«Κι αν δεν ξαναγυρίσουμε εδώ ποτέ, ακόμα καλύτερα».
«Ναι. Μαζί σου κι όπου θέλεις!»
Η Ισαβέλλα ανατρίχιασε. Τον ίδιο αυτό λόγο, χτες, τον είχε ακούσει κι από τον Έννερη. Είχαν κάνει οι δυο τους την ίδια ομιλία. Και τούτη δω, σήμερα, της φαινόταν σαν ένας αντίλαλος απατηλός, σα μια αντανάκλαση φλόγας σε γυαλί, σαν κάτι που έμοιαζε πολύ με την ευτυχία που είχε χάσει, μα που δεν ήταν αυτή, δεν ήταν».
Οι λέξεις που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να συγκρίνει τα συναισθήματα της ηρωίδας και με τους δυο άντρες είναι δοσμένες με τον πιο μελαγχολικά όμορφο τρόπο.
Η γραφή του Ξενόπουλου με μαγνήτισε από την πρώτη φορά που τον διάβασα στον Κατήφορο. Συνέχισα με τους Μυστικούς Αρραβώνες και έπειτα με την Αναδυόμενη.
Το παραπάνω απόσπασμα ανήκει στο διήγημα Ισαβέλλα που κυκλοφορεί μαζί με τη Στέλλα Βιολάντη. Η Στέλλα Βιολάντη, αν και είναι από τις ιστορίες που έχουμε συνδέσει πιο στενά με τον Ξενόπουλο, δεν μου άρεσε. Η πλοκή ήταν πολύ βίαιη, πολύ σκοτεινή.
Η Ισαβέλλα ήταν μια ακόμη πιο σκοτεινή ιστορία, αλλά τόσο αριστουργηματικά γραμμένη, που με άγγιξε.
Δεν είναι ένα βιβλίο που θα σας προκαλέσει συναισθήματα χαράς, αλλά αν και εσείς αγαπάτε τον Ξενόπουλο εξίσου, δεν έχετε πάρα να το διαβάσετε…