This treatise contains metaphysical meditations on the existence of god, the nature of the human mind and the essence and existence of material things. It was written in 1639-40 in Latin and was published in 1641 in Paris, followed by second Latin edition in 1642 in Amsterdam and a French translation in 1647, edited and approved by Descartes himself.
A collection of Objections and Replies accompanied the main text , where various philosophers and theologians (among them Thomas Hobbes) expressed their objections, while Descartes's sought to provide the necessary clarifications and explanations.
Το περιεχόμενο της συγκεκριμένης πραγματείας αφορά μεταφυσικούς στοχασμούς περί της ύπαρξης του θεού, του ανθρώπινου πνεύματος και περί της ουσίας και ύπαρξης των υλικών πραγμάτων. Γράφτηκε κατά τα έτη 1639 - 40, στα λατινικά και εκδόθηκε στα 1641 στο Παρίσι, ενώ ακολούθησαν, όσο ζούσε ο Descartes, μια δεύτερη λατινική έκδοση στα 1642 στο Άμστερνταμ και μια γαλλική μετάφραση στα 1647, επιμελημένη και εγκεκριμένη από τον ίδιο. Μια συλλογή από Αντιρρήσεις και Απαντήσεις συνόδευε το βασικό κείμενο των στοχασμών, όπου διάφοροι φιλόσοφοι και θεολόγοι (ανάμεσα στους οποίους και ο Thomas Hobbes) εξέφραζαν τις ενστάσεις τους και στις οποίες με τις απαντήσεις του ο Descartes, προσπαθούσε να παράσχει τις απαραίτητες διευκρινίσεις και επεξηγήσεις.
Η ελληνική έκδοση είναι εξαιρετική. Η μετάφραση και ο σχολιασμός των Στοχασμών καθιστά το δυσνόητο κείμενο προσιτό στον αναγνώστη. Πέρα από το βασικό κείμενο, περιλαμβάνει κάποια συμπληρωματικά (επιστολή προς τη Σορβόννη, πρόλογος του Descartes προς τους αναγνώστες του, μια σύνοψη των έξι στοχασμών, ένα μικρό δείγμα από τις Αντιρρήσεις και Απαντήσεις. Επίσης υπάρχουν από τον μεταφραστή πολύ χρήσιμα εννοιολογικά και μεταφραστικά σχόλια, γλωσσάρι, εκτενές χρονολόγιο και μια πολύ κατατοπιστική εισαγωγή και εκτενέστατη βιβλιογραφία). Πολύ χρήσιμο βιβλίο. Θεωρώ πως, αν κάποιος ενδιαφέρεται να φτιάξει μια φιλοσοφική βιβλιοθήκη, θα ήταν χρήσιμο να το συμπεριλάβει στη συλλογή του.
Παρακάτω παραθέτω αυτά που σε γενικές γραμμές κατάφερα να καταλάβω διαβάζοντας το κείμενο, έχω σίγουρα λάθη, οπότε καλύτερα μην διαβάσετε όσα γράφω εδώ, αλλά πάτε κατευθείαν, αν σας ενδιαφέρει το θέμα, στο βιβλίο. Απλά στην ουσία παραθέτω κάποιες σημειώσεις που κράτησα και τίποτα περισσότερο:
1. Περί όσων μπορούν να τεθούν εν αμφιβόλω.
Όσα προσλαμβάνουμε μέσω των αισθήσεών μας ως αληθινά μπορεί να να είναι εσφαλμένα. Αυτό δεν απέχει πολύ από εκείνον που ενώ κοιμάται, ονειρεύεται πως είναι ξύπνιος ή από εκείνους τους ψυχικά ασθενείς που φαντάζονται πως είναι πράγματα που δεν είναι. Όλα ωστόσο τα φανταστικά πράγματα είναι καμωμένα από άλλα υπαρκτά, ωστόσο είναι συνδυασμένα έτσι ώστε το τελικό αποτέλεσμα δεν υπάρχει πουθενά στην πραγματικότητα. Είμαστε λοιπόν πλασμένοι έτσι από τον θεό, ώστε να καταλήγουμε σε πλάνες; Αυτό δεν θα συνεπάγετο πως ο θεός δεν είναι αγαθός; Προκειμένου λοιπόν να φτάσουμε στην αλήθεια ας υποθέσουμε για λίγο πως δεν υπάρχει ένας θεός - πηγή της αλήθειας, αλλά ένας κακόβουλος δαίμονας και ας προσπαθήσουμε να βρούμε την αλήθεια με στήριγμα τις δικές μας δυνάμεις:
" αν δεν είναι στην εξουσία μου να γνωρίσω κάτι αληθές, τουλάχιστον θα φροντίσω σθεναρά, αυτό που εξαρτάται από μένα: να μη συγκατατίθεμαι σε ψεύδη ".
2. Περί της φύσης του ανθρώπινου πνεύματος: ότι είναι γνωστότερο από το σώμα.
Αν αμφιβάλλω για τα πάντα, τότε η μόνη βεβαιότητα που μπορώ να έχω είναι πως δεν υπάρχει τίποτα βέβαιο. Εγώ ο ίδιος παράγω αυτή τη σκέψη, κανένας έξω από εμένα δεν μου την υπαγορεύει. Είμαι λοιπόν σε θέση να κατέχω μια αλήθεια. Συνεπώς Είμαι. Συνεπώς υπάρχω. Αλλά το ερώτημα που προκύπτει έπειτα από αυτό είναι: Τι είμαι; Είμαι ένα αληθινό, υπαρκτό, σκεπτόμενο πράγμα. Η σκέψη μου ανήκει, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα μου. Όλα τα άλλα (σώμα, ψυχή, αισθήσεις) είναι αμφίβολα οπότε η βεβαιότητα της ύπαρξής μου προέρχεται από το γεγονός ότι σκέπτομαι:
"Εγώ είμαι εγώ υπάρχω τούτο είναι βέβαιο. Για πόσο χρόνο όμως; Για όσο χρόνο σκέπτομαι. Διότι ενδέχεται ίσως, αν απείχα από κάθε σκέψη, αυτοστιγμεί να έπαυα ολόκληρος να υπάρχω. Δεν δέχομαι τώρα παρά ό,τι αληθεύει αναγκαία".
Άλλες λέξεις για τον όρο σκεπτόμενο ον είναι: πνεύμα, έλλογη ψυχή, νους ή Λόγος. Ο ατελέστερος τρόπος για να συλλάβουμε την ύπαρξη ενός πράγματος είναι μέσα από μια ατελή και συγκεχυμένη εποπτεία του πνεύματος (δηλαδή μέσα από τις αισθήσεις ή την φαντασία) και ο ασφαλέστερος είναι μέσα από μια σαφή και διακριτή εποπτεία του πνεύματος, δηλαδή από την ικανότητα που έχει το πνεύμα, ο νους μας να κρίνει τι είναι αληθινό και υπαρκτό, άσχετα με αυτό που βλέπει ή φαντάζεται.
Δηλαδή με πολύ απλά λόγια, κάτι υπαρκτό μπορούμε να το δούμε, να το αγγίξουμε να το γευτούμε ή να το φανταστούμε ένα σώμα πχ ένα κερί. Ωστόσο κάτι μπορεί να είναι υπαρκτό ακόμα και όταν δεν μπορούμε να κάνουμε όλα τα παραπάνω πχ η ψυχή. Πώς μπορώ να ξέρω λοιπόν αν κάτι υπάρχει ή δεν υπάρχει στα αλήθεια; Μέσω του νου, μέσα από το γεγονός ότι αυτό το κάτι μπορεί να νοηθεί, μέσα από εκεί μπορεί να επιβεβαιωθεί η αλήθεια και η ύπαρξή του. Συνεπώς καίτοι μπορεί να ξενίζει, ισχύει το εξής: μπορώ να αντιληφθώ με μεγαλύτερη ευκολία το πνεύμα μου κι ας μην είναι απτό και ορατό από κάτι που μπορώ να αγγίξω ή να δω αλλά το οποίο χωρίς την εποπτεία του νου/ πνεύματος μπορεί να είναι ψευδές και πλανερό.
3 Περί του θεού, ότι υπάρχει.
Υπάρχει θεός; Κι αν ναι είναι ένας απατεώνας; Για να απαντηθεί αυτό πρέπει να κατηγοριοποιήσουμε τις σκέψεις που υπάρχουν στο νου μας:
Υπάρχουν οι ιδέες ως εικόνες των πραγμάτων, οι οποίες είναι ατελείς γιατί ομοιάζουν με τα πράγματα, αλλά ούτε ταυτίζονται με τα πράγματα, ούτε αποτελούν πιστές αναπαραστάσεις τους. Υπάρχουν επίσης οι βουλήσεις ή συναισθήματα και κρίσεις. Κι αυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως (ή είναι) ιδέες ενός πράγματος οι οποίες επιπλέον περιέχουν τα δικά μου συναισθήματα και ψυχικές διαθέσεις και κρίσεις απέναντι στο πράγμα.
Συμπέρασμα: Οι ιδέες είναι σκέψεις που λειτουργούν ως μεσάζοντες ανάμεσα στην εξωτερική πραγματικότητα και το σκεπτόμενο ον (το ανθρώπινο πνεύμα).
Ωστόσο ο φιλόσοφος επεκτείνει τον ορισμό των ιδεών διαχωρίζοντάς τες σε τρεις κατηγορίες:
1. Έμφυτες: Είναι αυτές που υπάρχουν εκ γενετής στο πνεύμα μας και απεικονίζουν το αληθές, το αιώνιο, το αμετάβλητο.
2. Επείσακτες: όσες προέρχονται από τα εξωτερικά πράγματα. Εκεί υπάρχει πάντα η πιθανότητα να σφάλλουμε, είναι όλα όσα συλλαμβάνουμε μέσω των αισθήσεων που συχνά δεν απεικονίζουν πιστά τα πράγματα, όπως πχ ο ήλιος που τον αντιλαμβανόμαστε λόγω της τεράστιας απόστασης ως ένα μικρό σώμα.
3. Πεποιημένες. Αυτές που φτιάχνουμε εμείς οι ίδιοι και αποτελούν δικές μας επινοήσεις.
Για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη του θεού ο Descartes καταλήγει στο επιχείρημα πως τίποτα δεν μπορεί να δημιουργηθεί από το μηδέν και το ατελέστερο, αυτό που περιέχει μέσα του λιγότερη πραγματικότητα, δεν μπορεί να δημιουργήσει το τελειότερο και αυτά δεν ισχύει μόνο για τη δημιουργία των πραγμάτων αλλά και για τη δημιουργία των ιδεών που σχετίζονται με τα πράγματα.
(σσ. Ο Descartes χρησιμοποιεί το όρο υποκειμενική πραγματικότητα (αλλιώς μορφική ή ενεργή) για να ορίσει την πραγματικότητα του υποκειμένου δηλαδή του πράγματος που κατέχει αυτόνομη και ανεξάρτητη ύπαρξη και τον όρο αντικειμενική πραγματικότητα για να ορίσει την πραγματικότητα του ομοιώματός του σελ. 234. Αυτό είναι μια σημαντική διευκρίνιση γιατί στην καθημερινή μας ορολογία ο "αντικειμενικός" είναι αυτός που βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια των πραγμάτων και ο "υποκειμενικός" είναι αυτός που εκφράζει μια ιδέα της οποίας η ορθότητα πρέπει να ελεγχθεί).
Η ιδέα του θεού δεν προέρχεται από εμένα τον ίδιο, ωστόσο υπάρχω και έχω μέσα μου την ιδέα ενός τελειότατου όντος, συνεπώς υπάρχει και κάποιος άλλος πέρα από εμένα στον κόσμο. Αυτός είναι ο πυρήνας της συλλογιστικής με την οποία ο φιλόσοφος καταλήγει στην απόδειξη της ύπαρξης του θεού.
4. Περί του αληθούς και του ψευδούς.
Εφόσον ο θεός υπάρχει και είναι τέλειος και αγαθός, από που προέρχονται όλες οι πλάνες και τα σφάλματα; Η πλάνη δεν είναι δημιούργημα του θεού αλλά ανθρώπινο ελάττωμα που προκύπτει από την περιορισμένη ικανότητα κρίσης του αληθούς που διαθέτουμε ως άνθρωποι. Δεν είμαστε τέλειοι συνεπώς μπορούμε να υποπέσουμε σε σφάλματα. Δεν μπορούμε να ξέρουμε τον λόγο που ο θεός μας έπλασε έτσι. Είμαστε μόνο ένα μικρό τμήμα από το σύμπαν των πραγμάτων που δημιούργησε ο θεός.
Ο ανθρώπινος νους έχει την ικανότητα να γνωρίζει (αίσθηση, φαντασία, καθαρή νόηση) και η ανθρώπινη βούληση μας εξασφαλίζει το αυτεξούσιο, την ικανότητα να επιθυμούμε, να αρνούμαστε, να αμφιβάλλουμε, να συμφωνούμε, να διαφωνούμε. Η βούληση είναι ένας τρόπος σκέψης που αποδεικνύει πως είμαστε πλασμένοι κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν με τον θεό, ο νους προτείνει και εμείς επιλέγουμε χωρίς να έχουμε την αίσθηση πως κάποιος άλλος μας υπαγορεύει ή μας επιβάλλει τις αποφάσεις μας. Η βούληση μας εξασφαλίζει την ελευθερία που διαφορετικά δεν θα είχαμε αν βλέπαμε πάντα μόνο το σαφές και το αγαθό. Τότε όλα θα ήταν μονόδρομος και δεν θα είχαμε την ελευθερία να επιλέγουμε. Όταν όμως βούλομαι για πράγματα που δεν κατανοώ, τότε πέφτω σε σφάλματα και πλάνες.
Έχω την ικανότητα να βρω την αλήθεια, αλλά δεν την χρησιμοποιώ σωστά. Για να καταλήγω σε σωστές αποφάσεις, επιλογές, συμπεράσματα πρέπει να κάνω σωστή χρήση του αυτεξούσιου που διαθέτω, πρέπει να υπάρχει συνεργασία της βούλησης με το νου.
Συμπέρασμα: Δεν μου έδωσε ο θεός μια κακή ικανότητα, αλλά μια καλή ικανότητα την οποία δεν χρησιμοποιώ ορθά, συνεπώς καταλήγω σε σφάλματα.
5. Περί της ουσίας των υλικών πραγμάτων και ξανά περί του θεού, ότι υπάρχει.
Τώρα που ξέρουμε τι πρέπει να αποφεύγουμε στην αναζήτησή μας για την αλήθεια, έπεται το ερώτημα: τι μπορούμε να γνωρίζουμε με σιγουριά για τα υλικά πράγματα;
Ποια είναι η ουσία τους: Αν μια ιδέα που έχω για τα πράγματα είναι σαφής και διακριτή, τότε αυτή είναι αληθής. Αυτό σημαίνει πως προέρχεται από κάτι το υπαρκτό από ένα πράγμα που υπάρχει πραγματικά. Και οι αλήθειες που είναι πιο βέβαιες από όλες τις άλλες είναι αυτές που έχουν να κάνουν με τα σχήματα, τους αριθμούς και γενικά τη γεωμετρία και την αριθμητική. Αυτή είναι η βάση για μια βέβαιη και αληθινή επιστήμη η οποία ωστόσο εξαρτάται από τη γνώση της ύπαρξης του θεού, η οποία είναι η σαφέστερη και πλέον διακριτή, ξεκάθαρη αλήθεια. Γιατί αν αμφιβάλλουμε για την αλήθεια της ύπαρξης του θεού τότε δεν θα μπορούμε να είμαστε σίγουροι ούτε και για τις μαθηματικές αλήθειες.
6. Περί της ύπαρξης των υλικών πραγμάτων και περί της πραγματικής διάκρισης του πνεύματος από το σώμα.
Τα υλικά πράγματα ως αντικείμενο των καθαρών μαθηματικών μπορούν να υπάρξουν, αυτό έχει να κάνει με την ουσία των πραγμάτων όπως προκύπτει από τις σαφείς και διακριτές ιδιότητές τους, έτσι όπως τις συλλαμβάνει ο ανθρώπινος νους. Τι γίνεται όμως με το ζήτημα της ύπαρξης των υλικών πραγμάτων τα οποία συλλαμβάνω ασαφώς και συγκεχυμένα μέσω της φαντασίας και των αισθήσεων; Αυτά υπάρχουν; Ναι. Η φαντασία και η αίσθηση είναι τρόποι του σκέπτεσθαι και ανήκουν στο πνεύμα, αλλά είναι δευτερεύοντα και μη ουσιώδη συστατικά του πνεύματος. Στην καθαρή νόηση το πνεύμα στρέφεται στον εαυτό του. Στην φαντασία το πνεύμα στρέφεται προς κάποια σωματική μορφή. Ό,τι συλλαμβάνουμε χωρίς εικόνα είναι ιδέα του καθαρού πνεύματος (πχ ένα χιλιόγωνο) και ό,τι συλλαμβάνουμε με εικόνα είναι ιδέα της φαντασίας (πχ ένα πεντάγωνο).
Αφού πλέον έχουμε βρει έναν τρόπο να ορίζουμε με ασφάλεια τα αληθή, μπορούμε πλέον να μην αμφιβάλλουμε για όλα όσα αντιλαμβανόμαστε μέσα από τις αισθήσεις μας κι ας είναι ατελείς και συχνά απατηλές. Οι ιδέες των αισθητών πραγμάτων προέρχονται από σωματικά πράγματα. Γιατί; Γιατί δεν θα είχα τέτοιες ιδέες αν δεν υπήρχαν τα σωματικά πράγματα. Αν υπήρχαν μόνο αυτές οι ιδέες των αισθητών πραγμάτων και όχι τα ίδια τα σωματικά πράγματα τότε αυτό θα σήμαινε πως κάποιος έβαλε στο νου μου πλανερές ιδέες.
Ο θεός δεν γίνεται να το έκανε αυτό, γιατί δεν είναι πλανερός, άρα από κάπου προκύπτουν αυτές οι ιδέες: από τα υλικά, σωματικά, εκτακτά πράγματα, τα οποία είναι υπαρκτά και δημιουργημένα από αυτόν τον ίδιο τέλειο θεό που δεν είναι απατηλός. Η φύση που μου διδάσκει πως έχω υλικό σώμα, έχω πχ στομάχι μέσω του οποίου αισθάνομαι πείνα και πως αυτό συνεπάγεται την ανάγκη για τροφή, είναι δημιούργημα του θεού και περικλείει το σύνολο όλων των εκείνων των πραγμάτων που δημιουργήθηκαν από τον θεό.
Αυτά τα πράγματα που διδασκόμαστε από τη φύση, μπορεί, αν τα κρίνουμε απερίσκεπτα, να μας οδηγήσουν σε πλάνες, οι οποίες συχνά ξεκινούν από την παιδική μας ηλικίας, όταν νομίζουμε για παράδειγμα πως ένας αναμμένος πυρσός είναι μεγαλύτερος σε μέγεθος από τον ήλιο. Εκτός αυτού η φύση δεν είναι παντογνώστρια και είναι ατελής, όπως ατελής είναι και ο ίδιος ο άνθρωπος. Άλλωστε ο άνθρωπος ως σκεπτόμενο ον είναι αδιαίρετος. Αλλά ως προς την σωματική του ύπαρξη είναι διαιρετός, μπορεί να νοσεί, να έχει δυσλειτουργίες, ακόμα να ακρωτηριαστεί.
Ο Descartes πίστευε πως μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο υπάρχει ένας μικρός χώρος και πως μόνο μέσα εκεί, και σε κανένα άλλο σημείο, συντελείται η ένωση του σώματος και του πνεύματος. Τον μικρό αυτό χώρο μέσα στον εγκέφαλο τον ονόμαζε κωνάριο ή επίφυση και πίστευε πως ήταν ένας αδένας που βρισκόταν στο κέντρο του εγκεφάλου.
Εφόσον λοιπόν η ανθρώπινη φύση αποτελείται από σύνθεση του πνεύματος με το σώμα, αναπόφευκτα είναι ατελής και μπορεί να πέφτει σε πλάνες. Απέναντι στις πλάνες μπορούμε ωστόσο να αντιτάξουμε τις αισθήσεις που συχνότατα, αν και όχι πάντα, δηλώνουν το αληθές, τη μνήμη που συνδέει τα παρόντα με όσα έχουν προηγηθεί και το νου που έχει τη δυνατότητα να διερευνά και να διαπιστώνει τις αιτίες της πλάνης.
Οπότε πλέον όλες εκείνες οι ακραίες και υπερβολικές, έως και γελοίες, αμφιβολίες που διατυπώθηκαν αρχικά, περί του τι είναι υπαρκτό και τι δεν είναι, δεν μας χρειάζονται πλέον. Έχουμε τώρα μια μέθοδο για να διαπιστώνουμε την αλήθεια και να διορθώνουμε τις ατέλειες της ανθρώπινης φύσης μας.