Δε συνέβη καμιά μεταβολή στη ζωή μου. Δεν ξέρω πού ν' αποδώσω τη διάθεση που νιώθω απόψε να δω τις σκέψεις μου αραδιασμένες στο χαρτί. Δεν έχω καμία κλίση για τη φιλολογία - ούτε είμαι βέβαια ερωτευμένος. Ο έρωτας; Κάποιος είπε πως είναι μια εφεύρεση που ο καθένας τη νομίζει δική του. Εγώ δεν είμαι εφευρέτης. Είμαι αρχιτέκτονες. Ένα μυαλό θετικό.
Από την εισαγωγή και μόνο του έργου διακρίνεται η ρομαντική διάθεση που διατρέχει το κείμενο, με την απαιτούμενη δόση μελαγχολίας και απαισιοδοξίας, των αρχών του 1930.
Γραμμένο σε α' ενικό πρόσωπο και με ομοδιηγητικό αφηγητή, το Λεμονοδάσος παντρεύει τον παλιό κόσμο, την προγονολαγνεία, που εξαίρει τα αρχαία μνημεία, την καθαρεύουσα, που προτείνει την ανάγκη επιστροφής στον ένδοξο αρχαίο ελληνικό πολιτισμό (τον οποίο προωθεί ο Παύλος) με τον νέο, της πεζής πραγματικότητας, της δημοτικής γλώσσας και των λεμονοδάσων (ρόλο που ενδύεται η Βίργκω). Η μορφή του έργου είναι ημερολογιακή, οι σκέψεις του αφηγητή ακολουθούν ροή συνείδησης, ενώ η γλώσσα είναι αρχαΐζουσα.
Μα τώρα πάλι σκάβομε τη γη και ψάχνομε να βρούμε, να συναρμολογήσομε κάθε παλιό κομμάτι μάρμαρο, κάθε πετράδι, αναζητώντας μια ιδέα, μια έμπνευση για να στυλώσουμε τους ναούς των καινούριων θεών μας.
Επιταγή εκείνης της εποχής αποτελούσε η επιστροφή στην αρχαιότητα, την οποία υποδαύλιζαν οι Δελφικές εορτές που διοργανώνονταν από τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό και τη γυναίκα του, Εύα Πάλμερ, εκδηλώσεις που μνημονεύονται και στο κείμενο του Πολίτη. Οι Δελφοί, τόπος-μανιέρα της δεκαετίας του '30, με την αίγλη τους, συγκρούονται με τον Πόρο, τη μικροαστική ζωή, από την οποία λείπει η πνευματική ανάταση. Το ίδιο παιχνίδι υψηλού-χαμηλού υιοθετείται ωστόσο και στη διάρθρωση της ιστορίας· το υψηλό είδος, ο σκεπτικισμός, μπλέκεται με το χαμηλό, την ερωτική ιστορία, την προσωπική γραφή και την εμμονή στο "εγώ" του αφηγητή.
Δε μπορώ παρά να θαυμάσω πόσο κομψά είναι ντυμένος, πόσο άψογη η τσάκιση του πανταλονιού. Εμένα τα ρούχα μου είναι τσαλακωμένα, το μούτρο μου τσαλακωμένο, το μυαλό μου τσαλακωμένο.