Στις 15 Φεβρουαρίου 1854 ο Ντοστογιέφσκι βγαίνοντας απ’ το κάτεργο της Σιβηρίας, όπου έζησε τέσσερις μαρτυρικές χρονιές με συντροφιά το Ευαγγέλιο, περνά απ’ το Ομσκ και φτάνει στο Σεμιπαλατίνσκ για να υπηρετήσει στη φρουρά του, όπως απαιτούσε η απόφαση του στρατοδικείου που τον καταδίκασε. Εκεί κάνει τη γνωριμία της γαλλορωσίδας Μαρίας Ντημητρίεβνας Ισάγιεφ, εγγονής κάποιου γάλλου πολιτικού εξόριστου από χρόνια εγκατεστημένου στη Ρωσία, και του άντρα της, ενός αλκοολικού δασκάλου. Το παράταιρο ζευγάρι δέχεται με συμπάθεια σπίτι του τον εξόριστο στρατιώτη, και, χωρίς να το υποπτεύεται, με τη θαλπωρή του, δίνει τις πρώτες βοήθειες για τη νέα του εξόρμηση στη ζωή.
Ο Ντοστογιέφσκι γίνεται ήρωας μυθιστορήματος κατά την πρώιμη περίοδο της συγγραφικής ζωής του. Ο Τ. Αθανασιάδης δηλώνει ότι τα γεγονότα είναι προϊόντα μυθοπλασίας, ωστόσο μεταφέρει και εκφράζει στο βιβλίο του έντονα το θρησκευτικό συναίσθημα του Ντοστογιέφσκι και την πίστη του στο καλό. Δημιουργεί τον ήρωα Ντοστογιέφσκι με τέτοια ευαισθησία ψυχής που αμέσως νιώθεις να συμπάσχεις μαζί του και να εύχεσαι για για κάθε καλό στη ζωή του,ενώ οι περιγραφές της ρωσικής στέπας είναι υπέροχες....