Τι μπορεί να είναι αυτό που συνδέει έναν Φράγκο σταυροφόρο με έναν συνονόματό του κεντροευρωπαίο αναρχικό, έναν Εγγλέζο ευγενικής γενιάς, πράκτορα της Γ´ Διεθνούς, κι έναν μονόχειρα Έλληνα ομογενή; Και πώς μπορεί να τελειώσει μια τέτοια ιστορία; Τελειώνουν ποτέ οι ιστορίες που κίνητρό τους συνήθως είναι η αχόρταγη πείνα του συγγραφέα να καταφέρει να διηγηθεί όσο περισσότερα γίνεται με όσο λιγότερες λέξεις;
Μήπως αυτό που τα συνδέει, αυτό που ήταν βαθιά και για καιρό βυθισμένο, είναι η Γλυκερία; Μια γυναίκα που είχε πονέσει πολύ και που όλοι –ζωντανοί και νεκροί– επιθυμούν να χαθούν στο κορμί της;
Ξεκινάει με τον ελλειπτικό τρόπο του Νόλλα, γίνεται ξαφνικά καταιγιστικό χωρίς λόγο, προσπαθεί να χωρέσει πάρα πολλά πράγματα μαζί χωρίς να πετυχαίνει τίποτα.
Δεν μπόρεσα, δυστυχώς, καθόλου να μπω στο κλίμα αυτού του βιβλίου. Από το πρώτο κεφάλαιο μέχρι το τελευταίο μου φάνηκε μπερδεμένο και δυσνόητο. Η πλοκή ήταν πολύ δύσκολο να την παρακολουθήσεις και να την κατανοήσεις, ενώ οι πολλοί χαρακτήρες του ήταν αδιάφοροι και χωρίς ιδιαίτερη ταυτότητα. Τι να γίνει, δεν μπορεί το κάθε βιβλίο να αρέσει σε όλους...