Κι έρχεται η Έρση και σου πετάει τα κομμάτια στο πάτωμα και σου λέει «φτιάξτο τώρα». Χωρίς εικόνα, χωρίς οδηγίες, χωρίς τίποτα. Μόνο δυο λέξεις σου λέει: ζιγκ, ζαγκ. Σαν αυτά που κάνει η ζωή, σαν αυτά που κάνουν οι άνθρωποι για να γλιτώσουν όταν τους κυνηγάνε, σαν αυτά που κάνεις όταν ζαλίζεσαι απ’ το ποτό, αλλά κι όταν δεν ζαλίζεσαι αλλά δε θες να δεις την πραγματικότητα.
Δεν πρέπει να πω και πολλά για τους ήρωες και την πλοκή, γιατί είναι τέτοια η δομή που αν δεν την ανακαλύψεις σιγά σιγά χάνεται η ομορφιά, το ζιγκ ζαγκ. Θα σας πω μόνο ότι είναι ένα ζεστό καλοκαίρι στην Πάτρα, με θέα την Παλιοβούνα, με στέκι το Banana moon και με άρωμα νερατζιάς και χλωροφορμίου νοσοκομειακών διαδρόμων. Τα πάντα στο σύμπαν της Σωτηροπούλου είναι διπολικά, ΜΠΕΚΕΤικά και λειτουργούν ως φάρσα. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Η Λία έχει προσβληθεί από τον Hcnvmb, έναν όχι-ιό, που εξαπατά τον οργανισμό και τον βάζει στη διαδικασία να συμπεριφέρεται ως άρρωστος. Ο Σιντ αγαπάει πολύ την αδελφή του τη Λία και για να της το αποδείξει αλλάζει όνομα και τη στήνει στον βίαιο νοσοκόμο της. Ο Σωτήρης ντρέπεται για το ανώμαλο πάθος του, όταν αγχώνεται κλείνεται στο κοτέτσι και θα προσπαθήσει να βγάλει από τη μέση τη δωδεκάχρονη Νίνα, που κανείς δεν ξέρει ότι αυτό το καλοκαίρι, «ένα καλοκαίρι ουρανοκατέβατο, που οι λέξεις είχαν χάσει το νόημά τους και όλα πήγαινα στραβά» ψιθυρίζει παντού «σ’ αγαπώ» για έναν κάποιο Στέφανο. Η Τζούλια, βρίσκει πολύ «κουλάτη» την όλη φάση και θα λειτουργήσει ως συνδετικός κρίκος.
Ο τρόπος που η Σωτηροπούλου διαπλέκει τα γεγονότα και χτίζει τους ήρωές της για μένα ήταν μοναδικός. Σκηνές ζωής, καθημερινές, που υπάρχουν, συμβαίνουν δίπλα μας, δοσμένες μέσα στον παραλογισμό τους ως κάτι απολύτως φυσικό. Δυο γέροι με πιτζάμες, ένας χωρίς τη μασέλα του κι ένας με καθετήρα σχολιάζουν την απόδοση των μετοχών του ΤΙΤΑΝΑ ανάμεσα στις νερατζιές του νοσοκομείου, ένας κινέζος παίρνει κάθε βράδυ τηλέφωνο τον Σιντ και θέλει να του πουλήσει συνδρομή, ο πατέρας του Σωτήρη επαναλαμβάνει γραφικά την επωδό του «αφήστε τα πρόβατα στους τσοπάνους». Ελληνική πραγματικότητα, ανθρώπινα πάθη, χιούμορ, λυρισμός, πόνος, όλα ξεπετάγονται μέσα από κάθε καινούριο ζιγκ ζαγκ της ιστορίας και σε κεντρίζουν «σαν ένα νύχι μπηγμένο στον εγκέφαλο». Και δεν είναι τυχαίο που το μόνο πλάσμα που δεν αλλάζει χαρακτήρα, διάθεση και στάση στο βιβλίο είναι η μάινα: «Γεια σου,Μαρία», επαναλαμβάνει. Μια φράση κοινή, ένα όνομα κοινό, που γίνεται το μοτίβο που θυμίζει πως οτιδήποτε κοινό και απαράλλαχτο δεν είναι για τον άνθρωπο. Για τον άνθρωπο είναι η ζωή. Και η ζωή είναι μια φάρσα.