Το Μανχάτταν είναι όπως στις ταινίες και στα μυθιστορήματα: οικείο και ταυτόχρονα διαφορετικό σε σπίτια, φύλα, ρόλους... Έχεις την αίσθηση ότι εδώ κάτι μπορεί να γίνει και με την περίπτωσή σου. Μαθαίνεις να μιλάς κατευθείαν, χωρίς τις μακροσκελείς εισαγωγές και τις απολογητικές αγιοποιήσεις της Ευρώπης. Mπορείς να είσαι και παιδιάστικος, και γελοίος, και σοβαρός, και πολύ έξυπνος. Εδώ όλα φαίνεται να επιτρέπονται εκτός από τη βλακεία, την έλλειψη στυλ ή το να κάνεις κάτι με μισή καρδιά, όπως διάβασα κάπου... Εδώ επιβιώνεις χωρίς να το κάνεις θέμα. Οι ιδιαιτερότητές σου δεν διαφέρουν και πολύ από των άλλων. Των χιλιάδων άλλων. Αποκτάς το δικαίωμα στην αδιαφορία επιτέλους. Κι αυτή η ανωνυμία, τόσο ερωτική, να παίζεις όποιο ρόλο επιθυμείς, όπως στις μεταμορφώσεις της ελληνικής μυθολογίας... Τι δώρο! Να είσαι εντελώς άγνωστος. Ή, για να γίνω κατανοητός, a complete unknown...
Ο Κωνσταντίνος Τζούμας ήταν Έλληνας ηθοποιός, ραδιοφωνικός παραγωγός και συγγραφέας.
Γεννήθηκε στον Πειραιά και μεγάλωσε στο Πασαλιμάνι και στην Αθήνα με επιδόσεις στη βιβλιοφαγία, στους κλασικούς μυθιστοριογράφους, στον κλασικό αθλητισμό, στο πινγκ-πονγκ, στο μπιλιάρδο και στο ροκ εντ ρολ.
Απέφυγε τα αμφιθέατρα των πανεπιστημίων και προτίμησε τη δράση των δρόμων, των καφέ και των ταξιδιών. Διάλεξε την ηθοποιία από αντίδραση στην αντίληψη που θεωρούσε τους ηθοποιούς ελαφρών ηθών. Διδάχτηκε θέατρο στη Δραματική Σχολή Αθηνών και έκανε χορό με τη Ζουζού Νικολούδη, τον Άλβιν Νικολάις, τον Μερς Κάνινγκχαμ και τον Άλβιν Έιλυ. Στη Νέα Υόρκη έμαθε να επιβιώνει χωρίς να το κάνει θέμα. Εγκατέλειψε το χορό, γιατί «βαριά η καλογερική». Έπαιξε στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Για αρκετά χρόνια είχε καθημερινή εκπομπή στο ραδιόφωνο.
Το 2008 εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο του με τον τίτλο Ως εκ θαύματος, το οποίο αποτελεί το πρώτο μέρος μιας αυτοβιογραφικής τριλογίας, που συνεχίζεται με το Complete unknown (2009) και ολοκληρώνεται με το Πανωλεθρίαμβος (2010).
Παρά την τακτική μου να μην βαθμολογώ βιβλία ή ταινίες (όταν έβλεπα κάποτε, στην άλλη μου ζωή) που έχω παρατήσει στη μέση, γιατί "δεν είναι δίκαιο, μπορεί ο συγγραφέας να κάνει ρελάνς στις τελευταίες σελίδες", έχω βαρεθεί να βλέπω αυτό τον επιτηδευμένο εμετό στα ράφια της βιβλιοθήκης μου που αγόρασα μάλιστα υπογεγραμμένο με αφιέρωση σε πολυτονικό ("Όταν μια νύχτα σου δίνεται ολόκληρη, ποτέ δεν την ρωτάς τι ώρα είναι")-γουάτ δεν φακ- έτσι όμως ήταν το αντίτυπο μου, έτοιμο, αγορασμένο από τον Ιανό. Βλέποντας κάποιες κριτικές δεν είμαι ο μόνος τελικά που παράτησα αυτή την ωραιοπαθή μαλακία (όπως βέβαια όλες οι μαλακίες είναι ωραιοπαθείς) γραμμένο από έναν αθεράπευτα νάρκισσο που περνάει τον ναρκισσισμό του για εστετισμό για βαλκάνιους (που τους σιχαίνεται όμως), την ίδια ωραιοπαθή φιγούρα που περιφέρει στις συνεντεύξεις τώρα σε μορφή αυτοβιογραφίας, wait for it, αυτός είναι ο 2ος τόμος μιας τριλογίας, γιατί θέλει τρία βιβλία να γράψει την ζωή του ο Τζούμας, το μέγεθος του βεντετισμού του συγκρίνεται με αυτό του Κένεθ Μπράνα που έβγαλε την αυτοβιογραφία του στα 29 του. Η αντιπαθητική καλλιτεχνίζουσα και εστέτ περσόνα (ΟΚ, και αστεία) του "Κωνσταντέν" στους Απαράδεκτους, του "Τάκη" στους "Δύο Ξένους" και του "Ξαδέρφου Κάρολου" στους "Μεν και Δεν" (Μα τι γνώσεις έχω για τις ελληνικές σειρές των 90s) δεν απέχει τελικά από τον ίδιο, μα πόσο μισούσε την Ψωροκώσταινα, τι δημιουργικός που ήταν στην Νέα Υόρκη, τι εξαντρίκ που ντύνονταν, ω γάμα μας. Και τι στο διάολο ; Γιατί εγώ πάντα τον νόμιζα gay ("δεν κρίνω" που λέει και ο Λιάγκας) , τελικά από ότι φαίνεται γαμούσε πολλά γκομενάκια. Πάντως θα ήταν ιδανικός να ενσαρκώσει ένα από τα Αφεντικά μου (ΙΔΙΟΣ). Ή τον Κουμανταρέα. Ναι, Κωνσταντέν, τσίμπα ένα αστεράκι. Ίσως να μην έχω αντιληφθεί βέβαια ότι το βιβλίο σου λειτουργεί σε πολλά "γκεστάλτ". Ίσως να μην είμαι έτοιμος να εισχωρήσω στους χώρους της διανόησης.
Πάντα θεωρούσα ολίγον αυτάρεσκους όσους γράφουν την αυτοβιογραφία τους. Δηλαδή η πεποίθηση ότι η ζωή κάποιου ήταν τόσο σημαντική ώστε να την διηγηθεί ο ίδιος είναι ολίγον πρωτοφανής σε όσους από εμάς ζούμε μια τυπική καθημερινότητα. Συνήθως οι αυτοβιογραφίες κινούνται γύρω από κάποια σημαντικά γεγονότα που ξεπέρασαν και τον ίδιο το συγγραφέα ή περιγράφουν μια γενικότερη κατάσταση μιας εποχής. Η αυτοβιογραφία του Τζούμα, είναι σαν διαδρομή με ταρίφα από Αιγάλεω έως Διόνυσο με φούλ κίνηση: ξεκινάει ωραία, είναι διασκεδαστική αλλά δεν καταλήγει πουθενά στο τέλος. Ο Τζούμ φαίνεται ότι έζησε μια περίοδο ατέρμονης ανεμελιάς στην Ν.Υ. χωρίς να έχει δουλέψει ούτε δέκα λεπτά, που θα ήταν ωραία να ζήσει κάποιος αλλά στο τέλος την βαρέθηκε και ο ίδιος: στο βιβλίο κυριολεκτικά δεν γίνεται τίποτα: 600 σελίδες με σκηνικά τύπου "μπαίνω σε ένα Χ artistic cafe δεν έχω φράγκο να πληρώσω τον καπουτσίνο αλλά επειδή η κουκλάρα καφετζού με γουστάρει πάμε για ένα στα γρήγορα στην αποθήκη, ενώ στο δίπλα τραπέζι κάθεται ο Χ celebrity και σχολιάζει το κούλ Ελληνικό στύλ μου".
Είναι εκπληκτικό πόσες γκομενάρες γλέντησε ο Τζούμ, καθώς επίσης και πόσο εύκολα περνούσαν από δίπλα του εντελώς τυχαία προσωπικότητες σαν τον Πώλ Νιούμαν και την Κάντι Ντάρλινγκ. Και είναι τόσο εξόφθαλμα υπερβολικό που από κάποιο σημείο και μετά δεν πιστεύεις τίποτα. Πόσες φορές θα διαβάσεις για σεξάκι, κοκταίλ, ξενύχτι, πάρτι κ.α. κάπού θέλεις και μια σκληρή δόση πραγματικότητας. Και για να είμαι σαφής: δεν είναι άσχημο βιβλίο αλλά από την 400 περίπου σελίδα και μετά είναι βαρετό και χωρίς νόημα. Η ζωή του Τζούμ (όπως την φαντάστηκε; έζησε; δεν ξέρω) δεν οδηγεί πουθενά (παρά μόνο στο επόμενο πάρτι), η ηθογραφία της κοινωνίας μονόπλευρη (όλοι χαλαροί αρτίστες μποέμ, κοινοί θνητοί δεν υπάρχουν) και το ποτό δεν τελειώνει ποτέ. Φαντάζομαι ότι και τα βιβλία του τεράστιου Ζάχου Χατζηφωτίου κάπως έτσι θα είναι...
Δεν ξέρω αν θα επιδιώξω να διαβάσω το τρίτο μέρος. Αν πέσει στα χέρια μου καλώς, καθώς είμαι περίεργος για να δω τι θα έλεγε για την σύγχρονη τηλεόραση, τον Ελληνικό κινηματογράφο (Νικολαϊδης, Τάσιος κ.α.) αλλά φοβάμαι ότι θα είναι μία από τα ίδια.
Αν και χειριζόταν εξαίσια τον λόγο, ακόμη μια φορά με εξέπληξε η καταπληκτική αφηγηματική ροή του Τζούμα. Ο τρόπος που σκιαγράφησε το πορτέρο της Νέας Υόρκης, τη μετέτρεψε σε κανονική πρωταγωνίστρια της ιστορίας. Με κινηματογραφική υφή και κοινωνιολογικό ενδιαφέρον, έφερε στην επιφάνεια τα γνωστά και άγνωστα τοπόσημα μιας μυθικής εποχής, που σπουδαία πρόσωπα των τεχνών άρχισαν να κατασκευάζουν δρόμους αιωνόνιους και σαγηνευτικούς. Ήταν μια αναγεννησιακή περίοδος που έξοχες και έξαλλες ζυμώσεις λάμβαναν χώρα σε παγκόσμιο και τοπικό επίπεδο. Κάπως έτσι, η Νέα Υόρκη έγινε το σπίτι εκατομμύριων ψυχών που κυνηγούσαν ευκαιρίες και κομμάτια από τη θεότρελη καθημερινότητά της. Αυτό που είναι πραγματικά αξιοσημείωτο ήταν το χαρακτηριστικό του Τζούμα να παρατηρεί χωρίς να αφορίζει αλλά ούτε και να εκθειάζει, πάντα όμως μέσα σε μια έξαψη αισθήσεων και ερεθισμάτων.
Καταγραφή μιας εποχής, μιας πόλης, μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας (αυτό αξίζει) συνδυασμένη με παρουσίαση των καλλιτεχνών του θεάτρου, του κινηματογράφου και της μουσικής. Δεν έχει καμία δομή. Είναι μια απλή καταγραφή που σε εισάγει σε έναν κόσμο.
Παρόλο που συνεχίζει, όπως και στο πρώτο βιβλίο, με ενδιαφέρουσες αφηγήσεις και ανάλαφρο τρόπο, γίνεται πολύ εκτενής ακόμα και με περιττές περιγραφές ή επαναλαμβανόμενος με ζητήματα κυρίως γύρω από τις σχέσεις του με τις γυναίκες. Σχεδόν το μισό βιβλίο ίσως να έπρεπε να περικοπεί
I found it pretty amusing book. It's a very detailed narrative book about the vigorous life in New York City that makes me feel that I can't miss it. It's a quite hilarious book with hilarious stories. Last but not least I spend a wonderful time "hanging around" with this book.