaying 1 - 2 of 2 reviews

Can't find what you're looking for?

Get help and learn more about the design.