“Της Βεργινίας το πρόσωπο έμενε στο σκοτάδι: φέγγριζε κι αυτό με τη χλωμάδα του, σαν κάποιο άλλο φεγγάρι πεθαμένο. Κοίταζε η Βεργινία τη γλυκόυπνη και ασημένια νάρκη του ποταμού που κυλούσε απ’ τ’ αφάνταστα βάθη τ’ ουρανού –αναγάλλιασμα μιας άλλης ζωής, πιο γλυκιάς και πιο αιώνιας-, που περνούσε από πάνω απ’ αυτό το κρεβάτι του ανθρώπινου καημού και πάλι, αψηλώνοντας ως τη σκεπή, έφευγε στ’ απόμακρα και στα ουράνια.”
―
Κωνσταντίνος Χρηστομάνος,
Η κερένια κούκλα