Ύφος αποστασιοποιημένο, αυτό που θα ταίριαζε σε μια έκθεση, ή αναφορά και όμως φιλικό και σαφές. Ο ρυθμός άλλοτε γρήγορος κι άλλοτε περιστροφικός, γλώσσα σταράτη κι όλα βαλμένα με τάξη, αιτίες, αίτια, αποτελέσματα.
<< Η μοίρα, έτσι αποκαλούμε τον άπειρο και ατέρμονα συνδυασμό εκατομμυρίων διαπεπλεγμένων αιτίων >>
Μετά από λίγο καταλαβαίνεις μέσα από τις εύστοχες παρατηρήσεις πως έχει τον απόλυτο έλεγχο της αφήγησης του, το οποίο προκαλεί περιέργεια και δέος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η κατάληξη, ακολουθείται από κατακλείδα, συνήθως αδυσώπητα ειλικρινή για τις ‘’μικροπροσποιήσεις’’ του ανθρώπου, απ’ τις οποίες ξεκινούν βέβαια, οι μεγάλες. Παρακάτω, αρχινά μια αφήγηση που με κοίμισε, με έφερε σε κατάσταση νωχελική και καθώς αποκαλυπτόταν το πρόσωπο του βαφέα της Μερβ κι όλα τα κομμάτια σε μια αναλαμπή που ξεγύμνωσε το μύθο, έμπαιναν στη θέση τους, σα να με πέταξε ένας γίγαντας απ’ το κρεβάτι, καθώς…
Δε μπόρεσα να μη σκεφτώ διαβάζοντας το Μάγο που όλο περίμενε, πως θα ‘ταν η ζωή αν μπορούσαμε έστω μια φορά στη ζωή μας, να δημιουργήσουμε μια ψευδαίσθηση για κάποιο προσφιλή, μια δοκιμασία που θα αποδείκνυε αν στο τέλος θα τρώγαμε μόνοι, τις πέρδικες. Όμως βαδίζουμε γυμνοί και οι καλύτερες προθέσεις χτυπούν σε τοίχους.
Φράσεις ολοκληρωμένες νοήματος που μένουν σε μια μόνιμη έλλειψη για όλα εκείνα τα ενδεχόμενα που αφήνουν ανοιχτά, για όλες τις σκέψεις που μπορούν να συνοδεύσουν, αυτά που δεν έχουμε σκεφτεί ποτέ ξανά, σαν αριθμοί με δεκαδικά όλα διαφορετικά μεταξύ τους και κανένα τέτοιο που να μπορεί να ευκολύνει μια στρογγυλοποίηση, πας να προσπεράσεις και μετά το σκέφτεσαι, αυτό που γράφω δε σου μοιάζει αληθινό, πάντα μπορεί να γίνει μια στρογγυλοποίηση, είτε προς τα κάτω, είτε προς τα πάνω. Ναι; Μπορεί;
<< Έμοιαζε μ’ εκείνα τα ενσαρκωμένα πνεύματα που δεν έχουν εσωτερική αντίληψη >>.
Κι αν κάπου ξεκινούν οι αριθμοί και κάπου τελειώνουν, ποιος θα επιλέξει τη φράση στρογγυλοποίησης τους; Ποιος θα ορίσει την τελειότητα; Την παύση; Σαν τους συνειρμούς, τελειώνουν άραγε ποτέ, σαν τις αιτίες, ποια ήταν πρώτη;
Κυκλώνει τα θύματα του προσεκτικά, με ηρεμία, μοιάζει αφύσικο πως από πουθενά δε μπορείς να βγεις, να βρεις το σημείο εκείνο που ορίζει το ψέμα, την κρυμμένη αλήθεια, σα να σου εύχεται ο εχθρός σου, την πιο μεγάλη νίκη, τα βασιλικότερα επιτεύγματα, τις ωραιότερες ανάσες, αρκεί να ξέρεις πως στο τέλος της μέρας, θα πεθάνεις, απ’ το χέρι του, θα πεθάνεις και θα σβήσεις, σα να μην υπήρξες στιγμή, θα ξεχαστείς. Και τελειώνει η ευχή και δεν έχεις καταλάβει, ενώ έχεις κατανοήσει, όμως δε μπορείς να συλλάβεις αν προτιμάς ένα πανέμορφο, περίλαμπρο ταξίδι, με οικτρό τέλος, ή αν προτιμάς να φύγεις, να διαγράψεις όσα ποθούσες μια ζωή, μα να ζήσεις, ως τα βαθιά γεράματα, να ζήσεις, σε κάποια γωνιά, μα και τότε, θα σβήσεις, σα να μην υπήρξες στιγμή, θα ξεχαστείς. Η λήθη είναι σίγουρη, μα πριν, τι προηγείται; Ο πιο πιστός μελετητής του Δασκάλου, παίρνει το λόγο του απ’ τον Κόσμο ως βούληση και ως παράσταση και ζωγραφίζει κυκλωτικά ακολουθίες, ιχνογραφεί τις Παραινέσεις, βάζει μια άνω τελεία και σε προσκαλεί να καταλάβεις. Σου προδιαγράφει πως η έξοδος είναι μόνο μία: να σκεφτείς. Να παραμερίσεις ταξίδια μυθικά, ή να τ’ αγκαλιάσεις σαν το μαξιλάρι σου τη νύχτα, και, να επιτρέψεις στο μυαλό σου ν’ ανασάνει, να φυσήξει αέρα στην καρδιά. Βούληση, ή Ιδέα; Σαν ένα τανγκό, που σε πάει όπου θέλει αυτό, γιατί έτσι είναι η μουσική, σε πάει σ’ αυτή τη μια, μοναδική έξοδο: σκέψου.
Αν σου ζητούσα να σκεφτείς αν ο κόσμος μας λειτουργεί στα πλαίσια της ύλης, ή της ιδέας τι θα απαντούσες; Ίσως να μου έλεγες πως η νόηση δε μπορεί να είναι ύλη και νόηση υπάρχει στον κόσμο. Ίσως πάλι να μου έλεγες πως η νόηση είναι μέρος μου, άρα αντικείμενο μου κι εγώ αποτελούμαι από στοιχεία αυτού του κόσμου. Μα μετά; Τι θα μου έλεγες μετά; Αν σε ρωτούσα για το χρόνο, ή για το χώρο; Αν σε ρωτούσα για το ρήμα, ή το ουσιαστικό; Θα κατέληγες τελικά, προτού πονοκεφαλιάσεις αρκετά ότι ο κόσμος είναι ένα μιξ κι αυτό για να σ’ αφήσω ήσυχο και γιατί αισθάνεσαι ( είναι σωστή η επιλογή του ρήματος; ) πως γονατίζεις στη διαρκή αλληλουχία, στα ενδεχόμενα, στα αντικείμενα. Ή μήπως θα συνέχιζες στην μια φράση μετά την άλλη να αυτοαναιρείσαι; Κι αν μπορούσες να επιλέξεις ένα κόσμο φτιαγμένο από ‘σενα, εξ’ ολοκλήρου από ‘σενα, που τώρα δεν υπάρχει τίποτα ( άρα μήπως υπάρχει; ) θα ξεπατίκωνες αυτόν που ζούμε, ή στο μεταξύ ερωτευμένος με τον ιδεαλισμό, ή τον υλισμό, θα προσπαθούσες να εφαρμόσεις τον έναν απ’ τους δύο; Τι θα υπήρχε μέσα του;
<< Κάθε άνθρωπος είναι ικανός για όλες τις ιδέες >>,
ναι αλλά και για τις ίδιες ιδέες; Αν δεν έχουν ξεκινήσει απ’ το ίδιο σημείο, με τις ίδιες αφορμές, τα ίδια βιώματα, την ίδια ψυχοσύνθεση, στον ίδιο χρόνο, για να αναπληρώσουν το ίδιο κενό, είναι πραγματικά ίδιες οι ιδέες; Μπορούν να ταυτιστούν πραγματικά οι άνθρωποι; Μην κοιτάς το βιβλίο που κοιτάς, κοίτα δίπλα σου τι έχεις, ένα φίλο, τον παππού σου; Υπάρχει εκείνο το σημείο της απόλυτης ταύτισης, ή το μόνο που μπορεί να υπάρξει είναι θαυμασμός ή σύμπραξη, ή παραλληλισμός; Όλα έχουν ειπωθεί, δεν έχουν όμως εμπεδωθεί, γιατί ο βαθμός δεκτικότητας ποικίλλει, όσο και ο βαθμός μετάδοσης κάποιου άλλου που συνδέεται μαζί μας, αυτοί οι σπουδαίοι, ερωτεύσιμοι, αγέρωχοι συνδυασμοί κι εκείνες, οι λάγνες, συχνά καμουφλαρισμένες σαμποτέρ, οι ερμηνείες. Κι όμως, θα μπορούσα να γράψω έστω δυο κεφάλαια απ’ το Κόκκινο και το μαύρο, χωρίς να πλησιάσω το βιβλίο κι ίσως εσύ να έβλεπες πως μιλούμε για την ίδια Ματθίλδη, μα θα ήταν τα ίδια λόγια, η ίδια στίξη, το ίδιο ύφος κι όμως άλλο να σήμαινε για ‘μενα το να χρησιμοποιώ την απεικόνιση της Ματθίλδης, να σηκώνεται βαριεστημένη απ’ το μπουντουάρ κι άλλο για το Στεντάλ. Ίσως το σωστό πρόσωπο να ερμήνευε μέσα στην εικόνα, μια άλλη εικόνα κι ίσως ένα άλλο άτομο, να έβρισκε μια παρήγορη σκιά. Γιατί τίποτα δεν έχει ειπωθεί και όλα είναι γνωστά. Γιατί όλα έχουν συμβεί και τίποτα δεν είναι αναμενόμενο.
Ένα εξαιρετικό εφεύρημα του συγγραφέα είναι που αφηγείται ιστορίες ατόμων που για να τους προσδώσει αληθοφάνεια, σε αρκετές περιπτώσεις, προσθέτει στο κάτω μέρος της σελίδας, σημειώσεις που δρουν σαν παρανοϊκά πιστοποιητικά, εξωθώντας σε μια διαφορετική αντίληψη. Το επινόημα αυτό είναι φρέσκο και όμως παραπέμπει κατά κάποιο τρόπο, στο Στεντάλ που σε αρκετά κεφάλαια παρέθετε αποφθέγματα πειραγμένα. Αν μη τι άλλο, είναι γοητευτικό, κυρίως για την αίσθηση που δημιουργεί. Μου δημιουργείται για δεύτερη φορά, η εντύπωση του φαινομένου Μοργκάνα, ή εκείνες τις ταμπέλες που υπάρχουν σε ορισμένους δρόμους και σου δείχνουν διαφορετικές ενδείξεις, για το πώς να πας στο ίδιο πάντα μέρος.
Το απλό γίνεται τυχαίο και το πολύπλοκο, άπειρο. Και το συμφέρον γίνεται οικουμενικός παντοκράτωρ, που μόλις εγκαθιδρύει την παντοδυναμία του, αλλάζει. Μετατρέπεται, ή μεταστοιχειώνεται, κανείς δεν ξέρει. Όλα χάνονται κατά μήκος, κατά πλάτος κι ο καιρός περνάει κι όλα διακλαδώνονται, όλο διακλαδώνονται. Μία έξοδος: σκέψου.
Ο κήπος με τα διακλαδωτά μονοπάτια, είναι μεν αφήγημα, αλλά μαζί, για εμένα, είναι το σπουδαιότερο δοκίμιο που γράφτηκε ποτέ, για το μεταμοντερνισμό, σε οποιαδήποτε έκφανση του κι αν αναφερόμαστε. Γιατί όχι για το χρόνο, ή την αχρονικότητα, ή το συγχρονισμό, είτε το κενό, θα πει κάποιος που το ‘χει διαβάσει. Ο χρόνος αναφέρεται, ο χώρος ( και οι διαστάσεις, τα σχήματα, οι υφές ) παραλείπεται ( υπάρχει όμως ένα παλάτι, όπως υπάρχει ένα περίπτερο, ένα γραφείο, μια βιβλιοθήκη, το περίστροφο στην τσέπη, ένας κήπος που όμως δεν είναι ο κήπος και ο κήπος που δεν είναι μέρος του κήπου, αλλά είναι μέσα στον κήπο ) και τα μέλλοντα είναι άφθονα, όχι όμως όλα. Αυτό που συμβαίνει και συμβαίνει τώρα, συμβαίνει σε ‘μενα, λέει στην αρχή και χαιρετάει τον καθρέφτη. Μια άλλη λέξη βέβαια, που επίσης, παραλείπεται είναι η μεγάλη απούσα, η συγχρονικότητα.
Ίσως μόνο, η κατακλείδα που του λείπει να είναι αυτή, ένα αγκάλιασμα του μοντερνισμού στο μεταμοντερνισμό:
<< η νύχτα μίκρυνε τόσο πολύ,
που το χτες να φτάνει στο αύριο
κι εμείς να τα βλέπουμε ένα, υπέροχο
δώρο του ταυτόχρονου >>, Χέρμαν Μπροχ, Αθώοι.
Το σχήμα του σπαθιού είναι ένα αφήγημα που χρησιμοποιεί ένα εξαιρετικό εφεύρημα και προκαλεί μια μικρή έκπληξη στο τέλος, ωστόσο βασίζεται όπως λέει, σε μια ερμηνεία πάνω σε κάποια θέση του Σοπενάουερ. Σε θέμα ερμηνείας είμαι αντίθετος. Κατά το Μπόρχες, η ερμηνεία είναι πως εμείς είμαστε οι άλλοι, σύμφωνα με ‘μενα πως μέσα σε όλους μας ζει η ίδια βούληση ( εννοώ το ‘’κομμάτι’’ που μας αντιστοιχεί απ’ την καθολική ).Αν και βέβαια παρακάτω, το αφήγημα Τέλος, με κάνει να σκεφτώ ξανά τη βεβαιότητα μου. Όπως και η άριστη ανάλυση, στο τελείωμα του Αθανάτου. Αντίθετα, στο Φουνές, με χαρά διαπίστωσα πως αποτελεί μια παραβολή βασισμένη πάνω στη ρήση του Σοπενάουερ, πως η έλλειψη γνώσης σε έναν άνθρωπο με ικανότητες μπορεί να αντισταθμιστεί, ενώ η έλλειψη ικανοτήτων σ’ εκείνον που έχει τις γνώσεις, δεν προσφέρει τίποτα ουσιαστικό. Βέβαια, το πώς ερμηνεύεται αυτό στο πρόσωπο του Φουνές, είναι διττό. Ακόμα και η ρήση από μόνη της επιδέχεται πολλών συνδυαζόμενων, ή μη, ενδεχομένων. Ενώ παρακάτω στο αφήγημα του ήρωα και του προδότη, επιλέγεται το ‘’αστυνομικό’’ σχήμα, ή περίπου. Στην πρώτη πρόταση βέβαια, συναντάμε τα ονόματα του Τσέστερτον ( θα του άρεσε ο συνδυασμός του με τον παρακάτω κύριο, θα διασκέδαζε πολύ στην ιδέα ) και του Λάϊμπνιτς ( είχε και μεγάλη μαλλούρα θα ‘χε να τραβάει ). Εκ των πραγμάτων, αυτή η αναφορά προμηνύει κάτι, αν μη τι άλλο, απολαυστικό και δελεαστικό. Ομοίως, παρακάτω, η αναφορά του Βίκο ( αυτός που σου μάθανε στο σχολείο ότι πρώτος έθεσε το ερώτημα αν ο Όμηρος ήταν αρχαίος ποιητής, ή ομάδα κάτω από μια ιδέα ), με έκανε να περιμένω κάτι πολύ απαιτητικά ωραίο.
Και λοιπόν, ο Μπόρχες είναι κάποιος που γράφει παραβολές γύρω απ’ τη σοπεναουρική φιλοσοφία; Όχι δεν είναι. Και εγώ θα μπορούσα να γράψω παραβολές πάνω στην οποιαδήποτε φιλοσοφία που κατέχω ( κι ο Μπόρχες την κατείχε άριστα, περισσότερο απ’ το Μωπασάν και σχεδόν όσο ο Χάρντυ ), μπορεί να μην άρεσε, μπορεί να μην είχα ταλέντο, αλλά αντικειμενικά θα μπορούσα να σκαρώσω κάτι. Δε ρωτάμε ποτέ αν ο Μωπασάν, ή ο Χάρντυ περιστρέφονταν γύρω απ’ αυτό, γιατί δεν περιστρέφονταν. Ομοίως και ο Μπόρχες. Ο Μπόρχες διασχίζει με τα αρρωστημένα μάτια του και τον αεικίνητο νου του, την Ιστορία, τη σύγχρονη του ζωή, τις μόδες, τις σέκτες, τις κοινές πεποιθήσεις και τις εξειδικευμένες σκέψεις, στέκεται στις νότες στα πεντάγραμμα, όσο στέκεται και στα διαστήματα ανάμεσα. Απλώνεται και κυκλώνει. Πολύ πιο περίτεχνος απ’ το Βολταίρο, αν και μειονεκτεί στο φυσικό διάλογο, περισσότερο κι από εκείνον, χρησιμοποιεί με ευχέρεια το μοντερνισμό, αν και μοιάζει να φλερτάρει ορισμένως με την κατάλυση, του μεταμοντερνισμού. Γράφει ζεστά, με λέξεις σαφείς, που όμως αποκτούν ελαστικότητα, χωρίς να αποκτούν και ορμή.
Θα τον βρεις να σου μιλάει για κάθετί που έχει διασχίσει αυτό τον πλανήτη, να σκύβει στον άνθρωπο και να του ανταποκρίνεται με συμπόνια, ενίοτε αυστηρά, απαιτώντας να σκεφτεί, αρνούμενος του, το δικαίωμα της ατέρμονης συσσώρευσης γνώσης. Κάθετί που έχει διδαχτεί, υπάρχει στο Μπόρχες, χάνει όμως το διδακτισμό του, το σχολαστικισμό του και συνδυάζεται διαρκώς με οτιδήποτε άλλο το κοιτάει από οποιοδήποτε άξονα, οποιουδήποτε συστήματος. Καθένας απαντάει μόνος, αν αξίζει να δώσει μια ευκαιρία στον εαυτό του, να γνωρίσει ένα μεγάλο μάστορα της μικρής φόρμας. Ακόμα κι ο ρεαλιστής, ή ο συμβολιστής θα βρουν κάτι να τους αρέσει, να τους εκφράσει. Ας μη φοβηθούν όμως, ούτε το μοντερνισμό του, θα τους μπάσει γλυκά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Κάποια άλλα κείμενα δεν είναι για όλους, όχι επειδή είμαι ιδιοφυϊα, αλλά γιατί απαιτείται ένα ορισμένο είδος εμμονής στο ύφος, στον τόνο, ή στον τρόπο που υπάρχουν κάποιες λέξεις, όπως και οι τρόποι ( όχι μονής φοράς ) που συνδέονται τα νοήματα. Ακόμα, σε μερικές περιπτώσεις κι εκείνο που ξεχωρίζει, που δεν ταιριάζει με τα υπόλοιπα, ή και αναζητώντας το νόημα σε όσα παραλείπονται, ή και αντιμεταθέτοντας την άρνηση με την κατάφαση κι ανάποδα. Παντού όμως, συναντάμε μια φαινομενικά ήσυχη καταβύθιση και σύνδεση των ψυχολογικών κινήτρων, με τις φιλοσοφικές σκανδάλες. Τέλος, έχει καλλιεργηθεί να είναι, τόσο φυσικά πειστικός ο λόγος του, που πάρα πολλές φορές ‘’με έστειλε’’ να ψάχνω ανύπαρκτους ανθρώπους, ανύπαρκτα έργα, ή ανυπόστατες θεωρίες και όμως, μου σύστησε και αρκετούς λογίους, ή έργα που αγνοούσα και πιθανόν θα συνέχιζα να αγνοώ και ίσως να συνεχίσω να αγνοώ, αφού στην Ελλάδα, η έκδοση είναι ζήτημα βιοπορισμού. Κι οι απανταχού ανοιχτές βιβλιοθήκες εστιάζουν στα σκαναρίσματα κι όχι στη σοβαρή δουλειά, πάνω σε γραπτά και στοχαστές, που αποτελούν, ή που θα έπρεπε να αποτελούν παγκόσμια κληρονομιά.
Τελικά, το βασικότερο σημείο στο Μπόρχες, είναι να προκαλεί διαλεκτικά πυροτεχνήματα. Όταν ο Τρωγλοδύτης μίλησε, αισθάνθηκα όσο υπερβολικό κι αν φαίνεται, εκείνη την περίεργα ένοχη φρεσκάδα, που νιώθουμε, όταν το σεξ που έχει τελειώσει από ώρας, είναι καλό και έχουμε φτάσει σε αυτό και στις κορυφώσεις του, μέσα από μια εντελώς ασυνήθιστη διαδικασία κι η οποία όμως, έτερψε όλο μας το είναι, κάτι που χτίστηκε, ή που κερδήθηκε, που δημιουργήθηκε απ’ το μηδέν, που δε μπορεί να επαναληφθεί, μέχρι να ξανασυμβεί. Το να σε εκπλήσσει έτσι ένα κείμενο, όπως όταν κάποιος κάνει στράκα με τα δάχτυλα του βιρτουόζικα, μες στην απόλυτη σιωπή, είναι όπως όταν ενοικούν μέσα σου όλες οι φύσεις που αναζητάς στον άλλο. Και μένοντας στο ίδιο κείμενο, η αρετή του Μπόρχες, ενώ γνωρίζει το Βίκο, να επιτρέπει και στον Τρωγλοδύτη, να είναι, επιβεβαιώνει αυτή την αμερόληπτη αντιμετώπιση που πρέπει να έχουμε για όλες τις a priori προτάσεις ( με την έννοια που δίνει ο ίδιος ο Μπόρχες [ δηλαδή ο Σοπενάουερ στην απόδειξη ενός συμπεράσματος που ήδη εμπιστευόμαστε και γι’ αυτό θέλουμε να αποδείξουμε στους άλλους ): εξετάζονται, χρησιμοποιούνται, δεν κατοικούν καθ’ ολοκληρία ένα ‘’χώρο’’.
Μια απ’ τις συλλογές που περιλαμβάνονται είναι η ‘’Αναφορά του Μπρόουντι’’. Χαρακτηρίζεται απ’ τον ίδιο το συγγραφέα, κατά βάση ρεαλιστικού προσδιορισμού. Πράγματι, η στυλιστική απλότητα, η φαινομενική πλαστική δυσκαμψία και η ματιά που σε άτακτη συχνότητα προσεγγίζει ή απομακρύνεται, σε κάποιες ιστορίες, σοκάρει. Δεν κρύβει τίποτα που να αφορά τους δεσμούς των ανθρώπων και τις ατραπούς που μπορούν να οδηγ��θούν, μέσω των δεσμών ή εξ’ αιτίας τους. Η προηγούμενη απαλή ατμόσφαιρα, δίνει τη θέση της σε μια τραχιά συγκαταβατική, που όμως δεν είναι λιγότερο ανθρώπινη. Εντυπωσιάζει. Αυτές οι ιστορίες έχουν ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: δίνουν αλήθεια και την απαιτούν, είναι διαταγή. Αυτό που μπορείς να κρύψεις απ’ τη μάνα σου, τη γυναίκα σου, το φίλο σου, αποκαλύπτεται. Το βλέπεις απέναντι σου και τ’ αναγνωρίζεις. Αναλαμβάνεις τον ουσιαστικό ρόλο του αναγνώστη, ή αυτόν τουλάχιστον που εννοούσε ο Σοπενάουερ. Αν δεν είχαμε δει τη μαεστρία και την ελαστικότητα ενός Ναμπόκοφ και την ταχύτατη οξυμένη ματιά ενός Μπελ, μερικά διηγήματα θα ήταν εξαιρετικά σκληρά, στις αλήθειες που δίνουν. Πάντως βρίσκεται εκεί, σε αυτή την οικογένεια, του Ναμπόκοφ, του Μπελ και του λογοτεχνικού Σιμενόν