Έπινε μπίρες στο «Γκάλαξι». Φορούσε το ίδιο σακάκι. Aυτή τη φορά ένα τσαλακωμένο μαλακό καπέλο ήταν ακουμπισμένο στον πάγκο, δίπλα του. Tο βρήκα συγκινητικό, σκέφτηκα πως έτσι δηλώνει στους άλλους ότι η θέση είναι πιασμένη. – Ίβο, Man muss essen, είπα κι επειδή έμοιαζε να μην καταλαβαίνει, έβαλα μερικά δάχτυλα στο στόμα μου. Essen, τρώω. – A, essen, είπε χαμογελώντας και έπιασε το χέρι μου από τον καρπό για να το δαγκώσει. Essen. – Arbeit kaputt, είπα. – Για πάντα; – Για πάντα. Bασιλίσσης Σοφίας, ξέρεις; E, αύριο φωνές, απεργία, αλλά τίποτα. – Άλλη δουλειά; – Δεν ξέρω, εσύ ξέρεις; – Oδός Xαβέλσκα, είπε. Πράγα, αγορά, τούριστ πίτσα. Bλέπεις, θέλουν ωραία κορίτσια, σέρβις. Γέλασα. Tα αστεία του είχαν κάτι θλιβερά υπαινικτικό. – Άλλη δουλειά έρχεται, είπε. – Πού τη βλέπεις; – Tη βλέπω. Όλο ταξίδια, reisen.
Amanda Michalopoulou (Greek: Αμάντα Μιχαλοπούλου) is a Greek author known for her novels, short stories, and children's books. She studied French literature in Athens and journalism in Paris and later worked as a contributing editor for Kathimerini. She began her literary career with short stories, winning the Revmata Prize in 1993. Her debut collection Life is Colourful Out There appeared in 1994, followed by award-winning titles such as I'd Like, which earned the National Endowment for the Arts' International Literature Award in 2008. Her novels include Octopus Garden and Bright Day, and her writing has been featured in The Guardian, Harvard Review, and World Literature Today. Widely translated into 20 languages, she currently teaches creative writing and divides her time between Athens and Paris.
Όσες φορές αντέξεις. Μια με το ζόρι, κουνιαδα του Κάφκα. Και αφού η συγγραφεύς έβαλε τελεία, αυνανιστηκε μπροστά στον μπρούτζινο ολοσωμο καθρέφτη και αναφωνησε "Τι γράφω η πουτανα". Fin
Η ιστορία έχει ως εξής: μια γυναίκα αναζητά σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη τον εραστή της μετά από ένα ατύχημα που φαίνεται να έχει προκαλέσει ο ίδιος και στο οποίο εμπλέκεται μια αινιγματική συγγραφέας, η οποία λέγεται ότι αντιγράφει τον Κάφκα… στη διαδρομή συναντά ανθρώπους από το παρελθόν της και φτάνει ολοένα πιο κοντά στον Ίβο (ο εραστής της) χωρίς ποτέ να τολμά να τον αγγίξει… αν εξαιρέσει κανείς το ύφος που θυμίζει αυτόματη γραφή, κάποιες ατυχείς διαστροφικές σκηνές, καθώς και τους ακατανόητους διαλόγους ανάμεσα στους εραστές, εφόσον ούτε τσέχικα γνωρίζω, ούτε γερμανικά, το βιβλίο αυτό αποτελεί μια μέτρια προσπάθεια αποτύπωσης μιας βασανιστικής μοναξιάς με ένα, ομολογουμένως, αναπάντεχο τέλος. Ήταν όλη αυτή η περιπλάνηση άσκοπη; Στο τέλος, η ίδια η ηρωίδα του βιβλίου αποπνέοντας πληρότητα δηλώνει «τώρα πια μπορώ να επιστρέψω σ’ ένα οποιοδήποτε σπίτι». Η αναζήτησή της έχει καταφέρει να αναπληρώσει τα κενά των άρρητων ανασφαλειών της; Να αναπληρώσει τις ελλείψεις λόγω της ανάγκης της για ετεροκαθορισμό της προσωπικότητάς της; Ικανοποιεί τα ταπεινά της ένστικτα; Τι σχέση έχει ο Κάφκα με όλα αυτά; Οι σχετικές απαντήσεις δίνονται στο τέλος, με την προϋπόθεση να αντέξει κανείς να φτάσει μέχρι εκεί…
Μοιάζει περισσότερο με προσχέδιο παρά με τελειωμένο βιβλίο, καθώς ειδικά στο τέλος, η μετάβαση είναι τόσο απότομη σαν να σχεδιαζόταν αλλιώς και ξαφνικά σώθηκαν οι ιδέες. Προσωπικά ο ρεαλισμός που απεικονίζεται εδώ είναι εντελώς έξω από τα γούστα μου (κάτι που ούτως ή άλλως βλέπω κάθε μέρα) και αποφεύγω να (ξανα)βλέπω σε βιβλία. Αλλά παραμένει από τις μεγάλες μου συμπάθειες ο τρόπος που δείχνει κάτι διαφορετικό που δεν προσέχει κανείς από μια πρωτότυπη σκοπιά. Εδώ δεν είναι πάντως η καλύτερη στιγμή της.
Ομολογώ ότι δεν κατάφερα να διαβάσω πέρα από το πρώτο τρίτο του βιβλίου περίπου. Οι πρώτες σελίδες ήταν πολύ ελκυστικές, όμως τελικά προχωρώντας το ενδιαφέρον μου άρχισε να χάνεται. Ίσως δεν μπόρεσα να καταλάβω πού το πήγαινε η συγγραφέας ακριβώς επειδή δεν είχα την υπομονή να το διαβάσω μέχρι τέλους, ίσως δε βρήκα κάτι οικείο στους χαρακτήρες το οποίο να με κινητοποιήσει με τη σειρά του να το διαβάσω μέχρι τέλους... Όπως και να 'χει, ίσως και λόγω κακού timing, το βιβλίο αυτό δε μου άρεσε. Ίσως προσπαθήσω να το ξαναδιαβάσω στο μέλλον.
Η βαθμολογία των 2 αστεριών είναι καθαρά προσωπική και δεν αφορά ούτε τη λογοτεχνική αξία του μυθιστορήματος ούτε το συνολικό έργο της συγγραφέως παρά μόνο την υποκειμενική μου εντύπωση απ' το συγκεκριμένο μυθιστόρημα. :)
Μέχρι και το προτελευταίο κεφάλαιο θα το βαθμολογούσα με τέσσερα αστέρια. Και απλά ήρθε το τελευταίο κεφάλαιο, ή καλύτερα ο επίλογος. Ήταν τόσο ανατρεπτικό , που όπως διαβάζω σε άλλες κριτικές θα μπορούσε να μην υπάρχει καν, ήταν "ξεκάρφωτο" μια, επιφοίτηση ιδεών που μπέρδεψε τα πράγματα. Για εμένα όμως ήταν αυτό που έδεσε όλο το βιβλίο μαζί, με έκανε να γυρίσω πίσω , να τρέξω στα "πλάγια γράμματα του βιβλίου" να κατανοήσω ποια ήταν πραγματικά η ιστορία που διάβαζα αυτές τις μέρες. Και επίσης αγαπώ τον τρόπο που γράφει η Αμάντα Μιχαλοπούλου.
To kafkiko undertone kai o tropos grafhs ths einai ta pio dunata shmeia tou vivliou kai edw erxesai antimetwpo me to paradokso tou poso hard to get through itan afto to vivlio an kai den exei oute duskolh glwssa oute akrivws boresa na kanw pinpoint an kai pws h plokh kai o ruthmos ekanan lack (peran isws twn duo kefalaiwn prin to epimetro pou kapws eniwsa pws ekane koilia). Genika opws sxoliasan k alloi itan polu elkistiko arxika, apo ton titlo kai to origin tou mexri ta prwta kefalaia, alla gia kapoion aneksigito logo den me krathse idkkk, niwthw to pio 3 asteria vivlio ever
Θα δανειστώ από το βιβλίο την εξής φράση: "Συγκεντρώθηκα στη φράση, δοκιμάζοντας να τη ξεριζώσω από το βιβλίο και να την κάνω δική μου. Μπορούσα να την επαναλάβω όσες φορές θέλω, αυτονόητα και φυσικά. Δεν ήταν λογοτεχνία. Ήταν ξόρκι" Πολλές φορές ένιωσα έτσι, διαβάζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο. Κάπου προς το τέλος της Αθήνας και στην αρχή της Πράγας ένιωσα πως δεν με τραβάει η ιστορία, αλλά ευτυχώς που δε σταμάτησα να διαβάζω το βιβλίο γιατί η συνέχεια ήταν μεθυστική!