Απ’ το 1975 μέχρι το 2005. Απ’ το Χάππυ Νταίη έως το Εγώ δεν..., με την επιθυμία κάτι να γίνει.
Τι όνειρα και τι πολλά κι εκείνα τα δάση με τους κορμούς των ανθρώπων που πυρπολούνται από διάθεση για αλλαγή μέσα από σκέψεις του κακού αλλά πράξεις του καλού, τι καρκίνωμα η ευτυχία, πόσο δύσκολη η συνεργασία, τι γελοιότης η διασημότητα και τι κατάρα να σε επισκέπτεται όταν δεν σε αφορά, γιατί εν τω μεταξύ η πολύτιμη ρουτίνα έγινε ο μεγάλος σιγαστήρας που σβήνει τον κρότο απ’ τη λεηλασία του χρόνου, αυτή την ανθρώπινη επινόηση, το χρόνο, που έχει το θράσος να καταπιέζει χοροπηδώντας απ’ το θρίαμβο της σχετικότητάς του.
Και τι πανωλεθρίαμβος όταν επιτέλους γλιστράνε από πάνω σου τα παραφερνάλια της εικόνας που ’χουν οι άλλοι για σένα, εσύ για τον εαυτό σου, οι άλλοι για τον εαυτό τους, εσύ για τους άλλους... Τι έλεγα; Δεν μπορώ να συνεχίσω.
«Ποτέ δεν είπα πως είμαι βαθύς, αλλά είμαι βαθύτατα ρηχός», τραγουδάει ο Τζάρβις Κόκερ.
Ο Κωνσταντίνος Τζούμας ήταν Έλληνας ηθοποιός, ραδιοφωνικός παραγωγός και συγγραφέας.
Γεννήθηκε στον Πειραιά και μεγάλωσε στο Πασαλιμάνι και στην Αθήνα με επιδόσεις στη βιβλιοφαγία, στους κλασικούς μυθιστοριογράφους, στον κλασικό αθλητισμό, στο πινγκ-πονγκ, στο μπιλιάρδο και στο ροκ εντ ρολ.
Απέφυγε τα αμφιθέατρα των πανεπιστημίων και προτίμησε τη δράση των δρόμων, των καφέ και των ταξιδιών. Διάλεξε την ηθοποιία από αντίδραση στην αντίληψη που θεωρούσε τους ηθοποιούς ελαφρών ηθών. Διδάχτηκε θέατρο στη Δραματική Σχολή Αθηνών και έκανε χορό με τη Ζουζού Νικολούδη, τον Άλβιν Νικολάις, τον Μερς Κάνινγκχαμ και τον Άλβιν Έιλυ. Στη Νέα Υόρκη έμαθε να επιβιώνει χωρίς να το κάνει θέμα. Εγκατέλειψε το χορό, γιατί «βαριά η καλογερική». Έπαιξε στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Για αρκετά χρόνια είχε καθημερινή εκπομπή στο ραδιόφωνο.
Το 2008 εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο του με τον τίτλο Ως εκ θαύματος, το οποίο αποτελεί το πρώτο μέρος μιας αυτοβιογραφικής τριλογίας, που συνεχίζεται με το Complete unknown (2009) και ολοκληρώνεται με το Πανωλεθρίαμβος (2010).
Στην πρώτη σελίδα του τρίτου πονήματος του Τζουμέϊτορ γράφει ότι τα καλύτερα παιδιά, για τα οποία είχε πεί κάτι στο πρώτο βιβλίο, κουράστηκαν αλλά δεν γύρισαν σπίτι γιατί δεν υπήρχε πλέον σπίτι. Λάθος αγαπητέ Τζούμεράϊζερ, σπίτι υπάρχει πάντα αλλά τα καλύτερα παιδιά από τα ποτά, τα κοκτέϊλ, τα πάρτι, τα ντρόγκια, τους παθιασμένους έρωτες και τις υγρές νύχτες πρέπει να μπερδεύτηκαν στο ταξί και να μην είχαν ιδέα που πρέπει να πάνε. Μετά το ημιφώς των φίφτις και των σίξτις και τις απρόβλεπτες μέρες των σέβεντις, τότε που πήγαινες στο τοπικό καφέ να πάρεις ένα σάντουις με σαλάμι και έβλεπες τον Γούντι Άλλεν παρέα ξέρω 'γω με την Κάρεν Μπλάκ να τρώνε μακ εντ τσίς, ο Τζούμ-Λί επιστρέφει στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης του ορθόδοξου ΠΑΣΟΚ (του καλού) και μπλέκεται με το κρέμ-ντε-λα-κρέμ της αριστεροκουλτούρας (αυτών που με το που ανέβηκε το ΠΑΣΟΚ ξεμύτισαν σε φάση "τι έχει να φάμε;"). Και σε πρώτη φάση λέω "ΝΑΙ ΡΕ ΓΑΜΩ!" γιατί περιμένω να διαβάσω κανένα αιχμηρό σχόλιο για την αδηφαγία της εποχής τα βολέματα, το πολιτιστικό παρακράτος, κανένα ζουμερό ίνφο για το πως γίνονταν οι δουλειές έτσι αλλά τελικά ο Λί-Βάν-Τζόυμ αποδεικνύεται πιο απολιτίκ και από κονσέρβα με σαρδέλες (σε σάλτσα ντομάτας). Τα χρόνια περνάνε αλλά δεν το καταλαβαίνουμε, βασικά ούτε ο Τζουμ-Α-Κάς γιατί το βιβλίο είναι ένας ερωτικός χείμαρος με τον Μέγα Τζουμερικό να πηγαίνει από γκόμενα σε γκόμενο ξανά σε γκόμενα ενδιάμεσα από πάρτυ, ποτάρες, παραστάσεις, θέατρα κ.α. Ενδιάμεσα γκρινάζει για τους κυρ-Παντελήδες και τους μάτσο μέν και ανά δύο τρεις σελίδες πετάει ονόματα διάσημων που υποτίθεται ότι τους ξέρουμε και πιάνουμε το ρέφερενς. Οκ τα περισσότερα τα έπιασα αλλά βασικά στα τέτοια μου δεν έχουν καμία σημασία γιατί το βιβλίο είναι εξακόσιες σελίδες απογοήτευση, ούτε μια συμβουλή ζωής, ούτε ένας απολογισμός της προκοπής, ούτε τύψεις ούτε τίποτα. Όπως τα περιγράφει τα πάντα έρχονται και φεύγουν με ιδιαίτερη ευκολία, ακόμα και η εγκυμοσύνη της Αμερικανίδας γκόμενας κλείνει σε φάση "Έλα μωρέ, εγώ δεν είμαι για τέτοια" - "Εντάξει μωρέ το ξέρω κούλ" - "Οκ τα λέγαμε". Άραγε είχε προκλήσεις η ζωή του Μι-Λι-Τζούμ ή κάθε μέρα και άλλο πάρτι ενώ η ζωή του έφερνε εξάρες; Δεν ξέρω αλλά είμαι λίγο καχύποπτος σε αυτά: ο Τζούμ-Τζούμ μου θυμίζει αρκετά εκείνο τον καλοκάγαθο θείο που είχαμε μικροί (αυτόν που φωνάζαμε "θείο"): σε κάθε περίσταση έβγαινε μάγκας χωρίς να χάνει το στυλ του και "είχε τριάντα γκόμενες στην ηλικία μας". ΄Ομως συγκρίνοντας τον Λι-Βαν-Τζούμ με το θείο νομίζω θα κρατήσω τον δεύτερο: 1. Δεν ήτανε σνομπαρίφας 2. Μας αγαπούσε πραγματικά 3. ΄Έκανε κανένα μερεμέτι (έβαψε το εφηβικό μου δωμάτιο) 5. Μας έδινε κρυφά μπύρα 5. Έσκαγε έκτακτη ενίσχυση Κολοκοτρώνη. Λυπάμαι Τζούμ σε συμπαθούσα αλλά...
Το τελευταίο και καλύτερο βιβλίο της τριλογίας. Η επιστροφή στην μεταπολιτευτικη Ελλάδα έχει έντονες και ενδιαφέρουσες εναλλαγές ιστοριών και πλέον μπαίνει και ο προσωπικός σχολιασμός του παρελθόντος του, πράγματα που δείχνουν πόσο πολυσχιδης, ενδιαφέρουσα και πρωτοποριακή προσωπικότητα ήταν ο Τζούμας. Δυστυχώς και εδώ δεν αποφεύγει τα πλατιασματα για βαρετές και επαναλαμβανομενες καταστάσεις έναντι των παραλήψεων για περιπτώσεις που θα ήταν πολύ ενδιαφέρουσες. Παρόλο που το πρώτο μισό είναι σχεδόν βαρετό, το υπόλοιπο βιβλίο είναι το καλύτερο κομμάτι εκ των τριών βιβλίων. Θα έλεγα ότι από πλευράς αξίας το 1ο βιβλίο παίρνει 3/5, το 2ο 2/5 και αυτό 4/5. Δεν ξέρω εάν πρέπει να τα συστήσω ή όχι σε ένα υποψήφιο αναγνώστη. Παρόλα αυτά, υπό το φόβο μην τα παρατήσει, θα πρότεινα με το που βαρεθεί κάποιος, να πιάσει το 3ο βιβλίο και ας χάσει τα επεισόδια των άλλων δύο
Όλη η τρίτομη αυτοβιογραφία του Κ. Τζούμα είναι πολύ ενδιαφέρουσα, γιατί σου γνωρίζει την καλλιτεχνική ζωή και τους καλλιτέχνες από το 1970 περίπου έως και σήμερα σχεδόν. Σχέσεις, θίασοι, χοροδιδάσκαλοι, άνθρωποι της πνευματικής-καλλιτεχνικής ζωής της Αθήνας και έπειτα της Νέας Υόρκης περνούν μέσα από τις σελίδες των τριών τόμων. Αφηγήσεις και από πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, κυρίως Λονδίνο, και οπωσδήποτε από τις γειτονιές της καλλιτεχνικής Αθήνας. Αν γνωρίζεις σε ικανοποιητικό βαθμό τα πρόσωπα, τα οποία άλλοτε αναφέρει ρητά άλλοτε με ψευδώνυμα, γνωρίζεις και τον καλλιτεχνικό κόσμο της Αθήνας. Άπειρες σελίδες αναλώνει στις ερωτικές του σχέσεις, αρκετές στις εκπομπές του. Γενικώς πρόκειται για μια τριλογία που οποιοσδήποτε θέλει να γνωρίσει την καλλιτεχνική ζωή της Ελλάδας οφείλει να τη διαβάσει. Η γραφή του είναι όμορφη, δεν σε κουράζει, το αντίθετο. Κόλλημα μάλλον του ίδιου η γραφή των ξενόφερτων λέξεων με διπλά σύμφωνα. πιννέλλο, αττάκκα κτλ.
Εξαίσιο κλείσιμο της τριλογίας. Από όλη την ανάγνωση κατάλαβα ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος προσπαθούσε να εκμαιεύσει ψήγματα τέχνης από παντού. Είχε πράγματι αυτό που λέμε καλλιτεχνική ματιά. Έτοιμος για αναθεωρήσεις και συνδιαλλαγές, υπήρξε τουλάχιστον πηγή χαράς στη ζωή του, με τις αδυναμίες του πάντα, όπως όλοι. Ίσως να ήταν η καλύτερη αυτοβιογραφία που έχω διαβάσει!