Αν ήξερα γράμματα και μπορούσα να τα γράφω και να τα λέω, θα έβαζα το μυαλό μου να δουλέψει και θα έβρισκα τη λύση. Θα έβρισκα γιατί γίνονται όλα αυτά. Από πού ξεκίνησε και πού θα φτάσει αυτό το μαρτύριο που μας φαίνεται σαν μια καλή ευκαιρία. Μια ευκαιρία που κάθε μέρα σαν λυσσασμένο σκυλί τρώει τις σάρκες μας. Πρώτη φορά μάς βάλανε στο κέντρο και μας είπανε ότι αξίζουμε κάτι, πρώτη φορά μάς κάνανε πρώτο θέμα και μας πείσανε να προσπαθήσουμε να πετύχουμε. Κι εμείς τα χάψαμε όλα αυτά. Και να ’μαστε τώρα στη μέση της ερημιάς να προσπαθούμε εσαεί μονάχοι μας και απελπισμένοι. Καλύτερα που δεν ξέρω γράμματα, καλύτερα που δεν μπορώ να τα κάνω λέξεις όλα αυτά και να τα βροντοφωνάξω στον κόσμο. Θα τα χαλούσα όλα και θα έφερνα το τέλος πιο κοντά. Τα κουκουλώνω με σιωπή και απραξία και αφήνω τη ζωή να μας σύρει και να μας ρίξει όπου θέλει.
Με φόντο τη σύγχρονη Ελλάδα, μια γυναίκα παλεύει με ανήμερα θεριά για να επιβιώσει. Δεν ξέρει γράμματα κι αυτός είναι ο καημός της. Διαθέτει, όμως, το απαραίτητο τσαγανό ώστε να καταγγείλλει τον υλιστή Νεοέλληνα, και απέραντη αγάπη ώστε να στέκει οπλισμένος φρουρός δίπλα στον άντρα και στο γιο της και να τους θυμίζει ότι δικαιούνται και οφείλουν να απαιτήσουν το μερτικό τους από τη ζωή.
Ο Γιώργος Μανιώτης είναι ένας από τους πολυγραφότερους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς. Γεννήθηκε το 1951 στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στη Θεσσαλονίκη. Από μικρός, μόλις δεκαεννέα ετών δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Νέρων» και ακολουθεί το πρώτο του θεατρικό «Ηγέτες και Αξιώματα» (1971, εκδόσεις Δωδώνη). Πολλά από τα θεατρικά του έργα έχουν παιχτεί με επιτυχία σε θέατρα, θεατρικές σκηνές, στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση.